Ήμουν Εκεί

Η «Νόρμα» στον κόσμο του …Mad Max!

Από -

Στιγμιότυπο από την όπερα «Νόρμα» του Μπελλίνι, που παρουσιάζεται στο Ηρώδειο από την Εθνική Λυρική Σκηνή σε σκηνοθεσία Κάρλους Παντρίσσα/«Λα Φούρα ντελς Μπάους» στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών (πρεμιέρα: 5/6) © Δημήτρης Σακαλάκης
Στιγμιότυπο από την όπερα «Νόρμα» του Μπελλίνι, που παρουσιάζεται στο Ηρώδειο από την Εθνική Λυρική Σκηνή σε σκηνοθεσία Κάρλους Παντρίσσα/«Λα Φούρα ντελς Μπάους» στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών (πρεμιέρα: 5/6) © Δημήτρης Σακαλάκης

Εντυπωσιακή πρεμιέρα έκανε σ’ένα κατάμεστο Ηρώδειο (5/6) η «Νόρμα» του Μπελλίνι, πρώτη παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών. Η σκηνοθεσία του Κάρλους Παντρίσσα της διάσημης κολλεκτίβας «Λα Φούρα ντελς Μπάους» πυροδότησε, πάντως, πολλές και θερμές συζητήσεις στα social media …πριν καν την δει κανείς!

Οι πληροφορίες για το «φουτουριστικό» στίγμα της παραγωγής και ένα προωθητικό βίντεο από τις πρόβες έστρεψε, κάπως παράδοξα, τα φώτα στο κατά πόσο η παράσταση θα σεβόταν το αριστούργημα αυτό του ρομαντικού μπελ-κάντο, που σημάδεψε η Μαρία Κάλλας. Η Divina είχε ερμηνεύσει τον περίφημο ρόλο -για μία και μόνο παράσταση- και στην παραγωγή της ΕΛΣ για το Φεστιβάλ, που έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 1960 στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου σε σκηνοθεσία Μινωτή.

Παρά το μύθο που την συνοδεύει, η «Νόρμα» είναι ένα έργο δραματουργικά μάλλον αδύναμο. Στη ουσία πρόκειται για μία ιστορία κρυφών και «ανίερων» ερώτων, απιστίας/ προδοσίας και εγκατάλειψης στην καταληφθείσα από τους Ρωμαίους Γαλατία. Η σκηνική αναπαράσταση του αυθεντικού ψευδοϊστορικού πλαισίου/αφετηρίας της, δηλ. μιας ρωμαιογαλατικής αναμέτρησης, θα «θύμιζε σήμερα περισσότερο Αστερίξ και Οβελίξ!», όπως είχε δηλώσει προσφυώς ο αείμνηστος Σπύρος Ευαγγελάτος, σκηνοθέτης της τελευταίας -συμβατικής- παραγωγής του έργου για τη Λυρική (Ηρώδειο, Ιούνιος 2010). Ο Ευαγγελάτος είχε υποκύψει τότε στην ευκολία μιας δήθεν αφαιρετικής προσέγγισης και στον αναπόφευκτο εγγενή εικαστικό φορμαλισμό.

Ο Παντρίσσα και οι «Φούρα» δεν έκαναν το ίδιο λάθος. Έχοντας ταυτισθεί από χρόνια με την ευρωπαϊκή θεατρική πρωτοπορία αλλά και ασχοληθεί γόνιμα με κάθε μορφή παραστατικών τεχνών, η καταλανική ομάδα συνεχίζει να μετατρέπει την επικαιρότητα σε πηγή έμπνευσης. Οι παραγωγές της εντάσσονται σ’ένα δημιουργικό κύκλο, όπου το χθες συνομιλεί με το σήμερα, όπου τα «ιερά» κείμενα συμβαδίζουν με τις σοβαρές ανησυχίες της εποχής μας.

