Ήμουν Εκεί

Η Καμεράτα και οι μάγισσές της: συναρπαστική Αλτσίνα της Παπαθανασίου, επιβλητική Μήδεια της Καραμπέτη

Από -

Στιγμιότυπο από την 1η Πράξη της όπερας «Αλτσίνα» του Χαίντελ που ανέβηκε σε σκηνοθεσία και μουσική διεύθυνση Γιώργου Πέτρου στο Ηρώδειο (6 και 12/7) στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών: απολαύσεις στον παραδεισένιο κόσμο της Αλτσίνας για τις [από αριστερά προς τα δεξιά] Μοργκάνα (Μυρσίνη Μαργαρίτη), Αλτσίνα (Μυρτώ Παπαθανασίου) και τους Ρουτζέρο (Μαίρη-Ελεν Νέζη) και Ομπέρτο (Θεοδώρα Μπάκα) © Θωμάς Δασκαλάκης
Στιγμιότυπο από την 1η Πράξη της όπερας «Αλτσίνα» του Χαίντελ που ανέβηκε σε σκηνοθεσία και μουσική διεύθυνση Γιώργου Πέτρου στο Ηρώδειο (6 και 12/7) στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών: απολαύσεις στον παραδεισένιο κόσμο της Αλτσίνας για τις [από αριστερά προς τα δεξιά] Μοργκάνα (Μυρσίνη Μαργαρίτη), Αλτσίνα (Μυρτώ Παπαθανασίου) και τους Ρουτζέρο (Μαίρη-Ελεν Νέζη) και Ομπέρτο (Θεοδώρα Μπάκα) © Θωμάς Δασκαλάκης

Πολύ καιρό είχε ν’απολαύσει το αθηναϊκό κοινό μία παραγωγή μπαρόκ όπερας από αμιγώς ελληνικές δυνάμεις, και μάλιστα τους καλύτερους πρεσβευτές μας διεθνώς, την Καμεράτα και τον αρχιμουσικό Γιώργο Πέτρου. Μετά από αρκετά μιούζικαλς που παρουσίασαν τα τελευταία χρόνια στο Ηρώδειο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, πρότειναν φέτος, για δύο παραστάσεις (6 και 12/7), την «Αλτσίνα» του Χαίντελ.

6 χρόνια μετά την ιστορική παραγωγή του «Αλεσσάντρο» στο Μέγαρο Μουσικής, ορχήστρα και αρχιμουσικός επανήλθαν -εντός συνόρων- σε μιαν όπερα του Χαίντελ, και μάλιστα όχι σε οποιαδήποτε αλλά στην αριστουργηματική «Αλτσίνα». Η εκτεταμένη δισκογραφική και παραστατική εμπειρία τους στο πλούσιο λυρικό έργο του μεγάλου συνθέτη έχει επανειλημμένα εγκωμιασθεί από τον διεθνή τύπο, ενώ ο Πέτρου θα αναλάβει από το 2021 και την καλλιτεχνική διεύθυνση του ομώνυμου Φεστιβάλ στο Γκαίττινγκεν της Γερμανίας.

Παρότι ο αχανής ανοιχτός χώρος του Ηρωδείου δεν ενδείκνυται για την παλαιά μουσική και τα όργανα εποχής (εξ ου και η διακριτική, σημειακή μικροφωνική ενίσχυση), κανείς δεν μπορούσε να κρύψει την ικανοποίησή του για το μείζον μουσικό γεγονός. 

Έχοντας παρουσιασθεί σκηνικά στην Εθνική Λυρική Σκηνή το 2005, η «Αλτσίνα» παραμένει, για όλους τους φιλόμουσους, συνδεδεμένη με την άνθηση του μπαρόκ στη χώρα μας. Και όσο εάν από εκείνη την παραγωγή -στην οποία συμμετείχαν, όπως και τώρα, η Μαίρη-Έλεν Νέζη και ο Πέτρος Μαγουλάς!- κανείς δεν ξεχνά την δροσερή, καλοτραγουδισμένη Αλτσίνα της Μάτας Κατσούλη, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η νέα παραγωγή ήταν καταφανώς ανώτερη.

