Ήμουν εκεί

Λυρική και ελληνική οπερέτα, με αφορμή τον «Πάπα»

Από -

Όσοι είχαν παρακολουθήσει πέρσι στο Φουαγέ της Λυρικής την πρώτη μετά το 1946 αναβίωση -σε συναυλιακή μορφή, συνοδεία πιάνου και με αρκετές περικοπές- της οπερέτας του Σακελλαρίδη «Θέλω να δω τον Πάπα!» ήσαν πεπεισμένοι ότι το έργο βοούσε για σκηνικό ανέβασμα. Η πρόσφατη παραγωγή της ΕΛΣ επιβεβαίωσε την μουσικοθεατρική αξία του αλλά και το γκελ στο κοινό, αφού όλες οι παραστάσεις έγιναν αμέσως sold out!

 Η σκηνή της γενικευμένης οικογενειακής σύρραξης από την B’ πράξη της οπερέτας «Θέλω να δω τον Πάπα!» που ανέβηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή (Θέατρο «Ολύμπια») τον Φεβρουάριο: από αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι εκ των πρωταγωνιστών Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη (κυρία Λατρούδη), Έλενα Κελεσίδη (Άννα), Δημήτρης Πακσόγλου (Αδριανός) και Βαγγέλης Χατζησίμος (κύριος Λατρούδης), υπό τα όμματα των Ενωμοτάρχη (Κώστας Ντότσικας, κέντρο) και Δημοσθένη (Θανάσης Δήμου, άκρη δεξιά)
Η σκηνή της γενικευμένης οικογενειακής σύρραξης από την B’ πράξη της οπερέτας «Θέλω να δω τον Πάπα!» που ανέβηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή (Θέατρο «Ολύμπια») τον Φεβρουάριο: από αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι εκ των πρωταγωνιστών Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη (κυρία Λατρούδη), Έλενα Κελεσίδη (Άννα), Δημήτρης Πακσόγλου (Αδριανός) και Βαγγέλης Χατζησίμος (κύριος Λατρούδης), υπό τα όμματα των Ενωμοτάρχη (Κώστας Ντότσικας, κέντρο) και Δημοσθένη (Θανάσης Δήμου, άκρη δεξιά)

Η οπερέτα υπήρξε μέχρι τα μισά περίπου της δεκαετίας του ’60 στενά συνδεδεμένη με τη διασκέδαση της εγχώριας αστικής τάξης, κάτι που έμμεσα υπενθύμισε ο σχετικά μεγάλος μέσος όρος ηλικίας των θεατών. Εύλογα, νοσταλγία και ευπρέπεια αποτελούν σταθερές που αποζητά το συγκεκριμένο κοινό και κατά τούτο η -καλαίσθητη και πιστή στην απόδοση της εποχής- παράσταση στο θέατρο «Ολύμπια» κρίνεται επιτυχημένη.

Δεδομένου ότι η πρόζα καλύπτει τα 2/3 του συγκεκριμένου έργου (το λιμπρέτο του συνθέτη βασίσθηκε σε δημοφιλή φάρσα του Εννεκέν, που σχολιάζει καυστικά την επισφαλή αστική οικογενειακή ευτυχία), η ανάθεση της σκηνοθεσίας σ’έναν καταξιωμένο θεατράνθρωπο, όπως ο Βασίλης Παπαβασιλείου, εξασφάλισε φροντισμένη δουλειά σε υποκριτικό επίπεδο, όσο και αν οι αποδόσεις των μονωδών στηρίχθηκαν εν πολλοίς στην προσωπική μανιέρα εκάστου/ης. Η παράσταση είχε ρυθμό και κέφι, αλλά η οπτικοποίησή της κινήθηκε σε ρηχά νερά: τα συμβατικά εν είδει καρτ-ποστάλ σκηνικά και τα κοστούμια μπελ-επόκ του Γιώργου Ζιάκα, οι αδιάφοροι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ αλλά και η παραπέμπουσα σε ελληνικό κινηματογράφο κινησιολογία του Φώτη Διαμαντόπουλου σπάνια απέφυγαν την πεπατημένη.

Μεγαλύτερη ικανοποίηση προσέφερε το μουσικό μέρος. Τα εύσημα δικαιούται πρωτίστως ο αρχιμουσικός Ανδρέας Τσελίκας, που απέσπασε από το συνεπτυγμένο ορχηστρικό κλιμάκιο μία σπάνιας διαφάνειας, ευελιξίας και ρυθμομελωδικής ακρίβειας ανάγνωση της -έξοχα επιμελημένης από το μουσικολόγο Γιάννη Μπελώνη- παρτιτούρας. Το γνωστό ιδίωμα του Σακελλαρίδη, που παντρεύει γόνιμα και ευφάνταστα αρκετά και διαφορετικά μουσικά είδη, έκανε και πάλι έντονη την παρουσία του. Πολύ καλή και συντονισμένη ήταν για μία ακόμη φορά η Χορωδία της ΕΛΣ.

