Ήμουν εκεί

Ματιές στην ελληνική λυρική δημιουργία δύο αιώνων: «Μάρκος Μπότσαρης» - «Φακανάπας»

Από -

Με αφορμή την πρόσφατη παρουσίαση στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών του λυρικού διπτύχου «Πυλάδης»-«Ιοκάστη» του Γιώργου Κουρουπού, τα δύο τελευταία σημειώματά μας για τη φετινή καλλιτεχνική περίοδο, που ολοκληρώνεται σε λίγες μέρες, θα εστιάσουν σε όπερες Ελλήνων συνθετών, στο αποτύπωμά τους στα μουσικά πράγματα της εποχής τους αλλά και στις εντυπώσεις που αφήνει σήμερα η ακρόασή τους.

Οι συνθέτες Παύλος Καρρέρ (αριστερά) και Διονύσιος Λαυράγκας (δεξιά)
Οι συνθέτες Παύλος Καρρέρ (αριστερά) και Διονύσιος Λαυράγκας (δεξιά)

● «Μάρκος Μπότσαρης» του Καρρέρ
Αμέσως μετά το Πάσχα, στα τέλη Απριλίου, δόθηκαν σε αθηναϊκές αίθουσες και σε συναυλιακή μορφή δύο ξεχασμένες λυρικές δημιουργίες Επτανήσιων συνθετών του 19ου και του 20ού αιώνα. Μείζον γεγονός αποτέλεσε αναμφίβολα η παρουσίαση στο Θέατρο «Ελληνικός Κόσμος» του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού (29/4) της όπερας «Μάρκος Μπότσαρης» του Ζακυνθινού συνθέτη Παύλου Καρρέρ. Η εκδήλωση εντάχθηκε στις 11ες «Ελληνικές Μουσικές Γιορτές», που διοργανώθηκαν και φέτος από τον Βύρωνα Φιδετζή, αρχιμουσικό με τεράστια και σχεδόν ιεραποστολική προσφορά και αφοσίωση στην έντεχνη ελληνική μουσική.

Το διάσημο και κάποτε δημοφιλέστατο -ιδίως στη διασπορά- έργο είχε ερμηνευθεί προ τριετίας (25-6-2012, Αίθουσα Φιλ. Συλλόγου Παρνασσός»), και πάλι στο πλαίσιο των «Ελληνικών Μουσικών Γιορτών», στη σωζόμενη όμως μορφή του σπαρτίτου φωνών-πιάνου, αφού η ενορχήστρωσή του έχει χαθεί. Αυτή τη φορά το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στη νέα ενορχήστρωση που εξεπόνησε ο Φιδετζής, ο οποίος ανέλαβε και τη μουσική διεύθυνση. Αντίστοιχη ενορχηστρωτική προσπάθεια είχε καταγραφεί και τη δεκαετία του 1970 από το συνθέτη Νίκο Αστρινίδη, όταν αποσπάσματά του παίχθηκαν στη Λυρική.

Η εκ νέου ακρόαση επιβεβαίωσε τις πολύ δυνατές αρχικές εντυπώσεις, που προϊδέαζαν για τη σημασία του έργου: εξαίσια μουσική, σπάνιας ομορφιάς και ποικιλίας άριες και χορωδιακά, στέρεο λιμπρέτο (έστω και σε μέτρια ελληνική μετάφραση από το ιταλικό πρωτότυπο του Κατσαλούπι) με αξιομνημόνευτους -φωνητικά και υποκριτικά- χαρακτήρες αλλά και συναρπαστική δραματική αμεσότητα βοούν για σκηνικό ανέβασμα…

Γραμμένη κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1850, λίγο προ της επιστροφής του από την Ιταλία, η πρώτη λυρική δημιουργία του Καρρέρ, λαμπρό δείγμα της «Επτανησιακής Σχολής», μαρτυρά βαθιά αφομοίωση της αισθητικής του ιταλικού ρομαντικού μπελ-κάντο (από Ντονιτζέττι και Μπελλίνι ως Ροσσίνι serio!), μπολιασμένης με «εθνικά» ακούσματα, ενώ οι δραματικές εξάρσεις και η ορμή της παραπέμπουν ευθέως στον πρώιμο Βέρντι. Και ήταν προς αυτήν την κατεύθυνση (του νεανικού Βέρντι) που κινήθηκε -υπερβολικά ίσως (π.χ. στη γραφή για τα χάλκινα!)- η επιτυχημένη ενορχήστρωση του Φιδετζή.

Στα υπέρ της ο σεβασμός του ύφους του συνθέτη και η ανάδειξη τόσο της θαυμάσιας μελωδικής γραφής για φωνές όσο και των επιβλητικών χορωδιακών, που απέδωσαν καλά τρεις Χορωδίες (Εμπορικής Τράπεζας, Τμήματος Μουσικών Σπουδών Παν/μίου Αθηνών και η γυναικεία Opus Femina Δήμου Κορινθίων).