Όπως συνηθίζει εσχάτως, ο Πέτρου υπέγραψε και τη σκηνοθεσία με την πολύτιμη αρωγή της σταθερής του συνεργάτιδας Γιωργίνας Γερμανού (σκηνικά/κοστούμια). Η παράσταση αντιπαρέθεσε, τον κόσμο της μπαρόκ εξτραβαγκάντσας (αυτόν της Αλτσίνας) με αυτόν του σήμερα (που εκπροσωπούσαν οι εισβολείς Μπρανταμάντε και Μελίσσο). Τούτο υπογραμμίσθηκε με σαφήνεια τόσο σε επίπεδο κοστουμιών (ενδύματα εποχής για τους εκπροσώπους του πρώτου, σύγχρονες στολές καταδρομέων γι’αυτούς του δεύτερου, αμφίσημες πινελιές α-λα-Κιούμπρικ για τους παγιδευμένους/μεταμορφωμένους εραστές) όσο και σκηνικών (με φόντο το Ηρώδειο-παλάτι της Αλτσίνας, η σκηνή μετετράπη σ’ένα «ρεαλιστικό» παραδεισένιο κήπο στον αντίποδα του απατηλού σύμπαντος της μάγισσας). Οι υποβλητικοί φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου, η χρήση καπνών και η στυλιζαρισμένη κινησιολογία της Εντίτ Λαλονζέ συνέβαλαν καθοριστικά στην επιτυχημένη, ατμοσφαιρική οπτικοποίηση.

Η όλη πρόταση υπήρξε ευανάγνωστη και σαφής, διευκόλυνε την αφήγηση, αλλά έθιξε μάλλον οριακά τα συμφραζόμενα του έργου στο ψυχολογικό/συναισθηματικό πεδίο. Στον Χαίντελ, βέβαια, αυτά υπηρετούνται ιδανικά από τη μουσική δραματουργία, ιδίως όταν η διανομή διαθέτει -όπως εν προκειμένω- την εμπειρία και αντίληψη να δικαιώσει το στίγμα κάθε ρόλου.

Η εγκαταλελειμμένη Αλτσίνα (Μυρτώ Παπαθανασίου) αποζητά τη λήθη: σκηνή από την 3η Πράξη της όπερας «Αλτσίνα» του Χαίντελ που παρουσιάσθηκε σε σκηνοθεσία και μουσική διεύθυνση Γιώργου Πέτρου στο Ηρώδειο (6 και 12/7) στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών  © Θωμάς Δασκαλάκης
Η εγκαταλελειμμένη Αλτσίνα (Μυρτώ Παπαθανασίου) αποζητά τη λήθη: σκηνή από την 3η Πράξη της όπερας «Αλτσίνα» του Χαίντελ που παρουσιάσθηκε σε σκηνοθεσία και μουσική διεύθυνση Γιώργου Πέτρου στο Ηρώδειο (6 και 12/7) στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών © Θωμάς Δασκαλάκης

Σε κάθε περίπτωση, ο Πέτρου επιβεβαίωσε πόσο πολύ αγαπάει και κατανοεί τη μουσική του Χαίντελ: η ολοένα και πιο ψαγμένη διεύθυνσή του διέθετε γραμμή, θεατρικότητα, αφηγηματική ευφράδεια, ενώ (υπο)στήριξε υποδειγματικά τους μονωδούς. Οι περίτεχνες διακυμάνσεις σε ταχύτητες και δυναμικές, η στοχευμένη προβολή μελωδικών ή ρυθμικών παραγράφων μετατράπηκαν σε μοναδικό εκφραστικό εργαλείο. Η υπερθετική απόδοση των Μουσικών της Καμεράτας υπενθύμισε, εξάλλου, γιατί αυτή συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων συνόλων οργάνων εποχής του κόσμου. Πολλές σημαντικές άριες ωφελήθηκαν τα μάλα από τα εξαίσια σόλι των κορυφαίων των εγχόρδων, όπως οι Σέρτζιου Ναστάζα (βιολί), Ιάσων Ιωάννου (τσέλο) και Άγγελος Ρεπαπής (βιολόνε), ενώ απολύτως αξιόπιστα ήχησαν τα πνευστά (ιδιαίτερη μνεία πρέπει στον φλαουτίστα Δημήτρη Κούντουρα).

