Ήμουν εκεί

Διαφορετικές, σκοτεινές προσεγγίσεις «Χειμωνιάτικου ταξιδιού» και «Πυγμαλίωνα»

Από -

Ένα χρόνο πριν, ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης και η ομάδα μουσικού θεάτρου «Ραφή» εμπλούτιζαν τα αθηναϊκά λυρικά πράγματα με μίαν ευφάνταστη παραγωγή της «Σταχτοπούτας» της Βιαρντό. Τον Μάη του 2016 οι ταλαντούχοι καλλιτέχνες θα ξαναενώσουν δυνάμεις στην απαιτητική «Αλτσίνα» του Χαίντελ. Εν τω μεταξύ, προσέφεραν πρόσφατα, σε διάστημα λίγων εβδομάδων, χωριστά, τις νέες τους δουλειές. Μόνα κοινά σημεία η παρουσία του πιανίστα Μιχάλη Παπαπέτρου και ο διαφορετικός, «σκοτεινός» τρόπος προσεγγίσεων των έργων.

Από την -βασισμένη στον κύκλο τραγουδιών «Winterreise» του Σούμπερτ- παράσταση «Ταξίδι το χειμώνα» που δόθηκε στο «Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν» (10/11): υπό την πιανιστική συνοδεία του Μιχάλη Παπαπέτρου (άκρο αριστερά) διακρίνονται επί σκηνής ο τενόρος Χρήστος Κεχρής (αριστερά) και ο ηθοποιός Θανάσης Δόβρης (δεξιά)
Από την -βασισμένη στον κύκλο τραγουδιών «Winterreise» του Σούμπερτ- παράσταση «Ταξίδι το χειμώνα» που δόθηκε στο «Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν» (10/11): υπό την πιανιστική συνοδεία του Μιχάλη Παπαπέτρου (άκρο αριστερά) διακρίνονται επί σκηνής ο τενόρος Χρήστος Κεχρής (αριστερά) και ο ηθοποιός Θανάσης Δόβρης (δεξιά)

Στις 10/11, έκανε πρεμιέρα, στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν στην Πλάκα, παράσταση του Γλυνάτση με τίτλο «Ταξίδι το χειμώνα». Επρόκειτο για ένα μουσικοθεατρικό ανέβασμα του γνωστού κύκλου τραγουδιών του Σούμπερτ «Χειμωνιάτικο ταξίδι», που ερμήνευσε ο τενόρος Χρήστος Κεχρής υπό την πιανιστική συνοδεία του Παπαπέτρου και με την επί σκηνής σύμπραξη του ηθοποιού Θανάση Δόβρη.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Γλυνάτσης, ένας πραγματικά σκεπτόμενος σκηνοθέτης, καταπιάνεται με το ρομαντισμό. Πριν από μερικούς μήνες μάλιστα αποτόλμησε στο σανίδι της Ωνασείου Στέγης θεατρική μεταφορά ενός δυσκολότατου …μυθιστορήματος, των «Υπνοβατών» του Μπροχ. Το αριστούργημα του Σούμπερτ σε ποίηση Βίλχελμ Μύλλερ αποτελούσε ίσως -συγκριτικά- ευκολότερο εγχείρημα, στο βαθμό που, έχοντας ως πυρήνα του την περιπλάνηση ενός νέου που βιώνει μια έντονη ερωτική απογοήτευση και περιγράφει εντυπώσεις από χειμωνιάτικα τοπία που αντικατοπτρίζουν την ψυχική του κατάσταση, αποτελεί έναν εν δυνάμει θεατρικό μονόλογο.