Ατυχώς, οι ποιότητες της ενορχήστρωσης αναδείχθηκαν μάλλον αδρομερώς από το χωρίς ευγένεια και ρευστότητα αφήγησης παίξιμο του συνεπτυγμένου κλιμακίου της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της (τότε) ΝΕΡΙΤ. Πλην των αξιοπρεπών ξύλινων πνευστών, τα ατελώς εστιασμένα έγχορδα και τα διάτορα χάλκινα πρόδιδαν πάγιες αδυναμίες -ορατές ήδη προ του αδόκητου κλεισίματος της ΕΡΤ- ενός πολύτιμου συνόλου, που οφείλει να ανασυνταχθεί το ταχύτερο δυνατό μέσα από πολλή δουλειά και υπό την καθοδήγηση ενός άξιου μαέστρου…

Η μουσική εκτέλεση δεν υπήρξε ανεπίληπτη ούτε σε επίπεδο διανομής, παρά την εμπειρία του συνόλου των μονωδών. Οι φωνές των δύο πρωταγωνιστών, του τενόρου Γιάννη Χριστόπουλου (Μπότσαρης) και της υψιφώνου Σοφίας Κυανίδου (Σοφία) άργησαν λίγο να ζεσταθούν, με αποτέλεσμα μικροαστάθειες και οξύτητες στις πρώτες πράξεις. Όμως, οι προσωπογραφίες τους διέθεταν το σωστό δραματικό βάρος. Από κάθε άποψη (πλούτος τίμπρου- εκφορά λόγου- υπόκριση) έξοχος ήταν ο Μουσταφάς του βαρύτονου Διονύση Σούρμπη, συγκινητική η Χρυσή της υψιφώνου Τζούλιας Σουγλάκου (ιδίως στο μαγευτικό νανούρισμα της Β’ πράξης), επιβλητικός ο Παλαιών Πατρών Γερμανός του βαθύφωνου Πέτρου Μαγουλά.

Οι ποιότητες του έργου και το πατριωτικό του περιεχόμενο, συνηγορούν για -αν δεν επιβάλλουν!- την πλήρη σκηνική παρουσίασή του στην Εθνική Λυρική Σκηνή, σε εποχές μάλιστα εξάρσεως του εθνικού φρονήματος, όπως θα διαπίστωσε και ο παρών στην αίθουσα καλλιτεχνικός της διευθυντής. Τίθεται, βέβαια, το ερώτημα ποιο σκηνοθετικό στίγμα θα υπηρετούσε ένα πειστικό, σύγχρονο ανέβασμα. Θα ήταν, κατά τη γνώμη μας, λάθος να θεωρηθεί ότι μία σκηνοθετική προσέγγιση παραδοσιακή, γεμάτη φολκλόρ πινελιές, αποτελεί μονόδρομο.

Η ηρωική ιστορία του Μάρκου Μπότσαρη, ως βαθύτατα πολιτικό δείγμα εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ενάντια στον ξένο δυνάστη, δεν συνιστά άραγε μία άκρως επίκαιρη θεματική, απολύτως ενδεδειγμένη για προφανείς και ενδιαφέροντες ιδεολογικούς / πολιτικούς επισχολιασμούς;

banner

● «Ο Φακανάπας» του Λαυράγκα
Χωρίς να αίρεται προφανώς σε τέτοια ύψη, εξίσου ενδιαφέρουσα πρόβαλε μία άλλη σπανιότητα, η κωμική όπερα «Ο Φακανάπας» του Διονυσίου Λαυράγκα, που προσφέρθηκε στις 26/4, στα πλαίσια των κυριακάτικων απογευματινών εκδηλώσεων στο Φουαγέ της Λυρικής, σε συναυλιακή μορφή και σε διδασκαλία Αλέξανδρου Ευκλείδη. Όπως συμβαίνει με τα έργα των περισσοτέρων Ελλήνων ομοτέχνων του, και αυτά του ιδρυτή του Γ’ Ελληνικού Μελοδράματος -προδρόμου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής- σπάνια βρίσκουν το δρόμο της σκηνής. Γραμμένη το 1935, η συγκεκριμένη όπερα δε γνώρισε παρά μόνο μία παράσταση στην ΕΛΣ, τον Δεκέμβριο του 1950, μετά το θάνατο του Κεφαλλονίτη συνθέτη!

Παρά τη στέρεη γραφή και τη γοητεία τους, τα λυρικά έργα του Λαυράγκα ηχούν σήμερα κάπως «αναχρονιστικά». Έτσι, η ακρόαση του «Φακανάπα» με τις συνεχείς ανατροπές καταστάσεων αποκάλυψε -μακράν των κυρίαρχων τότε ρευμάτων εντός και εκτός συνόρων!- ένα έργο με χαρακτηριστικά όπερας buffa των αρχών του ρομαντισμού. Μια καλή πρόγευση της πλούσιας ενορχήστρωσης έδωσε η -όπως πάντα- γλαφυρή διεύθυνση από το πιάνο του Μιχάλη Παπαπέτρου, ο οποίος υποστήριξε με ιδιαίτερη φροντίδα τους τραγουδιστές.

Της διανομής ηγήθηκε ο βαρύτονος Βαγγέλης Μανιάτης, σκιαγραφώντας με μεστό ηχόχρωμα και λεπταίσθητη θεατρικότητα τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Παρά τα κάποια μικροολισθήματα και οξύτητες στην υψηλή φωνητική περιοχή ελέω εμφανούς τρακ, η υψίφωνος Φύλλη Γεωργιάδου υπήρξε μία δροσερή, καλοτραγουδισμένη Λιζέττα. Ο τενόρος Χρήστος Κεχρής και ο βαρύτονος Χρήστος Λάζος ήσαν απολαυστικοί ως αντίζηλοι γαμπροί του Φακανάπα, ενώ ο τενόρος Δημήτρης Ναλμπάντης υποστήριξε με άνεση το μικρότερο ρόλο του Θωμά.

Ελπίζουμε τα ανεκτίμητης αξίας μαθήματα μουσικής πατριδογνωσίας να συνεχισθούν και την επόμενη χρονιά στο Φουαγέ του θεάτρου «Ολύμπια»…