Συνέντευξη

Η Δήμητρα Γαλάνη θέλει να περάσει το 2020 με μια ποπ διάθεση

Από -

Τον έρωτα τραγουδάει η Δήμητρα Γαλάνη στο Μέγαρο Μουσικής ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου (14-15/2) και ο Γιώργος Χαρωνίτης βρήκε την αφορμή να μιλήσει μαζί της εφ’ όλης της ύλης. Από την πρώτη της συνάντηση με τον Γκάτσο, τις συνεργασίες της με τους μεγάλους δημιουργούς αλλά και τη χαρά να συναντιέται με τους νέους μέχρι το πάθος της για την Ιστορία και τη γνώση.

Πάντα βρίσκεις ωραίους κι ενδιαφέροντες τρόπους να ­θέτεις καινούργιους στόχους και να εμφανίζεσαι ανανεωμένη.
Πρέπει να ομολογήσω ότι τα τελευταία χρόνια ένας από τους βασικούς λόγους που θέλω ακόμη να κάνω πράγματα είναι αυτή η μπάντα που έχω, οι μουσικοί με τους οποίους συνεργάζομαι και με βοηθούν να υλοποιώ καινούργιες ιδέες. Επίσης η αγάπη του κόσμου είναι πολύ συγκινητικό πράγμα. Όπως και η αγάπη στο αντικείμενό σου είναι αυτή που σε τρέφει και αυτή που σε κάνει να συνεχίζεις. Όταν έχεις καλύψει τις ματαιοδοξίες και τις φιλοδοξίες σου, μένεις ελεύθερος να αναζητάς το καινούργιο.

Από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80 είχες ολοκληρώσει έναν πρώτο ερμηνευτικό κύκλο και από εκεί και μετά εμφανίζεται μια Δήμητρα Γαλάνη που βάζει άλλους στόχους, πιο δημιουργικούς, ακουμπώντας πολλές μουσικές, ακόμη και την τζαζ...
Πολύ με συγκινεί που το έχεις παρατηρήσει. Ήθελα να δοκιμάσω καινούργια πράγματα και μουσικές, να δω όταν κάτι το έχεις ως πληροφορία πόσο σε παίρνει να μπεις μέσα του. Όταν υπάρχει μια Έλα Φιτζέραλντ μπροστά σου, στέκεσαι σεμνά, την ακούς και μαθαίνεις. Γενικά στο χάρισμά σου πρέπει να φέρεσαι σεμνά. Και να προσπαθείς να γίνεσαι καλύτερος. Αυτή είναι η ουσία της τέχνης: να μας κάνει καλύτερους.

Ως τραγουδίστρια είχες πάντα μια μεγάλη ερμηνευτική γκάμα.
Εκτός από ό,τι δεν μου πήγαινε. Σε όλη μου την πορεία δεν έχω αγγίξει σμυρναίικο, διότι ποτέ δεν είχα αυτήν την κουλτούρα. Ξέρω ότι δεν μου πάει – είμαι άλτο τραγουδίστρια και αυτό πάει περισσότερο στις σοπράνο. Για το καθαρό λαϊκό, όταν μου έδινε τον μπούσουλα και μου άνοιγε το δρόμο ένας Τσιτσάνης, έλεγα «τώρα πατάω γερά»! Βασίστηκα πολύ στην καταξίωση που μου έδιναν οι δημιουργοί – το φάσμα αυτών των ανθρώπων που αφήνουν μεγάλα χνάρια στον πολιτισμό εμένα με σημάδεψε. Με έμαθε να μαθαίνω, τιθάσευσε την οποιαδήποτε διάθεσή μου να την ψωνίσω και γενικά μου έχει βγει σε καλό.

Έκανες αυτό που οφείλει να ­κάνει κάθε καλός ηθοποιός: να ακούει τον σκηνοθέτη του και να μαθαίνει από αυτόν.
Και να ακουμπάει το έργο σε τέτοιο βαθμό, που να συγκινεί τον δημιουργό σαν να το λέει ο ίδιος. Είναι πολύ σοβαρό αυτό. Έχω δει μπροστά μου σκηνές συγκλονιστικές, που δεν θα τις ξεχάσω όσο ζω, από πολύ μεγάλους δημιουργούς, που είχαν τόσο συγκινηθεί από τον τρόπο με τον οποίο ήθελα να αγγίξω την ψυχή τους. Είχα ένα κείμενο μπροστά μου που έπρεπε να το αποδώσω όπως είναι και είχα την ευτυχία και την ευλογία αυτά τα κείμενα να είναι σημαντικά. Όταν ξεκινάω την πορεία μου και ο πρώτος άνθρωπος που συναντάω είναι ο Νίκος Γκάτσος, τι άλλο μπορώ να πω;

