Ήμουν εκεί

Επιτυχής αναβίωση της μυθικής «Περουζέ» του Σακελλαρίδη – Άνιση αναμέτρηση δασκάλου (Καλομοίρης) με μαθητή (Δραγατάκης)

Από -

Το πρόσφατο ανέβασμα της δημοφιλέστατης κάποτε αλλά ξεχασμένης όπερας «Περουζέ» του Σακελλαρίδη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών αποτέλεσε ένα ακόμη τεκμήριο της πολύτιμης προσφοράς της ορχήστρας «Φιλαρμόνια» στην ανάδειξη της ιστορικής ελληνικής έντεχνης μουσικής.

  Η εμφάνιση της μυστηριώδους τσιγγάνας Περουζέ (Κασσάνδρα Δημοπούλου) αναστατώνει ένα ελληνικό ψαροχώρι των αρχών του αιώνα: στιγμιότυπο από το σκηνικό ανέβασμα της όπερας «Περουζέ» του Σακελλαρίδη στο Ηρώδειο (16/6) και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών
Η εμφάνιση της μυστηριώδους τσιγγάνας Περουζέ (Κασσάνδρα Δημοπούλου) αναστατώνει ένα ελληνικό ψαροχώρι των αρχών του αιώνα: στιγμιότυπο από το σκηνικό ανέβασμα της όπερας «Περουζέ» του Σακελλαρίδη στο Ηρώδειο (16/6) και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών

Προ διμήνου, το σύνολο που ίδρυσαν οι Νίκος Μαλιάρας και Βύρων Φιδετζής ολοκλήρωσε τις τακτικές συναυλιακές του εμφανίσεις για φέτος μ’ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα έργων Καλομοίρη και Δραγατάκη.

Ένας μύθος συνόδευε ανέκαθεν την «Περουζέ», μία από τις λίγες όπερες που έγραψε (1911) ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, πριν στραφεί αποκλειστικά και ευδόκιμα στην οπερέτα. Κάτι η απότομη εξαφάνιση του έργου -της λήθης διέφυγε μόνο η άρια «Νεράιδα του γιαλού»- από τα οπερατικά καρτελλόνι: για τελευταία φορά δόθηκε στην ΕΛΣ το 1950, μολονότι παιζόταν αδιάκοπα για σχεδόν 4 δεκαετίες με τεράστια επιτυχία! Κάτι η διάσωση της ιδιόγραφης παρτιτούρας από την υγρασία και την καταστροφή με φροντίδες του πρύτανη των μουσικοκριτικών Γιώργου Λεωτσάκου: σε αυτόν την εμπιστεύθηκε λίγο πριν από το θάνατό του ο αείμνηστος αρχιμουσικός της ΕΛΣ Τότης Καραλίβανος. Κάτι η πάροδος σχεδόν μιας 20ετίας από τότε που το έργο ακούσθηκε τελευταία φορά ζωντανά: ήταν το 2001, στη Θεσσαλονίκη σε συναυλιακό ανέβασμα υπό τον Βύρωνα Φιδετζή, ο οποίος είχε ολοκληρώσει την αποκατάσταση τμημάτων του κατά τα παραπάνω διασωθέντος πλην εξαιρετικά φθαρμένου χειρογράφου.

Το πρώτο σύγχρονο ανέβασμα έλαβε τελικά χώρα πριν από ένα μήνα (16/6) στο Ηρώδειο, αποτέλεσμα μιας επαινετέας σύμπραξης του Φεστιβάλ Αθηνών με την πολύτιμη για την ελληνική μουσική ορχήστρα «Φιλαρμόνια». Καθώς η παράσταση ενθουσίασε και συγκίνησε το κοινό, μια κριτική αποτίμηση του έργου καθίσταται περισσότερο από αναγκαία. Είναι τελικά η «Περουζέ» το χαμένο διαμάντι στην κορώνα του ελληνικού λυρικού ρεπερτορίου;

