Ήμουν εκεί

Έντονο γυναικείο άρωμα σε επιτυχημένη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών

Από -

Η πιανίστα Θεοδοσία Ντόκου ερμηνεύει το 3ο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν, συνοδευόμενη από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό την αρχιμουσικό Φαίδρα Γιαννέλου («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 23/10) © Μαρία Γραμματικού
Η πιανίστα Θεοδοσία Ντόκου ερμηνεύει το 3ο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν, συνοδευόμενη από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό την αρχιμουσικό Φαίδρα Γιαννέλου («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 23/10) © Μαρία Γραμματικού

Άρωμα γυναίκας είχε η πρώτη εμφάνιση στο Μέγαρο, ενώπιον περιορισμένου ακροατηρίου, της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, η οποία έμελλε να είναι και η ... -μέχρι στιγμής, τουλάχιστον- τελευταία λόγω του πρόσφατου lockdown.

banner

Στις 23/10, αρκετοί φιλόμουσοι έσπευσαν στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» για να παρακολουθήσουν -με μάσκες και χωρίς ανάπαυλα- την πρώτη συναυλία του νέου κύκλου «Επαναστάσεις και εξεγέρσεις» της ΚΟΑ. Η ιδιαιτερότητά της έγκειτο στη σπάνια συνύπαρξη, ως αρχιμουσικού και σολίστ, δύο ταλαντούχων νέων γυναικών.

Αν η πιανίστα Θεοδοσία Ντόκου είναι γνωστή από αρκετές αθηναϊκές εμφανίσεις της (ενίοτε και στο πλάι της θρυλικής -και μέντορός της- Μάρτας Άργκεριχ), η αρχιμουσικός Φαίδρα Γιαννέλου είναι κάπως λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό. Αντικαθιστώντας τον αρχικά προγραμματισμένο Ιταλό μαέστρο Πιερ Κάρλο Ορίτζιο, εξέπληξε ευχάριστα με τις εντυπωσιακές επιδόσεις της σ’ένα στυλιστικά απαιτητικό πρόγραμμα, το οποίο αποκωδικοποιήθηκε άριστα στη μεστή εισαγωγική παρουσίασή του από τον συνθέτη Χαράλαμπο Γωγιό.

banner

Η βραδιά άνοιξε με την Εισαγωγή που έγραψε για την όπερα «Η Πολιορκία της Κορίνθου» ο Ροσσίνι, σπουδαίος δημιουργός, του οποίου το πλούσιο έργο παραμένει σχετικά παραμελημένο στη χώρα μας. Εκμαιεύοντας από το σε αραιή διάταξη ορχηστρικό κλιμάκιο ευπρόσδεκτη ηχητική διαφάνεια, ρυθμική ακρίβεια και σταθερό εμβατηριακό βηματισμό, η καλά προετοιμασμένη ανάγνωση κύλησε αβίαστα.

Ακόμη θετικότερες εντυπώσεις άφησε η απόδοση του κύριου έργου, της σχετικά σπάνια παιζόμενης 4ης Συμφωνίας του Μέντελσον. Προετοιμασμένη εξίσου άρτια και σε επαρκές βάθος λεπτομέρειας, αξιοποίησε σβέλτα τέμπι, πλαστικότητα μελωδικής φραστικής, σφιχτό ορχηστρικό παίξιμο, με αρκετά εστιασμένο ήχο των εγχόρδων και θαυμάσιες σολιστικές συνεισφορές ξύλινων (ιδίως αυτές των Γιάννη Οικονόμου στο όμποε και Κώστα Τζέκου στο κλαρινέτο) και χάλκινων πνευστών (κόρνα). Οι ποιότητες αυτές οριοθέτησαν μιαν αέρινη, δροσερή ερμηνεία της περίφημης «Ιταλικής» Συμφωνίας, συνδυάζοντας σφρίγος στα γρήγορα ακραία μέρη (και με καλό έλεγχο στο χορευτικό «σαλταρέλλο» του φινάλε), μέτρο αλλά και ποιητικές στιγμές στο andante con moto, μοτσάρτια κομψότητα στο μενουέτο. Ένα διόλου αμελητέο επίτευγμα από μία ικανή αρχιμουσικό, με λιτές πλην σαφείς χειρονομίες αλλά και κάπως σφιγμένη ακόμη παρουσία στο πόντιουμ…

Η νεαρή αρχιμουσικός Φαίδρα Γιαννέλου, μεγάλη πρωταγωνίστρια στη συναυλία που έδωσε η ΚΟΑ στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής (23/10) © Μαρία Γραμματικού
Η νεαρή αρχιμουσικός Φαίδρα Γιαννέλου, μεγάλη πρωταγωνίστρια στη συναυλία που έδωσε η ΚΟΑ στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής (23/10) © Μαρία Γραμματικού

Αντιθέτως, δεν ξέφυγε της συνήθους ρουτίνας η συνοδεία της ΚΟΑ στο 3ο Κοντσέρτο για πιάνο, που παίχθηκε εμβόλιμα, κάτι για το οποίο προϊδέασε η εξαιρετικά διστακτική απόδοση της εκτενούς ορχηστρικής εισαγωγής στο εναρκτήριο μέρος. Από κει και πέρα, ήταν προφανές ότι «τον χορό έσυρε» η Ντόκου. Η Ροδίτισσα σολίστ διαθέτει αποδεδειγμένα πλούσιο ήχο, μεγάλες δακτυλικές ευχέρειες και έντονη προσωπικότητα, αρετές οι οποίες, όμως, εν προκειμένω μάλλον ανέτρεψαν τις ισορροπίες της εκτέλεσης.

Πέραν της διάρρηξης του μουσικού ειρμού, ελλείψει συνοδοιπορίας με την ορχήστρα, η άκρως εξωστρεφής προσέγγιση του κοντσέρτου και οι συνέπειες αυτής στον τρόπο σχηματισμού των φράσεων απομείωναν την εκφραστικότητα και το συναισθηματικό αντίκτυπο της μπετοβενικής γραφής (αμβλύνοντας την εξίσου σημαίνουσα λυρική/στοχαστική του διάσταση).

Στο αρχικό allegro con brio, νότες και συγχορδίες ανακρούονταν με μεγάλη ένταση, στα όρια υπερβολικής τραχύτητας (π.χ. στην καντέντσα), ενώ η αυτοπεποίθηση του παιξίματος στοίχισε τόσο στο ενδιάμεσο largo όσο και στο καταληκτικό rondo-allegro που ήχησαν αντίστοιχα επιτηδευμένο και μονοδιάστατο, χωρίς αποχρώσεις. Μολονότι δεν τίθεται εν αμφιβόλω η δεξιοτεχνική άνεση της Ντόκου, η ερμηνευτική της πρόταση στο συγκεκριμένο έργο ίσως χρήζει επανεκτίμησης…