Συνέντευξη

Κανείς δεν ξέρει την ιρλανδική folk όπως οι Lankum

Από -

Το φεστιβάλ του Roskilde αποδείχθηκε αξέχαστη εμπειρία, όχι μόνο γιατί πρόσφερε φανταστικές συναυλίες για 12+ ώρες καθημερινά συνοδεία γευστικής βαρελίσιας IPA, αλλά και γιατί μου πρόσφερε την ευκαιρία να γνωρίσω μερικούς από τους προσωπικούς μου μουσικούς ήρωες. Έτσι, μετά τη Sharon Van Etten και τον Dan Leavers των Comet is Coming, ήρθε η σειρά των Ιρλανδών Lankum.

Για την μπάντα που ηγείται της folk αναγέννησης στο νησί έχουμε γράψει αναλυτικά εδώ, αρκεί να γνωρίζετε όμως ότι εκτός από αποθεωτικές κριτικές και βραβεία έχουν περάσει και από τη Villa Amalias. Έτσι τουλάχιστον μου εκμυστηρεύθηκε ο τραγουδιστής του σχήματος Ίαν Λιντς πάνω από μια μερίδα πατάτες, με τους συμπαίκτες γύρω του να επιβεβαιώνουν με νεύματα τα λόγια του. «Έπαιζα σε μια crust μπάντα τότε, τους Dagda, μαζί τους είχα έρθει στην Αθήνα. Είχαμε περάσει φανταστικά».

Έχει ο καιρός γυρίσματα σκέφτηκα, μιας και σήμερα οι Lankum δισκογραφούν για τη Rough Trade και η συνάντησή μας γίνεται στα παρασκήνια ενός εκ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών φεστιβάλ, όμως η παραπάνω φράση ορίζει εν πολλοίς τη διαδρομή του συγκροτήματος. Ξεκίνησαν να παίζουν στους δρόμους του Δουβλίνου και σε δεκάδες καταλήψεις προτού δουν σοβαρά τη μουσική τους «καριέρα». Αντίστοιχη ήταν και η σχέση τους με το Roskilde, το οποίο πριν πολλά χρόνια επισκέπτονταν χωρίς εισιτήριο, πηδώντας φράχτες και πουλώντας άδεια μπουκάλια μπύρας για να περάσουν την εβδομάδα που διαρκεί το φεστιβάλ.

©Other Voices Live
©Other Voices Live

Τα πράγματα έχουν αλλάξει άρδην και τώρα οι Ίαν Λιντς, Ντάραγκ Λιντς, Ράντι Πιτ και Κόρμακ ΜακΝτιαρμάντα με κοιτάζουν και περιμένουν τις ερωτήσεις μου.

Συμφωνείτε με την ιδέα πως η folk μουσική (σ.σ.: με την έννοια της παράδοσης) περνάει πλέον σε μια νέα φάση, όπου μπάντες σαν και εσάς ενώ την τηρούν πιστά ταυτόχρονα εμπλουτίζουν την ταυτότητά της; Χωρίς όμως να σχετίζονται με άλλες ευρωπαϊκές τάσεις που θέλουν την παράδοση να μονοπωλείται από την ακροδεξιά;
Ι.Λ.: Ναι, αλλά θα πρέπει να διευκρινίσω πως τουλάχιστον όσον αφορά τα ιρλανδικά τραγούδια, αυτά ταίριαζαν ήδη με την ιδιοσυγκρασία μας. Ανέκαθεν ήταν συνδεδεμένα με το αντάρτικο, με τον αγώνα για ανεξαρτησία και είχαν ένα πολιτικό πρόσημο που δεν είχε καμία σχέση με την ακροδεξιά για παράδειγμα. Σε προσωπικό επίπεδο, σε αυτό το είδος με μύησαν μπάντες όπως οι Dubliners και οι Planxty, οι οποίες είχαν μια διακριτική επαναστατικότητα στη μουσική τους.
Ν.Λ.: Μας έχουν επηρεάσει επίσης βρετανικές μπάντες της folk αναγέννησης των '60s, οι οποίες ήταν συνδεδεμένες με τα κινήματα και τους αγώνες της εποχής. Έτσι, ο συνδυασμός των τάσεων των δύο χωρών σμιλεύει κι εμάς σε μεγάλο βαθμό.
Ι.Λ.: Καταλαβαίνω όμως τι ρωτάς, πιστεύω κι εγώ ότι πρέπει να απεμπλακεί η κουλτούρα γύρω από την παράδοση από τους ακροδεξιούς και να επαναδιατυπωθεί με άλλους όρους. Από τον απλό λαό φτιάχτηκε εξάλλου, δεν υπάρχει λόγος να χρησιμοποιείται για λαϊκιστικούς σκοπούς ή πολιτικό όφελος.

