Ήμουν Εκεί

Καβάκος, Παπάνας και Ταρτανής εμπνέουν μιαν ΚΟΑ στα καλύτερά της!

Από -

Στιγμιότυπο από την συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής (8/3), κατά την οποία ο Λεωνίδας Καβάκος -ως αρχιμουσικός- διηύθυνε συμφωνίες των Μότσαρτ και Μπραμς © Μαρία Γραμματικού
Στιγμιότυπο από την συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής (8/3), κατά την οποία ο Λεωνίδας Καβάκος -ως αρχιμουσικός- διηύθυνε συμφωνίες των Μότσαρτ και Μπραμς © Μαρία Γραμματικού

Δύο ακόμη θαυμάσιες συναυλίες χάρισε τον Μάρτιο στην «Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, πιστοποιώντας ότι διανύει περίοδο μεγάλης φόρμας. Στην πρώτη από αυτές (8/3) επιβεβαιώθηκαν οι τεράστιες δυνατότητες του συνόλου και η ώσμωση με τον Λεωνίδα Καβάκο, με τον οποίο συνεργάζεται σταθερά, σε ετήσια βάση, σε πρωτεύουσα και περιφέρεια.

Η φετινή κοινή εμφάνιση ήλθε να υπενθυμίσει αφενός το πόσο ακριβοθώρητος έχει γίνει, εσχάτως, στην Αθήνα ο 52χρονος βιολιστής, αφετέρου το πόσο έχει ωριμάσει ως αρχιμουσικός. Όσοι παρακολουθούν την αδιατάρακτα λαμπρή διεθνή σταδιοδρομία του, γνωρίζουν καλά ότι συμπράττει ολοένα και συχνότερα με τις σπουδαιότερες ορχήστρες του κόσμου ως σολίστ και αρχιμουσικός.

Υπό την ίδια διπλή ιδιότητα, ευχαρίστησε ιδιαίτερα το γεγονός ότι, στο αποκλειστικά αφιερωμένο στον Μότσαρτ πρώτο μέρος του προγράμματος, οι ερμηνείες ήσαν γόνιμα μπολιασμένες με τα επιτεύγματα της ιστορικής ερμηνευτικής, τόσο από πλευράς αξιοποίησης πιο συνεπτυγμένων, ευέλικτων ορχηστρικών σχηματισμών, όσο -και κυρίως- από πλευράς αναζήτησης του κατάλληλου ύφους και αισθητικής (π.χ. διαύγεια συμφωνικού ήχου, ζωηρά τέμπι κλπ.)

 

Στο 3ο Κοντσέρτο για βιολί -και παρά κάποια ψήγματα αιχμηρότητας στο εναρκτήριο allegro- ο Καβάκος πήρε αποστάσεις από τις μάλλον αυστηρές, παρελθοντικές προσεγγίσεις του των μοτσάρτιων κοντσέρτων, με τα οποία έχει επανειλημμένα αναμετρηθεί στη μακρά σταδιοδρομία του. Φως και χαμόγελο κάνουν πλέον έντονη την εμφάνισή τους (όπως στο καταληκτικό ροντό), προστιθέμενα ευπρόσδεκτα σε δεδομένες ποιότητες, όπως η ακρίβεια απόδοσης των θεμάτων, η προσεγμένη φραστική και η πεντακάθαρη άρθρωση, η ευφραδής απόδοση των μερών ελεύθερης δεξιοτεχνίας, η σβελτάδα του διαλόγου με την ορχήστρα.

Η 31η Συμφωνία («του Παρισιού») έτυχε μιας επίσης επιτυχημένης, μουσικότατης εκτέλεσης. Το γλαφυρό πάντρεμα κομψότητας και παλμού, αισιόδοξης διάθεσης και νηφαλιότητας δικαίωσε αβίαστα το αμφίθυμο στίγμα του έργου. Τα καλά συντονισμένα έγχορδα, η διαφάνεια και εκφραστικότητα ενός ορχηστρικού ήχου με αρκετές αποχρώσεις (στον οποίο εντάχθηκαν πρόσφορα οι συνεισφορές των πνευστών αλλά και των ωραία χρονισμένων κρουστών του Σπύρου Λάμπουρα) συνέβαλαν στην άρτια εκτύλιξη του μουσικού ειρμού.

