Είδαμε την «Εύθυμη Χήρα» στη νέα της εκδοχή

Από -

Η πρόσφατη αναβίωση της περσινής παραγωγής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η οποία είχε αφήσει ανάμεικτες εντυπώσεις, ευτύχησε φέτος τόσο από πλευράς διανομής όσο και –κυρίως– μουσικής διεύθυνσης

Παρά την αναμφίβολη γοητεία της, η οπερέτα δεν είναι καθόλου εύκολο είδος. Ο συνδυασμός ανάλαφρης πρόζας με έντονο μελωδικό πλούτο δύσκολα δικαιώνεται, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για αριστουργήματα του είδους, όπως η «Εύθυμη Χήρα» του Φραντς Λέχαρ. Και στην παραγωγή της Λυρικής ίσως το πλέον παρήγορο όλων ήταν ότι τελικά διασώθηκαν η ευπρέπεια και το υποδόριο χιούμορ της παλιάς απόδοσης του έργου στην ελληνική γλώσσα. Εγχείρημα δύσκολο, όταν στις μέρες μας ο κόσμος δεν γελάει εύκολα, παρ’ εκτός με φτηνά επιθεωρησιακά αστεία... Κατά τα λοιπά, η συμβατική –πλην του ευφυούς ευρήματος με το παγώνι– σκηνοθεσία του Δημήτρη Λιγνάδη κέρδισε πολλά από τη σωστή κίνηση μονωδών και χορωδών και τα θαυμάσια πολύχρωμα κοστούμια εποχής της Εύας Νάθενα.

Στην πρεμιέρα (10/5) κυριάρχησαν οι τρεις εξαιρετικοί πρωταγωνιστικοί ρόλοι: η Χάνα της ομογενούς υψίφωνου Έλενας Κελεσίδη, η οποία, παρά τις απώλειες σε όγκο και μεσαία περιοχή της φωνής, έλαμπε σκηνικά και νοηματοδοτούσε έξοχα κάθε φράση του κειμένου. ο δυναμικός, καλοτραγουδισμένος Ντανίλο του βαρύτονου Διονύση Σούρμπη και ο θεατρικότατος, αεικίνητος Ζέτα του μπάσου Τάσου Αποστόλου, ο οποίος θα έκλεβε την παράσταση αν κάποιος είχε προνοήσει να τον μακιγιάρει ανάλογα με την ηλικία του ρόλου. Από το δεύτερο πρωταγωνιστικό ζευγάρι, τώρα, ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος υπήρξε ένας μουσικο-δραματικά άρτιος Καμίγ, ενώ η Βαλανσιέν της υψιφώνου Βασιλικής Καραγιάννη υπολειπόταν καταφανώς στο τραγούδι (με εξαίρεση τις υψηλές νότες) και στην κίνηση.
Από τις υπόλοιπες βινιέτες ξεχώρισε η Πρασκόβια της μεσοφώνου Ελένης Δάβου, ενώ μάλλον άτονος ήταν ο Νιέγκους του Παναγιώτη Αθανασόπουλου. Κεφάτη υπήρξε η παρουσία της χορωδίας και του μπαλέτου παρά τα κάποια σημειακά προβλήματα αποσυντονισμού.
Τα μεγαλύτερα εύσημα επιτυχίας δικαιούται αναμφίβολα ο αρχιμουσικός Γιώργος Βράνος, ο οποίος τίμησε όχι μόνο το πνεύμα της παρτιτούρας με την κομψή, ανάλαφρη, χορευτική διεύθυνσή του αλλά και το... γράμμα της, εξασφαλίζοντας πρωτοφανή ρευστότητα αφήγησης, με περίτεχνα μαλακό φραζάρισμα, σοφές εναλλαγές τέμπο και ταχυτήτων. Ο μαλακός, διάφανος ήχος που απέσπασε από μια έξοχη Ορχήστρα της ΕΛΣ και οι ποιητικές παρεμβάσεις των πνευστών συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάγλυφη απόδοση της νοσταλγίας και του λυρισμού της μουσικής. Μετά τις εξαιρετικές επιδόσεις του σε Σαμάρα και Καλομοίρη, κάθε εμφάνιση του Βράνου στο –κατάμεστο– Ολύμπια συνιστά πλέον γεγονός. Ιδού ένας μαέστρος ιδανικός για Γ. Στράους, Όφενμπαχ και όχι μόνο!
 

ΘΕΑΤΡΟ ΟΛΥΜΠΙΑ Προγραμματισμένες παραστάσεις: 23-25/5.