Αντίθετα, πάντως, από την πρόσφατη (2016) δουλειά της ομάδας και του έτερου συνιδρυτή της Άλεξ Ουλλιέ για το ίδιο έργο στο λονδρέζικο Κόβεντ Γκάρντεν, όπου η «Νόρμα» ιδώθηκε υπό το πρίσμα των σύγχρονων θρησκευτικών φανατισμών, στην αθηναϊκή παραγωγή η δράση μεταφέρθηκε στο …2050! Εστιάζοντας στις καταστροφικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, το χωριό των δρυϊδών επιβίωσε σ’ένα νησί από πλαστικό σε κάποια απομακρυσμένη γωνιά της Μεσογείου. Έχοντας χάσει τη γονιμότητά τους, οι Γαλάτες δεν έχουν παιδιά, ζουν μέσα σε τόνους σκουπιδιών, κρύβουν σπόρους ελπίζοντας να ξαναζωντανέψουν τη βλάστηση… Η πρωθιέρεια τους Νόρμα είναι η μόνη που έχει αποκτήσει -παράνομα- παιδιά από τον Πολλιόνε, εν προκειμένω όχι Ρωμαίο ανθύπατο, αλλά …εκπρόσωπο ευρωπαϊκής εταιρείας που εισέβαλε στο νησί για να το εκμεταλλευθεί…

Η όλη σύλληψη, που φυσικά ουδόλως εξάλειψε -αν δεν υπερτόνισε!- τις δραματουργικές ατέλειες της «Νόρμας», σίγουρα δεν θα ενθουσίασε όσους από τους θιασώτες της όπερας ονειρεύονταν μια «παραδοσιακή», «ρομαντική» προσέγγιση, υπό την έννοια μιας ανώδυνα απόμακρης έως αδιάφορης αφήγησης, η οποία εύλογα θα περιόριζε το ενδιαφέρον στο τραγούδι. Προσέφερε, όμως, μια διαφορετική οπτική/εικαστική θεώρηση της δράσης, ένα ανανοηματοδοτούν σχόλιο, ικανό να εισηγηθεί στο σημερινό θεατή/ακροατή τα εξωμουσικά συμφραζόμενα του έργου (μετατοπίζοντας το δίλημμα μεταξύ «πίστης στον έρωτα ή την πατρίδα», εστίαση δόθηκε στην καταστροφή της φύσης σε σχέση με/ επιπροσθέτως προς την επαπειλούμενη εξόντωση των Γαλατών). Εξάλλου, γιατί να είναι αδιανόητο ένα love story σ’ένα φουτουριστικό σύμπαν που θυμίζει Mad Max, γιατί η καταστροφή του περιβάλλοντος να επιφέρει αναπόδραστα και αυτήν των συναισθημάτων;

Η Νόρμα (Κάρμεν Τζανναττάζιο, κέντρο) επικαλείται την «αγνή θεά» Σελήνη ενώπιον των Δρυϊδών και του αρχηγού τους και πατέρα της Οροβέζο (Ρέϋμοντ Ατσέτο, κάτω αριστερά): από την 1η Σκηνή της Α’ πράξης της όπερας του Μπελλίνι «Νόρμα» που παρουσιάζεται από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία Κάρλους Παντρίσσα/«Λα Φούρα ντελς Μπάους» (πρεμιέρα: 5/6) © Δημήτρης Σακαλάκης
Η Νόρμα (Κάρμεν Τζανναττάζιο, κέντρο) επικαλείται την «αγνή θεά» Σελήνη ενώπιον των Δρυϊδών και του αρχηγού τους και πατέρα της Οροβέζο (Ρέϋμοντ Ατσέτο, κάτω αριστερά): από την 1η Σκηνή της Α’ πράξης της όπερας του Μπελλίνι «Νόρμα» που παρουσιάζεται από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία Κάρλους Παντρίσσα/«Λα Φούρα ντελς Μπάους» (πρεμιέρα: 5/6) © Δημήτρης Σακαλάκης

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της οπωσδήποτε διεθνούς επιπέδου παραγωγής έγκειται, κατά την άποψή μας, στη συνεκτική «φουτουριστική» οπτικοποίησή της, που σεβάσθηκε τον γεμάτο συμβολισμούς προϊστορικό μύθο. Της στενόμακρης σκηνής δέσποσε ένα τεράστιο μεταλλικό δέντρο (το «ιερό γκι»), αρχικά ντυμένο με πλαστικό (υπενθύμιση στη γεμάτη σκουπίδια φύση), το οποίο μετέτρεπε λύματα σε πόσιμο νερό, καθιστώντας σαφή την ανάγκη δημιουργίας -μιας τεχνητής, έστω- ζωής. Ένας αντίστοιχου -πράσινου φλούο- χρώματος φορητός γερανός (που κινούσαν μέλη της ομάδας) επέτρεπε την ανατροπή της προβλέψιμης και στατικής χωροθέτησης των πρωταγωνιστών. Τη σκηνική δραματουργία εμπλούτισε η κίνηση μονωδών, χορωδών, ακροβατών και μελών του θιάσου ακόμη και στα σκαλοπάτια του ωδείου, δημιουργώντας στο κοινό μιαν αίσθηση διάδρασης.

Σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας παρέπεμπαν ευθέως και τα πλαστικά κοστούμια (Αϊτσίμπερ Σανθ). Το κυρίαρχα λευκό χρώμα αυτών των Γαλατών έσπαζαν εσωτερικοί φωτισμοί led, ιδιαίτερα εύγλωττοι για τις δύο γυναίκες (θερμό κόκκινο χρώμα για την ερωτευμένη Ανταλτζίζα, ψυχρό γαλάζιο για την προδομένη Νόρμα). Συναρπαστικές ήσαν δε οι εκπληκτικά σχεδιασμένες (Μαρκ Μολίνος και Αλμπέρτο ντε Γκόμπι) βιντεοπροβολές και οι υποβλητικοί φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ, στο μέτρο που διατήρησαν ευφάνταστα την τόσο κρίσιμη στο έργο ονειρική, νυχτερινή διάθεση και υπέβαλαν ατμόσφαιρες, αμβλύνοντας τις πιο αιχμηρές όψεις του θεάματος (όπως π.χ. τα πλαστικά απόβλητα πάνω στα ερείπια του μνημείου).

Όσο και αν δεν ήταν του γούστου πολλών, η μοντέρνα εικαστική ματιά της παράστασης με τις παραπομπές στον κόσμο του κόμικ αλλά και σε τάσεις της σύγχρονης υποκουλτούρας υπήρξε δουλεμένη σε βάθος λεπτομέρειας…

Η Νόρμα (Κάρμεν Τζανναττάζιο, δεξιά) απειλεί τον Πολλιόνε (Άρνολντ Ρουτκόφσκι, αριστερά) μετά την αποκάλυψη της απιστίας/ προδοσίας του: από την 2η Σκηνή της Α’ πράξης της όπερας του Μπελλίνι «Νόρμα» που παρουσιάζεται από την ΕΛΣ στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία Κάρλους Παντρίσσα/«Λα Φούρα ντελς Μπάους» (πρεμιέρα: 5/6) © Χάρης Ακριβιάδης
Η Νόρμα (Κάρμεν Τζανναττάζιο, δεξιά) απειλεί τον Πολλιόνε (Άρνολντ Ρουτκόφσκι, αριστερά) μετά την αποκάλυψη της απιστίας/ προδοσίας του: από την 2η Σκηνή της Α’ πράξης της όπερας του Μπελλίνι «Νόρμα» που παρουσιάζεται από την ΕΛΣ στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία Κάρλους Παντρίσσα/«Λα Φούρα ντελς Μπάους» (πρεμιέρα: 5/6) © Χάρης Ακριβιάδης

Εκεί βέβαια που η «Νόρμα» δεν συγχωρεί αστοχίες είναι σε φωνητικό επίπεδο. Τούτο δε λόγω της δυσχέρειας ανάδειξης της μοναδικής δυσκολίας και ομορφιάς γραφής, ιδίως υπό το βάρος των αναμνήσεων θρυλικών ερμηνευτών του παρελθόντος, με προεξάρχουσα την Κάλλας. Στο συγκεκριμένο έργο, τα συναισθήματα έχουν ως όχημα τη μουσική, ενώ οι ικανότητες και η φαντασία των τραγουδιστών αποδεικνύονται συχνά κομβικοί παράγοντες δικαίωσης του ύφους και της αισθητικής του ρομαντικού μπελ-κάντο.

Η Λυρική ευτύχησε, εν προκειμένω, να μετακαλέσει ακμαίους ξένους μονωδούς που έχουν επανειλημμένα τραγουδήσει τους ρόλους σε μεγάλες λυρικές σκηνές του εξωτερικού. Όλοι τους διέθεταν καλή τεχνική (αλλά όχι και λαμπερή δεξιοτεχνία), γνώση του ύφους της μουσικής και άκρως προσεγμένη άρθρωση.