Το αποκορύφωμα της βραδιάς υπήρξε, πάντως, η από κάθε άποψη συναρπαστική ερμηνεία της 1ης Συμφωνίας του Μπραμς. Απότοκο συστηματικών δοκιμών, αυτή καθήλωσε τόσο με την εκτελεστική όσο και με την εκφραστική της πληρότητα. Σ’ένα έργο, το περίτεχνο θεματικό -πρωτίστως δε μελωδικό- υλικό του οποίου εκτυλίσσεται από τα έγχορδα (την θεωρούμενη αχίλλειο πτέρνα της ΚΟΑ!), η εξαιρετική δουλειά που έκανε ο Καβάκος άντλησε από αυτά παίξιμο σφιχτά εστιασμένο και εντυπωσιακά ελεγμένο (ωραία σόλι του εξάρχοντος Νίκου Μάνδυλα). Εξίσου αξιοσημείωτη ήταν η επιλογή για πιο «μετρημένες» παρεμβάσεις στον όλο ηχητικό καμβά των ξύλινων πνευστών (από τα οποία ξεχώρισε το φλάουτο του Γιάρκε και το όμποε του Γιάννη Οικονόμου), ενώ το φινάλε χρωματίσθηκε περισσότερο από τα κόρνα (υπό τον Σίσκο), τα τρομπόνια και τις -υπερβολικά!- θυελλώδεις ριπές των κρουστών του Λάμπουρα.

Η συνθετότητα της συμφωνικής γραφής προβλήθηκε έτσι σε όλην της τη μεγαλοπρέπεια και με μεγάλο βάθος λεπτομέρειας. Χωρίς να υποβαθμίζονται τα ρυθμικά στοιχεία, τονίσθηκε περισσότερο ο πολυφωνικός πλούτος του έργου, ενώ το ενδιαφέρον της αφήγησης διατηρήθηκε αμείωτο μέσα από τις αβίαστες διακυμάνσεις ταχυτήτων και δυναμικών, τα άκρως εύροα περάσματα, την αγωγική πλαστικότητα των κορυφώσεων.

Η ισορροπημένη ανάδειξη της -μορφολογικής και εκφραστικής- αυστηρότητας και της θέρμης της ρομαντικής σύνθεσης συνέβαλε εύλογα στην επιτυχή ανάδειξη της δραματουργίας της. Ο βαθύς λυρισμός της γραφής συμπληρωνόταν από σποραδικές δραματικές εξάρσεις, αλλά το πάθος παρέμενε πάντοτε ευγενές και νηφάλιο. Ο μοναδικός συνδυασμός αμεσότητας, δύναμης και ελευθερίας που απέπνεε η όλη -πραγματικά διεθνούς επιπέδου!- ερμηνεία δικαιολόγησαν τον αυτοστιγμεί ομόφωνο χαρακτηρισμό της ως μίας από τις ευτυχέστερες και εντελέστερες στιγμές της ΚΟΑ κατά τα τελευταία χρόνια…

Υπό τη διπλή ιδιότητα σολίστ και αρχιμουσικού, ο βιολιστής Σίμος Παπάνας ερμηνεύει τις «Τέσσερις εποχές» του Βιβάλντι στο πλαίσιο συναυλίας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής (21/3)  © Μαρία Γραμματικού
Υπό τη διπλή ιδιότητα σολίστ και αρχιμουσικού, ο βιολιστής Σίμος Παπάνας ερμηνεύει τις «Τέσσερις εποχές» του Βιβάλντι στο πλαίσιο συναυλίας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής (21/3)  © Μαρία Γραμματικού

Η μεγάλη αίθουσα του Μεγάρου γέμισε ασφυκτικά και στην επόμενη συναυλία της ΚΟΑ (21/3), η οποία συνέπεσε με τον ερχομό της άνοιξης. Τον κύριο πόλο έλξης αποτέλεσαν πιθανότατα οι κοσμαγάπητες «Τέσσερις εποχές» του Βιβάλντι, πρώτο από τα δύο έργα ενός προγράμματος με ομότιτλη θεματική. Όπως και στην προηγούμενη βραδιά, ένας από τους καλύτερους βιολιστές της χώρας, ο Σίμος Παπάνας, εξάρχων της Κρατικής Ορχήστρας της Θεσσαλονίκης, εμφανίσθηκε ως σολίστ και αρχιμουσικός.

Η συστηματική διακονία από τον Παπάνα και της παλαιάς μουσικής μαζί με τη λαμπερή δεξιοτεχνία του είχαν δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες, που δεν διαψεύσθηκαν. Αυτό που προσφέρθηκε, πάντως, στο κοινό δεν ήταν απλά μία ιστορικά ενημερωμένη ερμηνεία ενός από τα αριστουργήματα του μπαρόκ, αλλά μία εν μέρει -απόλυτα θεμιτή- «αναδιατύπωσή/συμπλήρωσή» τους με αρκετά στοιχεία ημιαυτοσχεδιασμού.

