Ήμουν Εκεί

Μεγαλειώδης «Ντον Κάρλο» στη Λυρική: η όπερα στο απόγειό της!

Από -

Μπροστά στον καθεδρικό ναό του Βαγιαδολίδ, ο Ντον Κάρλο (Μαρσέλο Πουέντε - αριστερά) ζητά από τον πατέρα του Φίλιππο Β’ (Αλεξάντερ Βινογκράντωφ – δεύτερος από αριστερά) να φερθεί με μεγαλοψυχία στον λαό της Φλάνδρας παρουσία της μητριάς του Ελισάβετ των Βαλουά (Μπάρμπαρα Φρίττολι) και του φίλου του Ροντρίγκο, μαρκήσιου της Πόζας (Τάσης Χριστογιαννόπουλος – δεξιά) : στιγμιότυπο από τη 2η Σκηνή της Γ’ Πράξης της όπερας του Βέρντι «Ντον Κάρλο»  © Βαλέρια Ισάεβα
Μπροστά στον καθεδρικό ναό του Βαγιαδολίδ, ο Ντον Κάρλο (Μαρσέλο Πουέντε - αριστερά) ζητά από τον πατέρα του Φίλιππο Β’ (Αλεξάντερ Βινογκράντωφ – δεύτερος από αριστερά) να φερθεί με μεγαλοψυχία στον λαό της Φλάνδρας παρουσία της μητριάς του Ελισάβετ των Βαλουά (Μπάρμπαρα Φρίττολι) και του φίλου του Ροντρίγκο, μαρκήσιου της Πόζας (Τάσης Χριστογιαννόπουλος – δεξιά) : στιγμιότυπο από τη 2η Σκηνή της Γ’ Πράξης της όπερας του Βέρντι «Ντον Κάρλο» © Βαλέρια Ισάεβα

Ιδανική εικόνα του τι σημαίνει όπερα στο απόγειό της έδωσε η πρεμιέρα (8/12) της συναρπαστικής παραγωγής του «Ντον Κάρλο» του Βέρντι στην Εθνική Λυρική Σκηνή.

Η αθηναϊκή παρουσίαση της μοναδικού πλούτου συμπαραγωγής της Βασιλικής Όπερας του Λονδίνου, της Μετροπόλιταν Όπερας της Νέας Υόρκης και της Εθνικής Όπερας της Νορβηγίας δεν θα μπορούσε φυσικά να υλοποιηθεί χωρίς τη στήριξη της δωρεάς του «Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος» για την ενίσχυση της καλλιτεχνικής εξωστρέφειας της ΕΛΣ. Ούτε, βέβαια, να πραγματοποιηθεί σε σκηνή χωρίς τις τεχνικές δυνατότητες και ανέσεις της «Αίθουσας Σταύρος Νιάρχος». Αυτά, όμως, δεν συνεπάγονται αυτομάτως τη σπάνια βίωση -όπως εν προκειμένω- της ευτυχούς σύμπτωσης όλων εκείνων των παραμέτρων που δικαιώνουν αβίαστα το μουσικοθεατρικό αυτό είδος.

Η κοσμοπολίτικη -από πλευράς εθνικότητας των πολυάριθμων συντελεστών της- διάσταση της συγκεκριμένης παραγωγής δεν υπενθύμισε μόνο ότι η όπερα αποτελεί στις μέρες μας μια διεθνή τέχνη. Κοσμοπολίτικο χαρακτήρα έχει και το ίδιο έργο, λαμπρό δείγμα μεγαλόπρεπης όπερας (grand opéra): από την υπόθεση (που παραπέμπει ευθέως στις πολιτικές και …ενδοοικογενειακές -ελέω οιονεί αιμομικτικών συγγενειών- διαφορές/συγκρούσεις μεταξύ βασιλικών οίκων στην Ευρώπη του 16ου αιώνα) μέχρι τις αρχικές σκηνικές του παρουσιάσεις (από το Παρίσι, όπου πρωτοανέβηκε -στα γαλλικά- το 1867 μέχρι την Μόντενα, όπου δόθηκε το 1886 η τελική, πεντάπρακτη ιταλική εκδοχή, που ακούσαμε για πρώτη φορά στην Ελλάδα).