Παίζετε μαζί εδώ και πολλά χρόνια, όμως μόλις τα τελευταία αναγνωρίζεται η αξία σας περισσότερο. Πώς σας κάνει να νιώθετε αυτή η κάπως αιφνίδια μεταστροφή;
Ρ.Π.: Με σιγουριά μπορώ να πω ότι δεν το περιμέναμε με τίποτα. Τόσο καιρό επιβιώναμε με ψίχουλα, απλώς βγάζαμε μέρα με τη μέρα. Εάν μας έλεγες πριν από κάποια χρόνια πού θα βρισκόμασταν σήμερα, αποκλείεται να σε πιστεύαμε. Κι είναι παράξενο, γιατί τώρα αντιμετωπίζουμε τη μουσική σα δουλειά. Ανήκουμε στους λίγους πολύ τυχερούς που αντέχουν να ζουν από αυτό, γιατί μην ξεχνάς ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο. Πρέπει να κάνεις διαρκώς περιοδείες για να τα βγάλεις πέρα. Έχει αλλάξει εντελώς η κατάσταση. Παλιότερα θα ήταν αρκετό να υπογράψεις συμβόλαιο με μια δισκογραφική, όμως σήμερα οφείλεις να ταξιδεύεις πολύ. Εμείς, για παράδειγμα, είμαστε στη Δανία, μετά παίζουμε στην Ιρλανδία, στην Αγγλία και στις ΗΠΑ, μέσα στον ίδιο μήνα.
Κ.Μ.: Σκέψου ότι ήρθαμε στο Roskilde κατευθείαν από το Glastonbury.

Αλήθεια;! Πώς πήγε εκεί;
(όλοι μαζί) Ήταν αδιανόητο! Μια τρέλα!

Πρόσφατα (σ.σ.: Μάρτιος 2019) παίξατε στο Κορκ ανήμερα του St. Patrick's με τον Jimmy Crowley*. Κι εκεί πρέπει να ήταν ασύλληπτη η εμπειρία, ζήλεψα απίστευτα που δεν μπορούσα να έρθω.
Ι.Λ.: Δεν περιγράφεται το συναίσθημα... Ήταν μια σπουδαία στιγμή για όλους μας, γιατί μας έχει επηρεάσει βαθύτατα. Τα τελευταία χρόνια είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε πολλούς ανθρώπους που εκτιμούμε απεριόριστα και κάθε φορά νιώθουμε σαν έφηβοι απέναντί τους.

*Ο Jimmy Crowley είναι ένας από τους σημαντικότερους Ιρλανδούς folk μουσικούς, ο άνθρωπος που μεταξύ άλλων αναβίωσε το τραγούδι «Salonika», το οποίο ήταν διάσημο την περίοδο του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, αλλά κινδύνευε αργότερα να ξεχαστεί τελείως. Περισσότερα για το τραγούδι εδώ.

Οι Lankum στη σκηνή με τον Jimmy Crowley
Οι Lankum στη σκηνή με τον Jimmy Crowley

Συν τοις άλλοις, η αναγνώρισή σας έρχεται και με τη μορφή βραβείων, δύο μάλιστα μόνο φέτος. Είναι κάτι που επιδιώκετε;
Ι.Λ.: Να σου πω την αλήθεια δε σημαίνουν τίποτα για εμένα. Προσωπικά με συγκινούν περισσότερο τα ταξίδια για να παίξουμε σε ενδιαφέροντα μέρη ή φάσεις σαν τη συναυλία με τον Crowley.
Κ.Μ.: Αυτό δεν πάει να πει ότι ξενερώνουμε κιόλας! (γέλια)
Ρ.Π.: Ταυτόχρονα σου δημιουργεί κι ένα παράξενο συναίσθημα, σα να μην αφορά εσένα, σα να μην μπορείς να το ελέγξεις. Βέβαια, για να μιλήσουμε ανοιχτά, η ιδέα ότι κάποιος «κερδίζει» κάτι στη μουσική βιομηχανία είναι αστεία. Χώρια που τα βραβεία δημιουργούν και άβολες καταστάσεις. Δεν ήταν λίγες οι φορές που «ανταγωνιζόμασταν» κοντινούς μας φίλους, ανθρώπους που σεβόμαστε βαθιά.