Από πλευράς τραγουδιού, η α’ διανομή που παρακολουθήσαμε (21/2) διέθετε ένα πολύ καλό και δεμένο πρωταγωνιστικό ζεύγος, που έφερε άνετα σε πέρας τις περισσότερες μουσικές σελίδες (ντουέτα, άριες/τραγούδια) του έργου. Ο τενόρος Δημήτρης Πακσόγλου υπήρξε ένας υποκριτικά και φωνητικά άψογος Αδριανός, ενώ η υψίφωνος Έλενα Κελεσίδη -παρά το έντονο πλέον βιμπράτο της φωνής- συνεχίζει να εντυπωσιάζει με την ικανότητα ανταπόκρισης στις -κωμικές- απαιτήσεις ενός ρεπερτορίου, με το οποίο δύσκολα κανείς θα την συνέδεε. Αξιοπρεπής υπήρξε η Ρίτα της υψιφώνου Γεωργίας Ηλιοπούλου. Στους ρόλους όπου κυριαρχούσε η πρόζα την έκπληξη έκανε ο τενόρος Βαγγέλης Χατζησίμος σκιαγραφώντας έναν μετρημένα χαριτωμένο κύριο Λατρούδη. Η δεδομένη κωμική φλέβα της υψιφώνου Αλεξάνδρας Ματθαιουδάκη της επέτρεψε να ενσαρκώσει μίαν απολαυστική κυρία Λατρούδη, ενώ ο βαθύφωνος Παύλος Μαρόπουλος ανταπεξήλθε με ετοιμότητα και στομφώδη εκφορά στις απαιτήσεις του χαρακτήρα του Βαρονά. Ο ηθοποιός Θανάσης Δήμου ανέδειξε, τέλος, πειστικά τον καρατερίστικο ρόλο του Δημοσθένη.

 Σκηνή από την Γ’ πράξη της οπερέτας «Θέλω να δω τον Πάπα!» που παρουσιάσθηκε από την Εθνική Λυρική Σκηνή (Θέατρο «Ολύμπια», 21/2): γαμπρός (Δημήτρης Πακσόγλου) και πεθερός (Βαγγέλης Χατζησίμος) επιστρέφουν στην οικογενειακή εστία μετά από ολονύκτιο ξεφάντωμα συνοδευόμενοι από την Ρίτα (Γεωργία Ηλιοπούλου)
Σκηνή από την Γ’ πράξη της οπερέτας «Θέλω να δω τον Πάπα!» που παρουσιάσθηκε από την Εθνική Λυρική Σκηνή (Θέατρο «Ολύμπια», 21/2): γαμπρός (Δημήτρης Πακσόγλου) και πεθερός (Βαγγέλης Χατζησίμος) επιστρέφουν στην οικογενειακή εστία μετά από ολονύκτιο ξεφάντωμα συνοδευόμενοι από την Ρίτα (Γεωργία Ηλιοπούλου)

Από κει και πέρα, η ολική επαναφορά του ρεπερτορίου της ελληνικής οπερέτας, που είχε περιπέσει σε λήθη για σχεδόν πέντε δεκαετίες, εγείρει σειρά προβληματισμών ως προς τους όρους της αναβίωσής του. Κοινό υπάρχει, και μάλιστα πολυάριθμο, αλλά τι καλλιτεχνικό προϊόν τού σερβίρεται; Υπάρχουν άραγε περιθώρια, και ποια, για μια πιο σύγχρονη προσέγγιση -κυρίως σκηνοθετική- του συγκεκριμένου είδους, πολύ περισσότερο αν αναλογισθεί κανείς το κοινωνι(ολογι)κό/ ηθικ(ολογικ)ό υπόστρωμα των έργων -ιδίως αυτών του Σακελλαρίδη, με την οξεία κριτική στα αστικά ήθη της εποχής- που οι παραδοσιακές αναγνώσεις τείνουν να αγνοούν;
Σε μουσικό επίπεδο, οι προκλήσεις είναι διαφορετικής φύσεως. Οι αποδεδειγμένες δυνατότητες τόσο της νέας γενιάς μουσικολόγων όσο και των ορχηστρικών μας συνόλων δημιουργούν πλέον σαφώς ιδανικές συνθήκες αποκατάστασης και παρουσίασης των έργων. Με δεδομένη τη συνολικά μέτρια εικόνα του λυρικού μας τραγουδιού, οι περισσότερες δυσκολίες εντοπίζονται στην εύρεση/ανάδειξη ικανών και ακμαίων νέων τραγουδιστών, που θα μπορέσουν να υποστηρίξουν φωνητικά την οπερέτα, όχι κατ’ανάγκη στο πλαίσιο μίας σταθερής ομάδας, όπως αυτής που είχε ο αρχιμουσικός Τότης Καραλίβανος στη θεωρούμενη «χρυσή εποχή» του είδους.