Η παραδοσιακή σκηνοθεσία του Βρετανού Σερ Νίκολας Χάιτνερ διακρίθηκε πρωτίστως για την αφηγηματική της καθαρότητα και σαφήνεια, αλλά και την υψηλή της αισθητική. Από σκηνικής απόψεως, η παράσταση αποτέλεσε ένα κράμα στυλιζαρισμένου νατουραλισμού (Μοναστήρι του Γιούστε, σκηνή του auto-da-fé στο Βαγιαδολίδ) και σύγχρονης αφαιρετικής οπτικοποίησης (δάσος του Φονταινεμπλώ, αυλή του μοναστηριού, κήποι, φυλακή). Η ενίοτε ατελής μεταξύ τους ώσμωση διαρρήγνυε κάπως το εικαστικό στίγμα της δουλειάς του Μπομπ Κρώλεϋ, ο οποίος υπέγραψε, όμως, καταπληκτικά κοστούμια εποχής, που παρέπεμπαν ευθέως σε πίνακες του Βελάσκεθ. Δραματουργικά ευθύβολοι υπήρξαν οι υποβλητικοί φωτισμοί του Μαρκ Χέντερσον, που τόνιζαν, με καίριες εναλλαγές χρωμάτων, άλλοτε την ατμόσφαιρα «εγκλωβισμού» των πρωταγωνιστών, άλλοτε τις συναισθηματικές εντάσεις.

Με πειστικό τρόπο αναδείχθηκαν σκηνοθετικά τόσο τα σκοτεινά παιχνίδια εξουσίας μεταξύ εκκλησίας και κράτους όσο και οι βασικοί χαρακτήρες. Λιγότερο επιτυχώς λειτούργησε η υποκατάσταση του -δραματουργικά, ούτως ή άλλως αμήχανου- φινάλε του έργου από αυτό του θεατρικού ποιήματος του Σίλλερ. Τη φροντισμένη κινησιολογία υπέγραψε η Σκάρλετ Μακμίν, ενώ την -όχι ανεπίληπτη- αθηναϊκή διδασκαλία ο Ντάνιελ Ντούνερ, που αξιοποίησε κυρίως τη μεγάλη σκηνική εμπειρία των μονωδών.

Το τραγικό φινάλε του «Ντον Κάρλο» του Βέρντι που παρουσιάζει η Εθνική Λυρική Σκηνή («Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος» του ΚΠΙΣΝ, 8/12): ο Ντον Κάρλο (Μαρσέλο Πουέντε) πέφτει νεκρός, υπό τα βλέμματα του Μέγα Ιεροεξεταστή (Ράφαλ Σίβεκ - αριστερά), του πατέρα του Φιλίππου Β’ (Αλεξάντερ Βινογκράντωφ – κέντρο) και της μητριάς και αγαπημένης του Ελισάβετ των Βαλουά (Μπάρμπαρα Φρίττολι - δεξιά)  © Βαλέρια Ισάεβα
Το τραγικό φινάλε του «Ντον Κάρλο» του Βέρντι που παρουσιάζει η Εθνική Λυρική Σκηνή («Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος» του ΚΠΙΣΝ, 8/12): ο Ντον Κάρλο (Μαρσέλο Πουέντε) πέφτει νεκρός, υπό τα βλέμματα του Μέγα Ιεροεξεταστή (Ράφαλ Σίβεκ - αριστερά), του πατέρα του Φιλίππου Β’ (Αλεξάντερ Βινογκράντωφ – κέντρο) και της μητριάς και αγαπημένης του Ελισάβετ των Βαλουά (Μπάρμπαρα Φρίττολι - δεξιά) © Βαλέρια Ισάεβα

Εκεί που η παράσταση πραγματικά συγκλόνισε ήταν στο μουσικό της σκέλος, πιθανότατα το αρτιότερο που έχει προσφερθεί ποτέ στη Λυρική. Χωρίς ν’αποτελεί υπερβολή, το ακρόαμα δεν είχε τίποτε να ζηλέψει αυτού που απολαμβάνει κανείς στις μεγαλύτερες παγκοσμίως λυρικές σκηνές. Σ’ένα έργο με 6 (!) πρωταγωνιστικούς και ιδιαίτερα απαιτητικούς ρόλους, η διανομή περιελάμβανε ακμαίους ξένους και Έλληνες μονωδούς, που διέθεταν διακριτά φωνητικά ηχοχρώματα και έντονη πλην ξεχωριστή σκηνική εμπειρία. Άριες, ντουέτα και σκηνές συνόλων αποδόθηκαν έξοχα.