Μιας και αναφέρατε φίλους, συνδέεστε με αρκετά άλλα σχήματα του είδους, όπως οι Ye Vagabonds και η Lisa O'Neill.
Ν.Λ.: Ακριβώς, γνωριζόμαστε καλά γιατί προερχόμαστε από την ίδια σκηνή. Όποτε βρισκόμαστε στο Δουβλίνο κάνουμε πάντα παρέα ή κανονίζουμε να παίξουμε κάπου.
Κ.Μ.: Όπως και να το κάνουμε η σκηνή είναι μικρή, οπότε όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας.
Ρ.Π.: Το ενδιαφέρον είναι πως σχεδόν όλοι πια έχουμε την ίδια ρουτίνα. Ηχογραφούμε, κάνουμε περιοδείες κ.λπ. Επομένως, όποτε συναντιόμαστε όλοι μαζί στο Δουβλίνο είναι πάρα πολύ όμορφο το συναίσθημα. Ταυτόχρονα έτσι βοηθιόμαστε ώστε να μην παίρνουν τα μυαλά μας αέρα και να μην ξεχνάμε τους λόγους που φτιάχνουμε μουσική.
Ι.Λ.: Αυτήν τη στιγμή στην Ιρλανδία υπάρχει τρομερή μουσική άνθηση, σε όλα τα είδη ανεξαιρέτως. Βέβαια, δε θα την ακούσεις καθόλου στα ραδιόφωνα, με την εξαίρεση ίσως 1-2 DJs...

Το κοινό όμως υπάρχει; Ανταποκρίνεται ο κόσμος;
(σιωπή)
Ι.Λ.: Υπάρχει, φαντάζομαι, αλλά άκου πώς έχει το πράγμα συνήθως στην Ιρλανδία. Πρώτα προσελκύσαμε πολλή προσοχή στην Αγγλία και μετά μας ακούσανε στην Ιρλανδία! (γέλια)
Ν.Λ.: Είναι το μετα-αποικιακό σύνδρομο, εάν κάποιος ξεκινήσει κάτι στην Αμερική ή στην Αγγλία, τότε θα το θεωρήσουν και σε εμάς αρκετά κουλ για να ασχοληθούν.

Πρόκειται να κυκλοφορήσετε το νέο σας άλμπουμ (σ.σ.: το εξαιρετικό «The Livelong Day»). Με ποια κριτήρια αποφασίζετε την ισορροπία ανάμεσα στις διασκευές και τα πρωτότυπα κομμάτια που θα συμπεριλάβετε;
Ι.Λ.: Αυτήν τη στιγμή έχουμε στα χέρια μας τόσο υλικό που θα μπορούσαμε να βγάλουμε δύο δίσκους. Πρέπει να κάτσουμε λοιπόν και να ξεδιαλύνουμε τι θέλουμε στο άλμπουμ, πράγμα που δεν είναι καθόλου εύκολο. Σα διαδικασία μας βολεύει περισσότερο να ηχογραφήσουμε ό,τι έχουμε και έπειτα να αποφασίσουμε τι λειτουργεί καλύτερα.
Κ.Μ.: Τότε αποκτούμε πιο σωστή εικόνα της κατεύθυνσης που παίρνει ο δίσκος και μπορούμε να δουλέψουμε τις ενορχηστρώσεις με μια στοχευμένη προσέγγιση.

Κάθε φορά που ακούω τα τραγούδια σας, αυτόματα φαντάζομαι μια ολόκληρη κοινότητα γύρω τους.
Ν.Λ.: Συμβαίνει κάπως αυτόματα αυτό, δεν προσπαθούμε να το πετύχουμε. Είναι το αβίαστο αποτέλεσμα όλων των επιρροών μας, αλλά και του γεγονότος είμαστε απολύτως μέσα στο σύμπαν αυτής της μουσικής.

Σχετικά Θέματα