Ο σκηνοθέτης εστίασε στο αδιέξοδο του ταξιδιού, που από τη μελαγχολία και τη μοναξιά μπορεί να οδηγήσει ως το θάνατο. Στη γυμνή σκηνή και μέσα σε σχεδόν απόλυτο σκοτάδι (φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου), τον εσωτερικό κόσμο του νεαρού οδοιπόρου εξέφρασαν με τη φωνή ο τραγουδιστής και με το σώμα ο ηθοποιός, ενώ βιντεοπροβολές (Παντελής Μάκκας) ενός ακόμη άνδρα και χειμωνιάτικων τοπίων σε μια γιγαντιαία οθόνη δημιουργούσαν ένα νοητό τρίγωνο. Ο τραγουδιστής, σχεδόν ακίνητος σε μία καρέκλα, κοιτάζοντας σπάνια το κοινό (που ουσιαστικά κατασκόπευε τη μύχια εξομολόγησή του), «εξωτερίκευε» όσα ο ηθοποιός -μία ουσιαστικά βωβή παρουσία- σκεπτόταν και παριστούσε.

Πέρα από κάθε έννοια χρόνου και τόπου, η σκηνοθετική προσέγγιση άφησε ορθά την πρωτοκαθεδρία στη μουσική και τον ποιητικό λόγο. Και κατά τούτο ήταν απόλυτα εύστοχη, ανεξαρτήτως του ότι -κατά τη γνώμη μας- δεν προκάλεσε συγκίνηση, ίσως λόγω της αυστηρής εσωστρέφειάς της και της δυσκολίας ανίχνευσης του συναισθήματος. Ο Γλυνάτσης επιβεβαίωσε ξανά ότι διαθέτει ένα σπάνιο προσόν μεταξύ των θεατρικών σκηνοθετών που ασχολούνται και με παραστάσεις σοβαρής μουσικής: σέβεται και αγαπάει τη μουσική, ξεκινώντας από αυτήν!

Σε καθαρά φωνητικό επίπεδο, ο περίφημος κύκλος τραγουδιών μπορεί να αποδοθεί τόσο από βαρύτονο όσο και από τενόρο (ακόμη και από γυναίκα μεσόφωνο!). Η επιλογή είναι θέμα γούστου ή/και ποιοτήτων της κάθε φωνής. Αυτή του Κεχρή -ενός από τους καλύτερους τενόρους της νεότερης γενιάς- είναι υγιής, με ωραία γραμμή, μαλακή φραστική και λεγκάτο, αν και περισσότερο φωτεινή απ’ό,τι ταιριάζει στη γραφή του συγκεκριμένου έργου.
Παρότι δε στερείται μιας πιο γεμάτης χαμηλής περιοχής ή μιας μεγαλύτερης παλέτας σε αποχρώσεις που θα αναδείκνυαν επαρκέστερα τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του περιπλανώμενου (είναι ενδεικτικό ότι αντί πιανίσσιμι ή διακυμάνσεων δυναμικής χρησιμοποιήθηκαν συχνότερα εξπρεσιονιστικές κορυφώσεις), εκπέμπει μία -απολύτως καθοριστική, εν προκειμένω- ευαισθησία και ειλικρίνεια. Εξίσου κρίσιμη υπήρξε η πεντακάθαρη άρθρωση -αλλά όχι πάντοτε νοηματοδότηση- του αδόμενου λόγου, που σίγουρα ευχαρίστησε τους γερμανόφωνους ακροατές. Οι υπόλοιποι είχαν την ατυχία να στερηθούν στα μισά της διαδρομής των ελληνικών υπερτίτλων…

Τις μόνες ζώνες φωτός και χρώματος χάρισε το θαυμάσιο, εκφραστικό παίξιμο στο πιάνο του -τοποθετημένου στην άκρη της σκηνής- Παπαπέτρου, υπενθυμίζοντας διακριτικά τον ισότιμο ρόλο του στη -μουσική- αφήγηση του ταξιδιού…

Σκηνή από την όπερα-μπαλέτο «Πυγμαλίων» του Ραμώ που ανέβασε η ομάδα μουσικού θεάτρου «Ραφή»στο θέατρο «Πόρτα» (7/11): από αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι υψίφωνοι Λητώ Μεσσήνη (Άγαλμα), Μάϊρα Μηλολιδάκη (Σεφίζ) και η μεσόφωνος Αναστασία Κότσαλη (Έρως)
Σκηνή από την όπερα-μπαλέτο «Πυγμαλίων» του Ραμώ που ανέβασε η ομάδα μουσικού θεάτρου «Ραφή»στο θέατρο «Πόρτα» (7/11): από αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι υψίφωνοι Λητώ Μεσσήνη (Άγαλμα), Μάϊρα Μηλολιδάκη (Σεφίζ) και η μεσόφωνος Αναστασία Κότσαλη (Έρως)