Τις εντυπώσεις έκλεψαν οι άνδρες μονωδοί. Ο Αργεντινός τενόρος Μαρσέλο Πουέντε υπήρξε ένας αρρενωπός, ορμητικός, συγκινητικά ειλικρινής Ντον Κάρλο, έστω με το τίμημα κάποιων μικροασταθειών στις ψηλές νότες. Ο σπουδαίος Ρώσος βαθύφωνος Αλεξάντερ Βινογκράντωφ σκιαγράφησε με τη θαυμάσια, υγιή φωνή του και την αριστοκρατική (πλην αρκετά «νεανική») παρουσία του ένα ισορροπημένο πορτρέτο του ηλικιωμένου βασιλιά Φιλίππου Β’ και των διλημμάτων του. Με τραγούδι σπάνιας ευγένειας φραστικής και απαράμιλλη θεατρικότητα ο κορυφαίος μας βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος διέπλασε ένα υποδειγματικό πορτρέτο του ιδεαλιστή Ροντρίγκο (μαρκήσιου της Πόζας).

Με τη δέουσα αιχμηρότητα εξαγγελίας και υπόκρισης ενσάρκωσαν τους ρόλους του Μέγα Ιεροεξεταστή και του Μοναχού/Καρόλου Ε’ ο Πολωνός βαθύφωνος Ράφαλ Σίβεκ και ο Έλληνας ομότεχνός του Πέτρος Μαγουλάς αντίστοιχα.

Ελαφρά υποδεέστερες και χωρίς την επιθυμητή αντίθεση φωνητικών ηχοχρωμάτων πρόβαλαν οι δύο γυναίκες της διανομής. Η Ελισάβετ των Βαλουά της καταξιωμένης Ιταλίδας υψιφώνου Μπάρμπαρας Φρίττολι διέθετε και ευγενή παρουσία και φωνητική σταθερότητα, μολονότι το θαμπό, χωρίς χρώματα τίμπρο ηχούσε κοπιώδες, ελάχιστα δροσερό. Η Έμπολι της εκλεκτής Ρωσίδας μεσοφώνου Εκατερίνας Γκουμπάνοβα υπήρξε εξαιρετικά καλοτραγουδισμένη, τόσο από πλευράς δεξιοτεχνίας όσο και από πλευράς άνεσης στην υψηλή φωνητική περιοχή, αλλά θεατρικά μάλλον συμβατική.

Με την εξαίρεση του σεξτέτου των μοναχών (Ασημακόπουλος, Ματθαιακάκης, Παναγόπουλος, Παπαδημητρίου, Σώκος, Τσαντίνης), οι αρκετοί δευτερεύοντες ρόλοι αποδόθηκαν μέτρια από Έλληνες τραγουδιστές.

Ο έτερος αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής της βραδιάς ήταν ο Γάλλος αρχιμουσικός Φιλίπ Ωγκέν, που εκμαίευσε από την Ορχήστρα της ΕΛΣ παίξιμο πρωτόγνωρης διαφάνειας, ευγένειας και αφηγηματικής ρευστότητας, με ισορροπημένο φραζάρισμα, προσεγμένες δυναμικές και δεκάδες αξιόπιστες σολιστικές συνεισφορές. Η -άλλοτε λυρική άλλοτε πιο εξωστρεφής- μουσική του διεύθυνση όχι μόνο συντόνιζε άριστα τα επί σκηνής δρώμενα, αλλά καθοδηγούσε, υπαγόρευε διαρκώς τη δράση, δημιουργούσε ατμόσφαιρες, φώτιζε εντάσεις και συναισθήματα! Η πολύ σοβαρή ορχηστρική δουλειά συνοδεύθηκε από το εξίσου μαλακό και καλλιεπές τραγούδι της Χορωδίας της ΕΛΣ.

Λίγους μήνες πριν συμπληρωθούν τα 80χρονα της Λυρικής, η 4ωρη αυτή παράσταση αξίζει να γραφεί με χρυσά γράμματα στην ιστορία της...