Η ακρόαση επιβεβαίωσε, αναμφίβολα, την ιδιαίτερη προσωπική γραφή του Σακελλαρίδη -ή κατ’άλλους την έλλειψη προσωπικής «ταυτότητας»!- με την αβίαστη και «χωνεμένη» αφομοίωση διαφορετικών ιδιωμάτων, όπως η βιεννέζικη οπερέτα, η γαλλική, η ιταλική και δευτερευόντως η γερμανική όπερα, με την προσθήκη ελληνικών θεμάτων και «πιασάρικων» μελωδιών (ψευδοτσιγγάνικων»/ουγγρικών, ισπανικών, βαλκανικών). Η μοναδικής διαφάνειας, ευγένειας και μελωδικότητας ενορχήστρωση κρατά αδιάλειπτα το ενδιαφέρον του ακροατή, πολλώ δε μάλλον που ο συνθέτης κατορθώνει να εκμαιεύσει από ένα μεσαίου μεγέθους ορχηστρικό σύνολο έναν πλούσιο, γεμάτο ήχο, ενώ αξιοποιεί θαυμάσια και εκτενώς τη χορωδία! Πάντως, για ένα έργο που τιτλοφορείται «δραματική όπερα» και του οποίου η θεματική αντλεί σαφώς έμπνευση από την «Κάρμεν» του Μπιζέ ή ακόμη (και) από όπερες του ιταλικού βερισμού, η μουσική ηχεί λίγο ελαφριά ή/και αταίριαστη/ξένη.

Είναι αλήθεια ότι τη συνθετική δουλειά επηρέασε αναπόδραστα το λιμπρέτο του Γεωργίου Τσοκόπουλου που έχει σαφείς δραματουργικές αδυναμίες και χάσματα. Πέραν της προφανούς παραπομπής (ανεξαρτήτως των διαφορών στους χαρακτήρες) της τριάδας Περουζέ-Θάνου-Ανθούλας στους Κάρμεν-Ντον Ζοζέ-Μικαέλλα, ρόλοι και σκηνές δεν έτυχαν της δέουσας επεξεργασίας, μένοντας συχνά σ’έναν πρώτο βαθμό: π.χ. πέραν μιας ανταλλαγής βλεμμάτων, απουσίασε το όποιο «χτίσιμο» (και ερωτικό ντουέτο!) της μοιραίας σχέσης Θάνου-Περουζέ, ο ψαράς Πέτρος «εξαφανίσθηκε» μετά από μίαν εντυπωσιακή πρώτη σκηνή με το «τραγούδι του πιοτού» κλπ. Επίσης, στις μέρες μας δύσκολα θα γινόταν σταθερά ανεκτή η τόσο έντονα προκατειλημμένη και συνδεδεμένη με κλισέ/ δεισιδαιμονίες αντιμετώπιση μιας ολόκληρης φυλής, όπως αυτής των τσιγγάνων…

  Η αρχική σκηνή της όπερας «Περουζέ» του Σακελλαρίδη που παρουσιάσθηκε σε σκηνοθεσία Θοδωρή Αμπαζή στο Ηρώδειο (16/6) στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών: ο αγαθός ψαράς Πέτρος (Τάσης Χριστογιαννόπουλος) και άλλοι χωρικοί υμνούν το κρασί!
Η αρχική σκηνή της όπερας «Περουζέ» του Σακελλαρίδη που παρουσιάσθηκε σε σκηνοθεσία Θοδωρή Αμπαζή στο Ηρώδειο (16/6) στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών: ο αγαθός ψαράς Πέτρος (Τάσης Χριστογιαννόπουλος) και άλλοι χωρικοί υμνούν το κρασί!

Ευτυχώς, η ακριβής σκηνοθεσία του (γνωστού συνθέτη) Θοδωρή Αμπαζή απέφυγε -εκθέτοντάς τους, πάντως!- πολλούς από τους παραπάνω σκοπέλους… Με καλαισθησία, γούστο, οικονομία και έξυπνα/ευφάνταστα ευρήματα οριοθέτησε τη δράση στη στενόμακρη σκηνή του ρωμαϊκού κοίλου, καθοδηγώντας με θεατρικότητα μονωδούς και χορωδούς (κίνηση: Αποστολία Παπαδαμάκη). Μόνη ένσταση η δια των κοστουμιών (Ελένη Μανωλοπούλου) μεταφορά της δράσης από τις αρχές του αιώνα στο Μεσοπόλεμο...