Αξιοποιώντας τολμηρές εναλλαγές ταχυτήτων και δυναμικών, μεγάλες διακινδυνεύσεις και ευρηματικές διανθίσεις, ο Παπάνας παρουσίασε τα 4 κοντσέρτα ως ένα συχνά συναρπαστικό παιχνίδι εξάρσεων/εντάσεων και καταλλαγών/γλυκασμών (με πινελιές ανατολικής τροπικής μουσικής). Άλλοτε αιχμηρό και γωνιώδες, άλλοτε ξεκάθαρα λυρικό, το -ανεπίληπτης ορθοτονίας και δεξιοτεχνίας- παίξιμό του υπηρέτησε άρτια την διαρκώς εμπνευσμένη γραφή του Βιβάλντι, εισφέροντας μιαν ευπρόσδεκτα φρέσκια ματιά σ’ένα χιλιοπαιγμένο έργο.

Ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε η επαρκής και σβέλτη ανταπόκριση ενός μεσαίου μεγέθους κλιμακίου εγχόρδων της ΚΟΑ στις ειδικές απαιτήσεις ενός ρεπερτορίου, με το οποίο οι μουσικοί είναι ελάχιστα εξοικειωμένοι, αντίθετα με τον -εκτάκτως συμπράξαντα- τσεμπαλίστα Μάρκελλο Χρυσικόπουλο. Βέβαια, κομβικής σημασίας ζητούμενα κάθε σύγχρονης ερμηνείας του συγκεκριμένου έργου, όπως η θέρμη, η «περιγραφική» φαντασία, το καντάμπιλε του παιξίματος ή η εντονότερη προσωπικότητα των εγχόρδων, δεν επιτυγχάνονται από τη μια μέρα στην άλλη…

Στις έντονες επευφημίες του ακροατηρίου ο Θεσσαλονικιός βιολιστής αντιχάρισε, εκτός προγράμματος, τον «Ευαγγελισμό» από τις «Σονάτες του Ροζαρίου» του Μπίμπερ, πραγματικό ευαγγέλιο του stylus fantasticus.

Ο αρχιμουσικός Έκτορας Ταρτανής διευθύνει τις «Εποχές» του Γκλαζουνώφ, επικεφαλής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (21/3)  © Μαρία Γραμματικού
Ο αρχιμουσικός Έκτορας Ταρτανής διευθύνει τις «Εποχές» του Γκλαζουνώφ, επικεφαλής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (21/3)  © Μαρία Γραμματικού

Μια άλλου είδους έκπληξη επεφύλασσε το δεύτερο μισό της βραδιάς: τη γνωριμία μ’ένα νέο, ανερχόμενο Έλληνα αρχιμουσικό, τον Έκτορα Ταρτανή. Ο 32χρονος αρχιμουσικός, ο οποίος γεννήθηκε, μεγάλωσε, σπούδασε και εργάζεται στη Γερμανία, μαθητεύει εδώ και μια πενταετία πλάι στον διάσημο πλέον Θεόδωρο Κουρεντζή.

Μολονότι διηύθυνε μόνο ένα έργο, τις σπάνια παιζόμενες, απερίφραστα ρομαντικές «Εποχές» του Γκλαζουνώφ, ο Ταρτανής εντυπωσίασε. Και τούτο γιατί κατάφερε να προβάλλει ισορροπημένα τη μελωδική πληθωρικότητα και τη χορευτική διάσταση -ιδίως σε ρυθμικό επίπεδο- της μουσικής αυτού του «αλληγορικού μπαλέτου σε τέσσερις σκηνές». Μακράν μίας αμιγώς περιγραφικών αρετών προβολής του λυρισμού της παρτιτούρας, εστίασε -με ακριβή, εκφραστική κινησεολογία- στην ανάδειξη των αποχρώσεων και αντιθέσεών της, διασφαλίζοντας μεγάλη ρευστότητα συμφωνικής αφήγησης. Άντλησε δε από μία ΚΟΑ σε πλήρη ανάπτυξη ήχο αξιοπρόσεκτης διαύγειας, που επέτρεπε την καλόγουστη προβολή των αρκετών σολιστικών παρεμβάσεων των πνευστών.

Μακάρι αυτό το πρώτο, εξαιρετικά ελπιδοφόρο δείγμα γραφής να επιβεβαιωθεί και σε άλλες συναυλίες…