Για όσους είχαμε την τύχη να δούμε την πολυσυζητημένη πρόσφατη «Αλτσίνα» του Φεστιβάλ Πεντηκοστής του Σάλτσμπουργκ, οι συγκρίσεις με τους εκεί ομολόγους τους απέβησαν αβίαστα υπέρ των ημέτερων αρχιμουσικού και ορχήστρας!

Από φωνητικής πλευράς, η ισορροπημένη και υψηλού επιπέδου διανομή χάρισε -στην παράσταση της 12/7, που παρακολουθήσαμε- προσεγμένο και υφολογικά ενημερωμένο τραγούδι τόσο στις αργές λυρικές όσο και στις γρήγορες, δεξιοτεχνικές άριες. Σ’ένα ρόλο που της ταιριάζει γάντι και τον οποίο έχει ερμηνεύσει σε μεγάλα λυρικά θέατρα του εξωτερικού, η υψίφωνος Μυρτώ Παπαθανασίου ενσάρκωσε μία από κάθε άποψη συναρπαστική Αλτσίνα, φωνητικά επιβλητική (συγκινητικό «Ah! mio cor…») και σκηνικά καθηλωτική. Θαύμασε κανείς την πληρότητα και τις πολλές αποχρώσεις του πορτρέτου, κυρίως δε τη σπάνια ψυχολογική ακρίβεια με την οποία αποδόθηκαν οι μεταπτώσεις του τραγικού χαρακτήρα.

Πλάι της, η μεσόφωνος Μαίρη-Έλεν Νέζη σκιαγράφησε έναν Ρουτζέρο μοναδικής ευγένειας, αξιοποιώντας έξυπνα και καλαίσθητα τη στέρεη τεχνική, τη μουσικότητα και τη μεγάλη της εμπειρία. Σκηνική γοητεία και δεξιοτεχνικά ασφαλές τραγούδι χαρακτήρισαν και την Μοργκάνα της υψιφώνου Μυρσίνης Μαργαρίτη, η οποία πάντως στο ξεκίνημα δεν απέφυγε κάποιες υποκριτικές και φωνητικές οξύτητες.

Κάπως υποδεέστερη του πρωταγωνιστικού τρίο, τόσο δραματικά όσο και φωνητικά (παρά την φερέγγυα κολορατούρα), υπήρξε η Μπρανταμάντε της Ιταλίδας μεσοφώνου Μπενεντέτας Ματσουκάτο. Λόγω ασθενείας, ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς αρκέσθηκε στην -έγκυρη- σκηνική κάλυψη του ρόλου του Μελίσσο, τον οποίο τραγούδησε καλά ο βαρύτονος Σωτήρης Τριάντης.

Η μεσόφωνος Θεοδώρα Μπάκα υπήρξε ένας μουσικοδραματικά πειστικός Ομπέρτο, ενώ ο τενόρος Γιάννης Καλύβας ανταπεξήλθε επαρκώς στις φωνητικές απαιτήσεις του ρόλου του Ορόντε, παρά τα σαφή περιθώρια μεγαλύτερης εξοικείωσης με τις στυλιστικές απαιτήσεις του μπαρόκ. Αξιοπρεπέστατα τραγούδησε η Χορωδία Armonia Atenea.

Η μεγάλη προσέλευση του κοινού και στις δύο παραστάσεις κατέδειξε ότι η ιστορικά ενημερωμένη, σύγχρονης αισθητικής προσέγγιση λυρικών έργων του μπαρόκ μπορεί να συμβάλλει καίρια στην αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για το συγκεκριμένο είδος…

Η ηθοποιός Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ερμηνεύει την Μήδεια στο ομώνυμο μελόδραμα του Γκέοργκ Μπέντα, συνοδευόμενη από τους Μουσικούς της Καμεράτας υπό τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 8/5) © Χάρης Ακριβιάδης
Η ηθοποιός Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ερμηνεύει την Μήδεια στο ομώνυμο μελόδραμα του Γκέοργκ Μπέντα, συνοδευόμενη από τους Μουσικούς της Καμεράτας υπό τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 8/5) © Χάρης Ακριβιάδης

Η Αλτσίνα ήταν μία φιγούρα της λογοτεχνίας της Αναγέννησης που παρέπεμπε στην Κίρκη της μυθολογίας. Μία άλλη μάγισσα και ανηψιά της Κίρκης, η Μήδεια βρέθηκε στο επίκεντρο της αμέσως προηγούμενης «εντός τειχών» εμφάνισης της Καμεράτας στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (8/5) υπό τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο.

Τον κεντρικό ρόλο του ομώνυμου μονόπρακτου μελοδράματος του Βοημού συνθέτη Γίρζι (Γκέοργκ) Μπέντα ερμήνευσε η Καριοφυλλιά Καραμπέτη, γνωρίζοντας την αποθέωση του κοινού. Η εξαίρετη ηθοποιός και το σύνολο (υπό τον Πέτρου) είχαν ξανασυμπράξει στο ίδιο έργο τον Φεβρουάριο 2011 στην Ωνάσειο Στέγη.

Το κατά Μπέντα «μελόδραμα» ελάχιστη σχέση έχει με την όπερα, με την οποία ο όρος ταυτίζεται στις μέρες μας. Αυτό το δημοφιλέστατο περί τα τέλη του 18ου αιώνα είδος μουσικού θεάτρου αποτελεί στην ουσία μία συναρμογή δραματικής απαγγελίας και μουσικής συνοδείας. Χρειάζεται, προφανώς, μεγάλη τέχνη για να διατηρηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον της αφήγησης, στόχος μάλλον εύκολος για μια τραγωδό του διαμετρήματος της Καραμπέτη.

Με σπάνια συγκέντρωση, λαγαρή εκφορά του -μικροφωνικά ενισχυμένου- λόγου (στην ελληνική γλώσσα και σε δική της μετάφραση) και επιβλητική σκηνική παρουσία, προσέφερε μία σπάνιου ψυχολογικού βάθους προσωπογραφία της Μήδειας. Αναλαμβάνοντας δε πέραν του κεντρικού ρόλου και αυτούς του Ιάσονα, των δύο παιδιών και της τροφού (με λεπταίσθητες κάθε φορά φωνητικές προσαρμογές), έστησε μόνη της ένα πραγματικό θεατρικό δρώμενο συνοδεία μουσικής.

Η όλη ερμηνεία της ήχησε λιγότερο «υπερβολική» απ’ό,τι προ οκταετίας, ταιριάζοντας έτσι εντελέστερα με την αισθητική του κινήματος «Θύελλα και ορμή», στο οποίο εντάσσεται, με ύφος που συχνά θυμίζει Μπετόβεν, η μουσική του Μπέντα… Αυτήν ανέδειξαν άριστα (ιδιαίτερα στην εκτενή προγραμματική εισαγωγή) τα όργανα εποχής των μουσικών της Καμεράτας υπό τη νευρώδη, δραματική πλην συναισθηματικά νηφάλια διεύθυνση του Χρυσικόπουλου.

Η ιδέα να προηγηθεί της «Μήδειας» η 41η και τελευταία Συμφωνία του Μότσαρτ (η επονομασθείσα «του Διός») ήταν ευπρόσδεκτη, τόσο γιατί οι δύο συνθέτες έζησαν την ίδια εποχή (τον 17ο αιώνα του κλασικισμού) όσο και γιατί ο Μότσαρτ είχε ακούσει και επαινέσει το μελόδραμα του Μπέντα, το οποίο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης έργων του, όπως η ημιτελής «Τζαΐντε» ή ακόμη ο «Θάμος, Βασιλιάς της Αιγύπτου».

Ατυχώς, η προσφερθείσα ερμηνεία δεν ικανοποίησε, λόγω των πολύ γρήγορων, ελάχιστα ευέλικτων τέμπι (σπάνια συμβατών με τις αγωγικές ενδείξεις του συνθέτη), της μονοκόμματα «ριζοσπαστικής» ματιάς (που έδειχνε να αδιαφορεί για την εορταστική επισημότητα ενός έργου, που προοιωνίζεται τον ρομαντισμό) αλλά και της μάλλον μέτριας ορχηστρικής απόδοσης (ατελώς εστιασμένος, στεγνός ήχος των λιγοστών εγχόρδων, αρκετά ολισθήματα στα πνευστά)…