Ημουν Εκεί

Μασαχουσέτη-Γκάζι: Μιάμιση ώρα δρόμος με τους Dropkick Murphys

Από , -

Όταν φτάσαμε έξω από το venue της Ιεράς Οδού ήδη αρκετός κόσμος είχε συγκεντρωθεί, αράζοντας για μία απογευματινή σιέστα πριν μπει στο χώρο. Μαυροφορεμένα ως επι το πλείστον αγόρια και κορίτσια, φανερά ενθουσιασμένα μου θύμισαν το μόνιμο ερώτημα. Τι κάνει κάποιες μπάντες τόσο δημοφιλείς στο ελληνικό κοινό; Γιατί ας είμαστε ειλικρινείς: οι Dropkick Murphys όπως και τα υπόλοιπα συγκροτήματα που έχουν ένα φανατικό κοινό στην Ελλάδα δεν είναι τα κορυφαία στο είδος τους ούτε έχουν την ίδια δημοφιλία στο εξωτερικό. Προς τι λοιπόν τέτοιος ενθουσιασμός ώστε να αποβιβαστούν για δεύτερη φορά στην Αθήνα μέσα σε δύο χρόνια, χωρίς κάποιο νέο δίσκο στη φαρέτρα τους;

Frank Turner

Θα έπρεπε να περιμένουμε ένα ακόμα δίωρο για να πάρουμε κάποιες πρώτες απαντήσεις, η εμφάνιση όμως του special guest, Frank Turner, ήταν αρκετή για να να μας αποσπάσει. Ο Βρετανός τραγουδιστής-τραγουδοποιός βρέθηκε με μπόλικη ενέργεια στη σκηνή, κατενθουσιασμένος με την εμφάνισή του και έλαβε μια απροσδόκητα θερμή αντιμετώπιση. Μίλησε στα ελληνικά περισσότερο από το κλασικό «καλησπέρα και καλή βραδιά», ανέλυσε τη βρετανική πολιτική και έχοντας μόνο την ακουστική κιθάρα του γέμισε το χώρο και κέρδισε με το σπαθί του το κοινό. Όπως εκμυστηρεύτηκε βρισκόταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εξαιρώντας ένα σχολικό ταξίδι στα δεκατέσσερα όπου μάλιστα έδωσε το πρώτο του φιλί. Σε ιαχές επιδοκιμασίας ολοκλήρωσε το δυναμικό του σετ και καταχωρήθηκε εύκολα ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και ταιριαστά support που έχουμε δει φέτος.

Η προσμονή συνέχισε να αυξάνεται και ο κόσμος να συρρέει και να στριμώχνεται στο κάγκελο· μέχρι που έφτασε η ώρα δέκα και οι Dropkick όρμησαν με φόρα στη σκηνή με το καλύτερο-τραγούδι-για-να-κάνεις-εντυπωσιακή-είσοδο, υπό τους κέλτικους ήχους του «Cadence to arms» πρώτα και έπειτα φωνάζοντας πώς «The boys are back». Αμέσως σκαρφάλωσαν πάνω στο κάγκελο, κρατώντας τα χέρια των τυχερών που είχαν προνοήσει να πιάσουν στασίδι από νωρίς, χοροπηδώντας και γεμίζοντας το Gazi music hall με την αστείρευτη ενέργειά τους.

«Κάθε φορά παίζουμε σαν να είναι η τελευταία» είχαν δηλώσει σε μία συνέντευξη και το συνυπογράφουμε. Δεν έχει πραγματικά νόημα αυτή τη φορά να παρουσιάσουμε το setlist (θα το βρείτε άλλωστε στο τέλος του κειμένου) ή να αναλύσουμε την απόδοση τους από τραγούδι σε τραγούδι. Οι ριπές ενθουσιασμού μεταγράφονταν και επιστρέφονταν εις διπλού απ’ το κοινό, ακόμα και στο μέσο της συναυλίας όταν υπήρξε μία γενική ατονία στο επίπεδο των τραγουδιών. Ασταμάτητος χορός, πορωμένοι εικοσιπεντάρηδες με καπνογόνα, ιρλανδικές σημαίες και κασκόλ της Liverpool (φρέσκος ακόμα, άλλωστε, ο πανηγυρισμός του Champions League) είναι μία γενική εικόνα· και τα οκτώ αγόρια από τη Μασσαχουσέτη να ανταποδίδουν παίζοντας το έπος που πρωτοτραγουδήθηκε από τον Sinatra και υιοθετήθηκε από τη νικηφόρα ποδοσφαιρική ομάδα, «You'll Never Walk Alone», ξεσηκώνοντας χειροκροτήματα.

Με ένα καλό μοίρασμα των δημοφιλέστερων τραγουδιών τους «Johnny, I Hardly Knew Ya», «State of Massachusetts» και φυσικά το «Rose Tattoo» στο κλείσιμο, οι Dropkick Murphys με το μπάντζο, τις κιθάρες και τις στακάτες φωνές τους συνέχισαν να χοροπηδούν πάνω και κάτω απ’ τη σκηνή, ξεσηκώνοντας τις ρυθμικές κραυγές «Let’s go Murphys» στις σύντομες παύσεις μεταξύ των κομματιών. Φυσικά το τελικό τραγούδι για το τριανταφυλλένιο τατουάζ είχε και τις πιο ενθουσιώδεις αντιδράσεις: σφυρίγματα, χειροκροτήματα και κόσμος να περιστρέφεται σε διαγώνιο αλά μπρατσέτα, γιατί πόσο διαφέρει αυτός ο κέλτικος χορός από τον μπάλο τελικά;

Το encore ήταν αναμενόμενο και επιβαλλόταν, με τους Murphys να επανέρχονται σε κλάσματα δευτερολέπτων με το «Going Out in Style» και back to back το «I'm Shipping Up to Boston». Το συγκινητικό «Until the Next Time» έδωσε την αφορμή στο κοινό να ξεχυθεί απ’ το κάγκελο και να ανέβει στη σκηνή, με της μπάντα να καλεί όλο και περισσότερους πάνω για να χορέψουν, να αγκαλιαστούν και να φωτογραφηθούν σε μία από τις πιο απολαυστικές συναυλιακές στιγμές ολόκληρης της χρονιάς. Το cover των AC/DC «Dirty Deeds Done Dirt Cheap» σφύριξε τη λήξη με το κοινό και το συγκρότημα να αρνείται να αποχωρήσει. Το σύνθημα που μας ενώνει τελικά είναι «Let’s go Murphys». Και εδώ δε χωράνε οπαδικά.