Ίσως η λύση προκύψει από τη Λυρική που στηρίζει -ως οφείλει- ενεργά και με συνέπεια το όλο εγχείρημα. Αρκετές, ξεχασμένες ως επί το πλείστον, οπερέτες έχουν δοθεί την τελευταία διετία στα πλαίσια των κυριακάτικων απογευματινών εκδηλώσεων στο Φουαγέ της ΕΛΣ. Ο σχετικός κύκλος -υπό την επιμέλεια του σκηνοθέτη Αλέξανδρου Ευκλείδη- αποτελεί όχι μόνο ανεκτίμητο μάθημα μουσικής πατριδογνωσίας, αλλά και πεδίο άσκησης και αξιολόγησης νέων τραγουδιστών, προερχόμενων κατά βάση από τη Χορωδία του θεάτρου.

Στις 4/1, εντυπωσίασε η αναβίωση της αισθηματικής οπερέτας του Χατζηαποστόλου «Η πρώτη αγάπη». Το δραματουργικά ισορροπημένο έργο αφηγείται μία …επιεικώς αφελή ιστορία αναζωπύρωσης με happy end ενός νεανικού έρωτα. Η σκηνοθέτις Κωνσταντίνα Ψωμά δούλεψε την πολλά υποσχόμενη, νεανική διανομή σε βάθος λεπτομέρειας, μέχρι και το ...τσάρλεστον στο φινάλε! Ο Μιχάλης Παπαπέτρου ανέλαβε τη μουσική διδασκαλία και την χορευτικά ανάλαφρη συνοδεία από το πιάνο. Οι δύο πρωταγωνιστές, ο τενόρος Χρήστος Κεχρής (Νίκος) και η μεσόφωνος Ειρήνη Αθανασίου (Ντίνα), χάρισαν προσεγμένη υπόκριση και υφολογικά καλλιεπές, χωρίς εκπτώσεις τραγούδι, επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση ότι θα έπρεπε να αξιοποιούνται περισσότερο. Αναφερόμενο …ευθέως στην άρια του Ναντίρ από τους «Αλιείς Μαργαριταριών» του Μπιζέ, το ντουέτο τους υπήρξε η κορυφαία μουσική σελίδα. Διαθέτοντας χιούμορ χωρίς υπερβολές, ο βαρύτονος Χρήστος Λάζος (Μιχαλάκης) αποτελεί πλέον εγγύηση σε ρόλους χαρακτήρων, ενώ καλά προετοιμασμένη εμφανίζεται πάντοτε η υψίφωνος Αγγελική Μαρινάκη. Ξεχωριστό κύρος στο ρόλο της Ρένας χάρισε, με τη σκηνική αύρα της, η μεσόφωνος Λυδία Αγγελοπούλου.

Τις προάλλες (1/3), προσφέρθηκε σε διδασκαλία Ευκλείδη και υπό τη στιβαρή πιανιστική συνοδεία του Νίκου Βασιλείου «Η Δαιμονισμένη» του Σακελλαρίδη, μία μουσική διασκευή γαλλικής φάρσας με απρόσμενα ενδιαφέρουσα κεντρική ηρωίδα, την θεατρίνα Λούλα που καταφέρνει να αποτρέψει τον αστικό γάμο συμφέροντος του εραστή της. Η ακρόαση αποκάλυψε ένα έργο πλουσιότερο μουσικά του «Πάπα» -με σαφείς επιρροές από βιεννέζικη οπερέτα μέχρι Βέρντι («Τραβιάτα»!) και Πουτσίνι- αν και μάλλον σχοινοτενές θεατρικά. Η υψίφωνος Λυδία Ζερβάνου υπερασπίσθηκε με σθένος, δροσερό τίμπρο και ωραία παρουσία τον πρωταγωνιστικό ρόλο, που απαιτεί, πάντως, βαρύτερο φωνητικό και εκφραστικό οπλοστάσιο. Κατέχοντας όσο λίγοι τους αισθητικούς κώδικες του είδους, ο τενόρος Δημήτρης Ναλμπάντης ενσάρκωσε θαυμάσια τον άτυχο προικοθήρα. Πολύ αξιόλογη ήταν και η συμμετοχή των υπόλοιπων μονωδών (Λάζος, Ρασιδάκις, Πετρόγιαννη).
Η περιπέτεια -ανακάλυψης και άλλων κοσμημάτων- της ελληνικής οπερέτας συνεχίζεται, λοιπόν, με αμείωτο ενδιαφέρον... 

Η οπερέτα «Θέλω να δω τον Πάπα!» θα επαναληφθεί μετά το Πάσχα για 2 παραστάσεις στο θέατρο «Ολύμπια» (17 & 19/4) και για 7 παραστάσεις στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά (29-30/4, 2-3, 5-7/5).

Credit φωτογραφιών: Βασίλης Μακρής 

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης