Ήμουν εκεί

Γιόνας Κάουφμαν: επίδειξη …status στο Ηρώδειο!

Από -

Ο Γιόνας Κάουφμαν στο Ηρώδειο (13/9) © Χάρης Ακριβιάδης
Ο Γιόνας Κάουφμαν στο Ηρώδειο (13/9) © Χάρης Ακριβιάδης

Το πρόσφατο ρεσιτάλ του Γιόνας Κάουφμαν στο κατάμεστο Ηρώδειο (13/9) αποτέλεσε ακόμη ένα σημαντικό μουσικό γεγονός του φετινού καλοκαιριού που έφερε τη σφραγίδα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Η μετάκληση του διάσημου Γερμανού τενόρου, αμέσως μετά από αυτήν της Άννας Νετρέμπκο τον περασμένο Ιούλιο, λέει πολλά για το ανερχόμενο κύρος του οργανισμού: αμφότεροι αποτελούν ίσως -ανεξαρτήτως «πραγματικής» αξίας, αντικειμενικών κριτηρίων ή υποκειμενικού γούστου!- τα de facto πιο «βαριά» αυτήν τη στιγμή ονόματα στο παγκόσμιο λυρικό στερέωμα.

Παρότι δεν επρόκειτο για την πρώτη εμφάνιση του Κάουφμαν στη χώρα μας (είχαν προηγηθεί τρεις στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών μεταξύ 2009 και 2014), παρότι ούτε η φωνή βρίσκεται πια στην απόλυτη ακμή της, ούτε ένα ανοιχτό αμφιθέατρο αποτελεί τον ιδανικό χώρο για να εκτιμηθούν οι ιδιαίτερες ποιότητές της, θα ήταν άδικο να υποτιμηθεί το τι βίωσε το αθηναϊκό κοινό, που γέμισε -υπερβολικά ασφυκτικά;- το ρωμαϊκό κοίλο.

banner

Διαπίστωσε κατ’αρχάς -ευτυχώς, χωρίς μικροφωνική ενίσχυση!- το τόσο ξεχωριστό τίμπρο του τραγουδιστή, το σκούρο φωνητικό ηχόχρωμα που μοιάζει με αυτό βαρύτονου στη μεσαία και χαμηλή περιοχή, αλλά διαθέτει δεδομένη άνεση στις ψηλές νότες.

Πιστοποίησε, επίσης, την άψογη τεχνική και τον απόλυτο έλεγχο της φωνής, με τις ιδιαίτερα εκλεπτυσμένες διακυμάνσεις δυναμικής τις οποίες αξιοποίησε σε έκφραση ιδιαίτερης ευαισθησίας: χαρακτηριστικός ήταν ο τρόπος που έσβηνε τις πιο ηχηρές νότες ή, αντίστροφα, δυνάμωνε τις πιο χαμηλόφωνες, χωρίς η φωνή να χάνει σε ποιότητα ή όγκο, ακόμα και στην ψηλή της περιοχή.

Θαύμασε, τέλος, έστω και χωρίς την αυξημένη δραματικά θερμοκρασία μιας οπερατικής παράστασης, το σκηνικό κύρος και την επικοινωνιακή αμεσότητα του τενόρου, που ήξερε να κερδίζει σταδιακά το κοινό, όπως απέδειξαν οι θερμές επευφημίες, ιδίως στο στάδιο των τεσσάρων ανκόρ.

Όλα αυτά δεν ήσαν διόλου αμελητέα, διότι κατάφεραν να κατισχύσουν ακόμη και των αδυναμιών του ρεσιτάλ, που έγιναν γρήγορα ορατές από τους πιο έμπειρους φιλόμουσους.

Στιγμιότυπο από τo οπερατικό ρεσιτάλ που έδωσε ο Γερμανός τενόρος Γιόνας Κάουφμαν στο Ηρώδειο (13/9), συνοδευόμενος από την Ορχήστρα της ΕΛΣ υπό τον Γιόχεν Ρήντερ  © Ανδρέας Σιμόπουλος
Στιγμιότυπο από τo οπερατικό ρεσιτάλ που έδωσε ο Γερμανός τενόρος Γιόνας Κάουφμαν στο Ηρώδειο (13/9), συνοδευόμενος από την Ορχήστρα της ΕΛΣ υπό τον Γιόχεν Ρήντερ © Ανδρέας Σιμόπουλος

Και πρώτα απ’όλα, του γεγονότος ότι ο Κάουφμαν ήταν ασθενής (με λοίμωξη του αναπνευστικού), όπως επιβεβαίωσε ο ίδιος λίγες μέρες αργότερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με αφορμή την ακύρωση της -αμέσως επόμενης- εμφάνισής του στο εναρκτήριο γκαλά της Κρατικής Όπερας της Βαυαρίας. Τούτο εξήγησε ευχερώς την υποτονική του απόδοση στο α’ μέρος του ρεσιτάλ, που στοίχισε ιδίως στην ερμηνεία των δύο κεντρικών αριών από τους σημαντικότερους ρόλους του, του Ρανταμές από την «Αΐντα» και του Δον Ζοζέ από την «Κάρμεν», όπου και πάλι, πάντως, έγινε αισθητή η ευγένεια ενσάρκωσης των χαρακτήρων και εκφοράς του αδόμενου λόγου.