«Βασίστηκα πολύ στην καταξίωση που μου έδιναν οι δημιουργοί – το φάσμα αυτών των ανθρώπων που αφήνουν μεγάλα χνάρια στον πολιτισμό εμένα με σημάδεψε. Με έμαθε να μαθαίνω, τιθάσευσε οποιαδήποτε διάθεσή μου να την ψωνίσω και γενικά μου έχει βγει σε καλό».

Πώς βλέπεις να έχει αποτυπωθεί όλη αυτή η πορεία σου μέσα στο χρόνο;
Στη δισκογραφία μου, που είναι εκτενής, ήθελα κάθε δίσκος να έχει λόγο ύπαρξης. Έπρεπε να έχει αρχή, μέση και τέλος κι εγώ να παίρνω τον ρόλο μου σε αυτόν. Και ως παραγωγός του εαυτού μου, και σε άλλες περιπτώσεις. Και στην τραγουδοποιία, αλλά και στο θέατρο, και στο σινεμά, μου άρεσε να γράφω για κάποιον ή για κάτι. Η μουσική είναι κάτι σαν ωκεανός και μπορεί να σε πνίξει αν δεν της δώσεις ένα frame, ένα πλαίσιο.
Ακόμη και στον αυτοσχεδιασμό υπάρχει όριο, αισθητικό και ηθικό. Γι’ αυτό και βλέπεις πως ο Μάιλς Ντέιβις, αυτός ο γίγαντας, στις μουσικές του ξέρει πού να βάζει τελεία. Μόνο με μία νότα του μπορούσε να πει τα πάντα, διότι μέσα σε αυτήν έβαζε όλη του τη ζωή, όλες τις εμπειρίες του. Για το σήμερα και για το αύριο όμως, σε αυτό το ταξίδι, όσο μπορείς και ανταλλάσσεις πράγματα, συνεχίζεις. Εγώ συνεχίζω με πολλή φειδώ, ­είναι η αλήθεια. Κάνω πια πολύ λίγα πράγματα, αλλά ουσιαστικά και αναγκαία.

Όπως οι συναυλίες που δίνεις στο Μέγαρο;
Αυτές είναι παραγγελία του Μεγάρου και με τους μουσικούς μου είπαμε να πάμε πιο ηλεκτρικά, καθώς έχω μια διάθεση ποπ. Είναι ευτυχία να συνεργάζομαι με τον Στάθη Δράκο και την Κατερίνα Πολέμη, που είναι θαυμάσια παιδιά και μουσικοί. Μοιράζομαι μαζί τους τη σκηνή και κάνουμε ένα ­διάλογο με τραγούδια – είτε αυτά είναι ελληνικά είτε βραζιλιάνικα, αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά κ.ά.
Η Μαργαρίτα Μητιληναίου πάντα βοηθάει σε πράγματα που κάνω και γενικά κλειστήκαμε ένα μήνα εδώ στο σπίτι και φτιάξαμε αυτό το πρόγραμμα, στο οποίο έχει μια σπέσιαλ συμμετοχή και η Παυλίνα Βουλγαράκη. Επειδή έχω περάσει από διάφορα projects, με το Chronos, τον Τσιτσάνη, τον Βαμβακάρη που κάναμε πέρυσι με τον Ξαρχάκο, τώρα μου βγαίνει μια πιο ελαφριά, πιο ποπ διάθεση. Με αυτήν τη διάθεση θέλω να περάσω και όλο το ’20, παίζοντας με τα παιδιά αυτό το πρόγραμμα.

