Ήμουν εκεί

Εμπνευσμένος Τρίφονωφ και αξιόπιστη φεστιβαλική εμφάνιση της ΚΟΑ στο Ηρώδειο

Από -

Ο Ρώσος πιανίστας Ντανιίλ Τρίφονωφ ερμηνεύει το 2ο Κοντσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινωφ, συνοδευόμενος από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Λουκά Καρυτινό (Φεστιβάλ Αθηνών – Ηρώδειο, 24/6)                 © Θωμάς Δασκαλάκης
Ο Ρώσος πιανίστας Ντανιίλ Τρίφονωφ ερμηνεύει το 2ο Κοντσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινωφ, συνοδευόμενος από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Λουκά Καρυτινό (Φεστιβάλ Αθηνών – Ηρώδειο, 24/6) © Θωμάς Δασκαλάκης

Για πολλούς λόγους τράβηξε το ενδιαφέρον η φετινή -μοναδική- συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στο Ηρώδειο (24/6) στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Καθ’όλη τη διάρκεια αυτής της δύσκολης σαιζόν, που συνέπεσε με την ανάληψη των ηνίων της από τον Λουκά Καρυτινό, το σύνολο επέδειξε συνεπή συναυλιακή δραστηριότητα στο Μέγαρο, η οποία μεταδόθηκε διαδικτυακά.

Αν όμως τούτη η πρώτη ζωντανή εμφάνιση υπό το νέο καλλιτεχνικό διευθυντή κινητοποίησε χιλιάδες φιλόμουσους, αυτό οφειλόταν στη σύμπραξη του Ντανιίλ Τρίφονωφ, ενός από τους λίγους εκπροσώπους της νέας γενιάς που μπορούν να θεωρηθούν άξιοι επίγονοι των μεγάλων «αστέρων» της χρυσής εποχής του πιάνου.

Στην πρώτη του εμφάνιση στην Ελλάδα, ο τόσο ταλαντούχος πιανίστας αναμετρήθηκε με το 2ο Κοντσέρτο του Ραχμάνινωφ, οι πασίγνωστες μελωδίες του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί, καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, είτε σε κινηματογραφικές ταινίες είτε σε δημοφιλή τραγούδια. Φημισμένος για τη δεξιοτεχνία και την ευελιξία του παιξίματός του, ο 30χρονος Ρώσος σολίστ ανταποκρίθηκε με άνεση στις προκλήσεις του έργου.

banner

Αφενός ο μεγάλος ήχος του επιβλήθηκε χωρίς πρόβλημα τόσο επί της άχαρης ακουστικής του ρωμαϊκού κοίλου όσο και επί της θορυβώδους και μάλλον εκ του ασφαλούς ορχηστρικής συνοδείας. Αφετέρου η επιλογή του να περιορίζει στο αναγκαίο τις μεγαλόπρεπες χειρονομίες -αξιοποιώντας περίτεχνες διακυμάνσεις δυναμικής- επέτρεψε να αναδειχθεί στο έπακρο η μοναδική εκφραστικότητα της απερίφραστα ρομαντικής παρτιτούρας. Υπήρξαν στιγμές που η εσωτερικότητα και η υψηλή συγκέντρωση της ανάγνωσης του Τρίφονωφ (με την μάλλον ανορθόδοξη σωματική στάση μπροστά στο κλαβιέ) πάγωναν το χρόνο, φωτίζοντας αβίαστα το ειλικρινές συναίσθημα της γραφής.

O αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο πλαίσιο της φετινής εμφάνισής της στο Φεστιβάλ Αθηνών (Ηρώδειο, 24/6)     © Θωμάς Δασκαλάκης
O αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο πλαίσιο της φετινής εμφάνισής της στο Φεστιβάλ Αθηνών (Ηρώδειο, 24/6) © Θωμάς Δασκαλάκης

Στο ίδιο μήκος κύματος, επέλεξε να …αποφορτίσει την ενθουσιώδη υποδοχή του κοινού με μία σπάνιας φινέτσας και κομψότητας ερμηνεία των «Αντανακλάσεων στο νερό», του πρώτου κομματιού από το 1ο Βιβλίο των ιμπρεσιονιστικών «Εικόνων» του Ντεμπυσσύ.

Η ΚΟΑ φάνηκε επαρκέστερα προετοιμασμένη στα άλλα δύο έργα του προγράμματος. Τη βραδιά άνοιξε το «Ισοκράτημα ενός παιδιού» του -παρόντος στο Ηρώδειο- Γιώργου Κουμεντάκη, τρίτο στον κύκλο των «Ισοκρατημάτων», μιας ομάδας έργων που ερευνούν το βυζαντινό ισοκράτημα, δηλ. τη μουσική συνοδεία της κύριας μελωδίας με το επίμονο «κράτημα» μίας και μόνο νότας. Απότοκο της συνομιλίας και εναλλαγής μουσικών ιδιωμάτων από τον Πόντο έως την Κρήτη, η 20λεπτη σύνθεση έχει έντονο ελληνικό χρώμα και περισσότερο μεταφυσική παρά συναισθηματική διάθεση. Μολονότι ο ανοιχτός χώρος δεν ήταν ο πλέον ενδεδειγμένος για να δικαιωθεί το τεχνικά απαιτητικό μουσικό συντακτικό, που προϋποθέτει εστιασμένο παίξιμο των εγχόρδων και στοχευμένες ακριβείς παρεμβάσεις των πνευστών, ιδίως των χάλκινων, η σε γενικές γραμμές φροντισμένη εκτέλεση κατάφερε να διαπλάσει τις δέουσες ατμόσφαιρες.

Πολύ πιο επιτυχημένη ήχησε η εκτέλεση της 9ης Συμφωνίας του Σοστακόβιτς, με την οποία έκλεισε η συναυλία. Η επιστροφή του συγκεκριμένου συνθέτη στο ρεπερτόριο της ΚΟΑ ήταν εξαιρετικά ευπρόσδεκτη, όσο και αν η επιλογή του συγκεκριμένου έργου εκπορευόταν πιθανότατα από το μεσαίο ορχηστρικό κλιμάκιο που απαιτεί. Η νευρώδης, ρυθμικά σφριγηλή διεύθυνση του Καρυτινού διασφάλισε με ευκρίνεια τον παιγνιώδη και ανάλαφρη χαρακτήρα ενός έργου που γράφτηκε με την ευκαιρία της λήξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σαν ύμνος χαράς και αισιοδοξίας για ένα ειρηνικό μέλλον. Με πλαστικότητα δόθηκαν τόσο οι παράγραφοι αυθεντικού λυρισμού, όσο και τα διάσπαρτα ορμητικά εμβατήρια, που εμφορούνταν από το ιδιαίτερο, «σουρεαλιστικό» και σαρδόνιο χιούμορ του Σοβιετικού μουσουργού. Καθοδηγημένα με ασφάλεια από το αιχμηρό, πλην γεμάτο αυτοπεποίθηση παίξιμο του νέου εξάρχοντα του συνόλου Φαίδωνα Μηλιάδη, τα έγχορδα επέδειξαν σβέλτα αντανακλαστικά, ενώ τα ικανότατα ξύλινα (το έξοχο φαγκότο του Λιοδάκη, τα φλάουτα των Πιλαφτσή και Γιάρκε, τα κλαρινέτα των Κώστα Τζέκου και Καραλή κλπ) χρωμάτισαν ανάγλυφα την ποικιλία διαθέσεων.