Της ισορροπημένης διανομής ηγήθηκε η διακεκριμένη Ιταλίδα υψίφωνος Κάρμεν Τζανναττάζιο: στερούμενη του ξεχωριστού τίμπρου ή του πληρέστερου εκφραστικού οπλοστασίου (εκλεπτύνσεις, διανθίσεις, τρίλλιες κλπ) που απογειώνουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, η Νόρμα της ξεχώρισε για την ισχύ της φωνής (που διαπέρναγε εύκολα το ρωμαϊκό κοίλο), την ομοιογένεια των ρετζίστρων, τη δεξιοτεχνική ασφάλεια, τη σκηνική ένταση της παρουσίας. Έδεσε δε πολύ καλά με την Ανταλτζίζα της Ρουμάνας υψιφώνου Τσέλιας Κοστέα, που χάρισε τραγούδι μεγάλης καλαισθησίας και τέχνης. Μολονότι αμφότερες έχουν φωνή λυρικοδραματικής σοπράνο, a priori όχι ιδανική για τους βασικούς ρόλους (η Νόρμα απαιτεί δραματική υψίφωνο με άνεση στη χαμηλή περιοχή ή μεσόφωνο με λαμπερή υψηλή περιοχή, η Ανταλτζίζα λυρική υψίφωνο με ευκολίες στις ψηλές νότες!), τα διαφορετικά ηχοχρώματά τους -πιο μεταλλικό της Τζανναττάζιο, πιο μεστό της Κοστέα- εξασφάλισαν ωραίες συνηχήσεις στα τόσο καθοριστικά ντουέτα. Μοναδική ένσταση: το τίμπρο και η σκηνική εμφάνιση της Κοστέα μάλλον ανέτρεπαν τη μουσικοδραματική ισορροπία των γυναικείων ρόλων…

Πλάι τους, ο Πολωνός τενόρος Άρνολντ Ρουτκόφσκι υπήρξε ένας απόλυτα αξιόπιστος φωνητικά, αν και κάπως σφιγμένος υποκριτικά Πολλιόνε. Φωνητικό και σκηνικό κύρος διέθετε ο Οροβέζο του Αμερικανού βαθύφωνου Ρέϋμοντ Ατσέτο. Επιτυχημένες ήσαν οι συμμετοχές της υψιφώνου Βιολέττας Λούστα (Κλοτίλντε) και του τενόρου Γιάννη Καλύβα (Φλάβιο).

Τη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Μπαλατσινού διέκρινε κυρίως η έγνοια για άρτια συνοδεία των μονωδών. Στο άχαρης ακουστικής Ηρώδειο, ο ικανός Έλληνας αρχιμουσικός εκμαίευσε ακριβές παίξιμο από την Ορχήστρα της ΕΛΣ, φρόντισε τις δυναμικές, ανέδειξε επαρκώς τη μελωδική γραμμή και τις λυρικές στιγμές της παρτιτούρας (ωραία σόλι φλάουτου και κλαρινέτου από Μαυρομμάτη και Καραγιαννίδη). Ανεξαρτήτως της συζήτησης για την ποιότητα της ορχηστρικής γραφής του Μπελλίνι, περισσότερο σφρίγος θα ήταν επιθυμητό, πολλώ δε μάλλον γιατί θα μετρίαζε τη συχνή αίσθηση ανάσχεσης του αφηγηματικού ειρμού και θα εξασφάλιζε την κατάλληλη δραματική θερμοκρασία. Καλός ήταν ο συντονισμός με την εκτός σκηνής μπάντα που διηύθυνε η Κάτια Μολφέση, ενώ συνολικά αξιόλογη υπήρξε η παρουσία και της Χορωδίας, που χάρισε απρόσμενα μαλακό τραγούδι.

Τελικά, το πρόσημο της όλης δουλειάς -ερεθιστικό (υπερ)θέαμα, αξιοπρεπές ακρόαμα- κρίνεται θετικό, ιδίως αν αναλογισθεί κανείς τις ελάχιστα αξιομνημόνευτες παραγωγές του ίδιου έργου από την ΕΛΣ κατά το πρόσφατο παρελθόν…

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό μουσικής