Στο οποίο δίνεις τον τίτλο ­«Έρωτα εσύ…»
Βέβαια ερωτικό είναι το περιεχόμενο – τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Πέφτει και 14-15/2, που είναι οι συναυλίες στο Μέγαρο. Οτιδήποτε μπορεί να υπάρξει μέσα στον έρωτα, ακόμη και η πολιτική! Έχοντας ζήσει μια ζωή που έχω να θυμάμαι πολλά ωραία πράγματα, μπορώ να τα βάλω σε μια σειρά και να τα αντιστοιχίσω με ωραία τραγούδια, που έχουν κι ένα ευρύ ποπ βεληνεκές. Η παγκόσμια λαϊκή μουσική είναι ένας πραγματικός ωκεανός συναισθημάτων – και σε αυτόν βασίζεται το πρόγραμμα που θα παρουσιάσουμε.
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει και μια διάθεση ή στροφή προς το ρομαντισμό στις νέες γενιές. Μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό του ραπ, τραπ και βάλε, υπάρχει φέρ’ ειπείν η Μπίλι Έλις, που έρχεται με πράγματα πιο χαμηλόφωνα και πιο αισθησιακά – και σαρώνει τα Γκράμι! Δεν έχουν νταουνίλα ούτε είναι καταθλιπτικά, απλώς δεν θέλουν να φωνάξουν σε μια εποχή όπου όλα κραυγάζουν. Και η μελωδία είναι πάντα εκεί. Τα παιδιά αυτά λειτουργούν σαν αντισώματα – και αυτό με συγκινεί πάρα πολύ. Θέλω να παίζω με τα παιδιά, τον Στάθη και την Κατερίνα αλλά και την μπάντα, διότι παίζουμε ισότιμα. Αισθάνομαι σαν να έχουμε σπουδάσει τα ίδια πράγματα.

Πάντα κάτι μαθαίνεις, μαθαίνουμε από τους νέους...
Όταν έχεις ένα χάρισμα, μιαν ευλογία, να επικοινωνείς με τον κόσμο και δεν βάλεις στόχο να μαθαίνεις όλο και περισσότερα, τότε έχεις χάσει το τρένο. Κι έχεις χάσει και το χάρισμα! Αυτά που έχω ζήσει ως καλλιτέχνις εδώ και 50 χρόνια (ξεκίνησα πιτσιρίκα!) τα κοιτάζω ξανά μέσα από διαφορετικό πρίσμα και κάθε φορά με ευχαριστεί πολύ και με γοητεύει ξανά. Όσο μεγαλώνω λες και παθαίνω κάτι που μπορώ να το πω (και να γίνω λεξιπλάστρια!) γνωσιολαγνεία! Λαγνεία για τη γνώση και την πληροφορία – λες και ο εγκέφαλος δεν μπορεί να ξεδιψάσει. Όσο πιο πολύ παίρνω τόσο πιο πολύ θέλω. Με έχει πιάσει μια πρωτοφανής πνευματική βουλιμία.

Στον ελεύθερο χρόνο σου τι κάνεις συνήθως;
Διαβάζω πολλή Ιστορία, με τρέλα. Και όταν δεν έχω χρόνο, τον βρίσκω. Δύο ή τρεις ώρες την ημέρα οπωσδήποτε. Δεν κάθομαι πια στο πιάνο ή με την κιθάρα μου να σκαρώσω θεματάκια που ίσως γίνουν τραγούδια. Θέλω πια να έχω αφορμή όταν καθίσω να γράψω λόγια και μουσικές. Και μπορώ να έχω ένα στίχο μπροστά μου που τον δουλεύω για μήνες.

Ακούς τις καινούργιες δουλειές των συναδέλφων σου;
Βέβαια! Όσο προλαβαίνω βέβαια. Έχουμε πολλούς αξιόλογους καλλιτέχνες, ειδικά αν το δεις αναλογικά προς το μέγεθος της χώρας. Απλώς τα μέσα δεν νοιάζονται, ούτε όμως και οι καλλιτέχνες, ιδιαίτερα οι νέοι, ενδιαφέρονται που τους παρουσιάζουν με τον τρόπο που τους παρουσιάζουν (για την τηλεόραση μιλάω κυρίως), με όλα να γίνονται μια ταβέρνα!
Καταλαβαίνω την αναγκαιότητα να γίνεται ένα εικονικό γλέντι μία φορά την εβδομάδα, ιδίως για τους ανθρώπους που δεν μπορούν να γλεντήσουν πραγματικά πια, αλλά δεν είναι μόνο αυτό η μουσική. Γι’ αυτό και δεν πηγαίνω όταν με καλούν. Ούτε τον Αλκίνοο θα δεις, ούτε τον Αγγελάκα, ούτε την Πρωτοψάλτη, ούτε την Ελευθερία... Η μουσική –κι εννοώ η ελληνική– δεν είναι μόνο «έλα να πιούμε ένα κρασί και να πούμε κι ένα τραγούδι». Τιμή μας να δια­σκεδάζουμε τον κόσμο, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Δεν θα μπορούσα να κάνω το «Χάραμα» εφ’ όρου ζωής!

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό μουσικής