Η συνέχεια υπήρξε σαφώς καλύτερη, καθώς η φωνή «άνοιξε» σταδιακά. Αποδεικνύοντας πόσο το μελαγχολικό ηχόχρωμα και η καθαρότητα άρθρωσής του δικαιώνουν τις απαιτήσεις του γαλλικού ρεπερτορίου, ο Κάουφμαν έλαμψε στην άρια του Ροντρίγκ από την Γ’ πράξη του σπάνια παιζόμενου «Σιντ» του Μασνέ, τη μακράν κορυφαία στιγμή της βραδιάς!

Πολύ ικανοποιητικά αποδόθηκαν και ο «αυτοσχεδιασμός» από τον «Αντρέα Σενιέ» του Τζορντάνο και η άρια του Καλάφ «Nessun dorma» από την «Τουραντότ» του Πουτσίνι, αντιπροσωπευτικά δείγματα του βερισμού που είχε τη μερίδα του λέοντος στο συγκεκριμένο ρεσιτάλ. Παρά το «λατινικό» σκηνικό παρουσιαστικό του Κάουφμαν, η ευγενής εσωστρέφεια του τραγουδιού του παραμένει δύσκολα ταιριαστή με ένα ρεπερτόριο, το οποίο κατ' εξοχήν χαρακτηρίζεται από την αίσθηση του ακατέργαστου συναισθήματος και της εκφραστικής τραχύτητας, που αποδίδει χωρίς περιστροφές η μουσική.

Η ερμηνευτική αμεσότητα, ο πιο γενναιόδωρος σχηματισμός των φράσεων και ένα φωτεινότερο μεσογειακό ηχόχρωμα έλειψαν και στις δύο άριες του Καβαραντόσσι από την «Τόσκα» του Πουτσίνι (με την «E lucevan le stelle» που δόθηκε ως πρώτο ανκόρ να ερμηνεύεται πολύ καλύτερα από την αρχική «Recondita armonia»), πολύ περισσότερο όμως στον αποχαιρετισμό του Τουρίντου από την «Καβαλλερία ρουστικάνα» του Μασκάνι και στα δύο εκτός προγράμματος ναπολιτάνικα τραγούδια (των Καρντίλλο και ντε Κούρτις), που ήχησαν άκρως επιτηδευμένα. Περιέργως πως, το ίδιο ίσχυσε και για το τελευταίο ανκόρ, τη δημοφιλή άρια «Δική σου είν’ όλη μου η καρδιά» από τη «Χώρα του μειδιάματος» του Λέχαρ, το μοναδικό γερμανικό κομμάτι ολόκληρου του ρεσιτάλ!

Χλωμές εντυπώσεις άφησε και η ρουτινιάρικη μουσική διεύθυνση του -πιστού συνεργάτη του τενόρου- αρχιμουσικού Γιόχεν Ρήντερ, που φρόντισε μόνο για μιαν εκ του ασφαλούς συνοδεία. Σε αυτήν οφείλεται και η μάλλον αδιάφορη απόδοση από την Ορχήστρα της ΕΛΣ των χιλιοπαιγμένων εμβόλιμων ορχηστρικών αναπαυλών από όπερες των Μπελίνι, Μπιζέ, Μασκάνι, Βέρντι και Πουτσίνι. Για τη σπανιότητά του κρατούμε μόνο το Πρελούδιο από την Δ’ Σκηνή του ορατορίου του Μασνέ «Η Παρθένος».

Στα αξιοσημείωτα, η επανάληψη a capella -από το κέντρο της σκηνής!- του καταληκτικού «Vincerò» από το «Nessun dorma», επειδή ο τραγουδιστής δεν μπορούσε να ακούσει λίγο νωρίτερα την ορχήστρα, που ήταν διακτινισμένη -εξαιτίας των υποχρεωτικών αποστάσεων λόγω κορωνοϊού- σε όλο το εύρος της σκηνής: το αποτέλεσμα είχε, προφανώς, μεγαλύτερο ηχητικό αντίκρισμα, ενθουσιάζοντας το κοινό.

Αν μη τι άλλο, το ότι ο Κάουφμαν κατάφερε, εν μέσω τόσων δυσκολιών, να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού του Ηρωδείου, κατέστησε το ρεσιτάλ μια …επίδειξη του μοναδικού λυρικού του status!