Το μουσικό μέρος χάρισε μεγάλες απολαύσεις, ιδίως σε επίπεδο διεύθυνσης. Ο Φιδετζής όχι μόνο συνόδευσε εξαίσια τους τραγουδιστές (βοηθούμενος από την εκλεπτυσμένη λιτότητα των συνοδευτικών μερών), αλλά φώτισε το πληθωρικά μελωδικό μουσικό υλικό, εκμαιεύοντας από τη ορχήστρα παίξιμο σπάνιας διαύγειας και αφηγηματικής ρευστότητας.

Εξίσου θετικές εντυπώσεις άφησε και το σύνολο της διανομής, που προετοίμασε ιδανικά ο ανεκτίμητος Δημήτρης Γιάκας. Ο Σακελλαρίδης σεβόταν και ήξερε να αναδεικνύει την ανθρώπινη φωνή, χωρίς όμως η γραφή του (άριες, στροφικά τραγούδια, ντουέτα, τρίο, χορωδιακά) να μπορεί να θεωρηθεί «εύκολη». Παρότι ένα πιο θερμό τίμπρο θα ήταν επιθυμητό για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, η μεσόφωνος Κασσάνδρα Δημοπούλου ενσάρκωσε μιαν αισθησιακή, μυστηριώδη Περουζέ. Η φωνητική γενναιοδωρία και η σκηνική φειδώ του τενόρου Φίλιππου Μοδινού ταίριαξε γάντι στον ρόλο του Θάνου, όπως ταίριαξε σε αυτόν της (μνηστής του) Ανθούλας η μετρημένη, λυρική παρουσία της υψιφώνου Άννας Στυλιανάκη. Αρκούντως σκοτεινός ως Βασιλιάς των τσιγγάνων υπήρξε ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς, ενώ έλαμψε -ως συνήθως- ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος στο καρατερίστικο ρόλο του ψαρά Πέτρου.

Ποιότητα άρθρωσης, καλός συντονισμός και σκηνικό δόσιμο χαρακτήρισαν την παρουσία της Χορωδίας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Μικτής Χορωδίας Θεσσαλονίκης, που προετοίμασαν οι Νίκος Μαλιάρας και Μαίρη Κωνσταντινίδου αντίστοιχα. Εν τέλει, μολονότι δύσκολα θα μπορούσε να γίνει λόγος για ένα ξεχασμένο λυρικό αριστούργημα, η «Περουζέ» αποτελεί σίγουρα μία σκοτεινά γοητευτική ψηφίδα του αενάως και σταδιακά ανακαλυπτόμενου εγχώριου οπερατικού μωσαϊκού! Η ιστορική δημοφιλία της στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα είναι δε (ή οφείλει να εκτιμηθεί ως) εξόχως αποκαλυπτική τόσο για τις τάσεις και κατευθύνσεις της ελληνικής μουσικής ζωής της εποχής όσο και για την παιδεία και τα μουσικά/αισθητικά γούστα ενός κοινού στις παρυφές της Ευρώπης. Κατά τούτο, στην πρόσφατη αυτή αναβίωση και τους συντελεστές της πρέπουν όλα τα εύσημα...

  H βιολίστρια Στέλλα Τσάνη ερμηνεύει το «Κοντσερτάκι για βιολί και ορχήστρα» του Καλομοίρη, συνοδευόμενη από την «Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών» υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού («Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης», 21/5)
H βιολίστρια Στέλλα Τσάνη ερμηνεύει το «Κοντσερτάκι για βιολί και ορχήστρα» του Καλομοίρη, συνοδευόμενη από την «Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών» υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού («Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης», 21/5)

Στις 21/5, η «Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών» έδωσε στο «Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης» την τελευταία φετινή τακτική της συναυλία με τίτλο «Δάσκαλος και μαθητής», υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού. Το πρόγραμμα της ενταγμένης στον Κύκλο των «Ελληνικών Μουσικών Γιορτών» (που διοργάνωσε για 14η χρονιά ο διευθυντής της Βύρων Φιδετζής) εκδήλωσης περιελάμβανε/αντιπαρέβαλε έργα του -δασκάλου- Μανόλη Καλομοίρη (1883-1962) και του -μαθητή του- Δημήτρη Δραγατάκη (1914-2001).

Το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς κάλυψαν συνθέσεις που ο ιδρυτής της Ελληνικής Εθνικής Σχολής έγραψε κατά το μεσοπόλεμο. Αρχικά ακούσθηκε η ορχηστρική μεταγραφή από το γνωστό Γάλλο συνθέτη Πιερνέ της «Ραψωδίας για πιάνο αρ. 1» του Καλομοίρη. Οι γοργές ταχύτητες που επέβαλε ο αρχιμουσικός (και φάνηκε να δυσκολεύουν την ορχήστρα) άμβλυναν την προβολή της ατμοσφαιρικότητας και του πηγαίου λυρισμού της ιμπρεσιονιστικής ενορχήστρωσης. Αρτιότερη ήταν η ερμηνεία του συμφωνικού ποιήματος «Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι» για απαγγελία και ορχήστρα. Αφενός αναδείχθηκε επαρκώς η υποβλητική ομορφιά και οι περιγραφικές αρετές της εθνικοσχολικής δημιουργίας, αφετέρου αποδόθηκε με φροντισμένη εκφορά λόγου και νηφαλιότητα -έστω με μικροφωνική ενίσχυση- από την ηθοποιό Αντιγόνη Φρυδά η δραματικότατη ποίηση του Σικελιανού.

Εμβόλιμα, η ακάματη Στέλλα Τσάνη αναμετρήθηκε με το σχετικά σύντομο πλην στριφνό «Κοντσερτάκι για βιολί και ορχήστρα». Παρά το κάπως διστακτικό ξεκίνημα, η σολίστ βρήκε γρήγορα το βηματισμό της, ξεδιπλώνοντας με στέρεη τεχνική και υψηλή συγκέντρωση τους ατέρμονες, πυκνούς μονολόγους του βιολιού. Ατυχώς, η ορχηστρική συνοδεία ήχησε γενικόλογη, χωρίς γλαφυρή και κυρίως διάφανη προβολή της έντονης χρωματικότητας και ετεροφωνίας (μέσα στην οποία διαπλέκονται μελωδικά μοτίβα και ρυθμικά στοιχεία) του τριμερούς έργου. Τα γρήγορα, νευρώδη τέμπι του Καρυτινού σε συνδυασμό με τις ατέλειες άρθρωσης και τη θολή φραστική δεν επέτρεψαν την αντιμετώπιση των μαιάνδρων της απαιτητικής καλομοιρικής γραφής, που απαιτούν εντελέστερη και αρκετά στοχευμένη προετοιμασία…

Περισσότερο ενδιαφέρον είχε η ακρόαση μετά από καιρό της 1ης Συμφωνίας του Δραγατάκη, έργου εμπνευσμένου από και αφιερωμένου στη νεολαία της εθνικής αντίστασης. Η σαφής, χωρίς πλατειασμούς γραφή του Ηπειρώτη συνθέτη που συνδυάζει έκδηλες επιρροές από τον Σοστακόβιτς με ελληνικά θέματα και η καλή αντιστικτική επεξεργασία συνοδεύονται εν προκειμένω με μια σπάνια ειλικρίνεια εκφραστικών μέσων. Η εκτέλεση ικανοποίησε με τον παλμό της και την πλαστικότητα ανάδειξης αντιθέσεων δυναμικής και ηχοχρωμάτων, μολονότι η συναισθηματική φόρτιση και η μελαγχολία της παρτιτούρας (ιδίως στο συγκλονιστικό adagio) έμειναν λίγο σε δεύτερο πλάνο…

Πάντως, αν κάτι φώτισε πρωτίστως η διαδοχική ακρόαση των συγκεκριμένων συνθέσεων δασκάλου και μαθητή ήταν η έντονη αντίθεση μεταξύ της πηχτής, «κορεσμένης», ενίοτε φλύαρης ενορχήστρωσης του Καλομοίρη σε σχέση με αυτήν λιτότερη, ταπεινότερη πλην αμεσότερη του αυτοδίδακτου Δραγατάκη…

Credits φωτογραφιών: Θωμάς Δασκαλάκης («Περουζέ») / Σπύρος Κατωπόδης (συναυλία Φιλαρμόνια)

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • Δημος πριν από 6 μήνες

    Συμφωνώ.Τραγική επιλογή η αταλάντη Κασσάνδρα Δημοπουλου για τον πρωταγωνιστικό ρόλο.