Εμμένοντας -ορθά!- σε ελάχιστα εξερευνημένες περιοχές του ανεξάντλητου λυρικού ρεπερτορίου, η «Ραφή» πρότεινε στο Θέατρο «Πόρτα» τον «Πυγμαλίωνα» του Ραμώ, σίγουρα την ομορφότερη από τις 8 όπερες-μπαλέτα που έγραψε ο Γάλλος συνθέτης μεταξύ 1748 και 1754.

Ανεξάρτητα από τις γνωστές δυσκολίες με τις οποίες είναι συνυφασμένο το γαλλικό μπαρόκ, η επιλογή ήταν εκ πρώτης όψεως δικαιολογημένη. Η περίπου 45λεπτης διάρκειας σύνθεση απαιτεί μόλις 4 τραγουδιστές με περιορισμένα -αλλά όχι εύκολα- φωνητικά μέρη, θαυμάσια ενορχήστρωση, άφθονα χορευτικά μέρη και ικανή δραματουργία. Παρά την από κάθε άποψη σοβαρότητα και αυτής της δουλειάς, η -εξίσου ορθή!- επιθυμία της ομάδας να βλέπει με διαφορετική ματιά τα έργα που ανεβάζει βρήκε εν προκειμένω τα όριά της σε μουσικοδραματικό επίπεδο.

Ο σκηνοθέτης/σκηνογράφος Πάρις Μέξης μετέφερε τη «δράση» αυτού του γνωστού από τον Οβίδιο μύθου στην Αμερική της δεκαετίας του 1950 και δη «στο Χόλλυγουντ των φιλμ νουάρ και της ποτοαπαγόρευσης». Ο μύθος του γλύπτη που ερωτεύεται την ίδια του τη δημιουργία, μεταπλάσθηκε σε μια διήγηση για την επιθυμία και το ανικανοποίητο της εκπλήρωσης των ονείρων ενός αλκοολικού συγγραφέα σε σχέση με μία ντίβα του σινεμά. Όμως, από θύτης-νικητής, ο Πυγμαλίων έγινε κατά τον Μέξη θύμα επιθυμιών και γυναικών…

Οπτικοποιημένη με σαφείς κινηματογραφικές αναφορές (εδώ αξιοποιήθηκαν ευπρόσδεκτα οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Γιώργου Τέλλου και τα κοστούμια εποχής του Παύλου Θανόπουλου), η κατά βάση στατική προσέγγιση έδειξε να αφορά ένα άλλο έργο, με χαρακτήρες και καταστάσεις ολότελα ξένες προς την αυθεντική δραματουργία του Ραμώ. Μοναδικό «κλείσιμο του ματιού» στο παρελθόν υπήρξε η παρουσίαση του Έρωτα, ως βινιέτας αρ-ντεκό και κάποιο στιλιζάρισμα στην κίνηση (χορογραφία: Ιωάννα Αποστόλου), ελάχιστη πάντως αναφορά σε μία όπερα, όπου ο χορός παίζει καθοριστικό ρόλο. Στα συν προσμετράται η ευφυής αντικατάσταση στην Εισαγωγή των χτυπημάτων του καλεμιού από αυτά …γραφομηχανής!

Ατυχώς, η σκηνοθετική άποψη φαίνεται ότι παρέσυρε σε αδιέξοδα και το μουσικό σκέλος της παράστασης. Αντί ενός ευέλικτου μπαρόκ συνόλου (ένα βιολί εποχής, μία βιόλα ντα γκάμπα, ένα φλάουτο και ένα τσέμπαλο θα έκαναν θαύματα!), επελέγη από τον πιανίστα και αρχιμουσικό Μιχάλη Παπαπέτρου μία μεταγραφή/διασκευή για ένα «gypsy jazz» (!) κουιντέτο (βιολί, κοντραμπάσο, σοπράνο σαξόφωνο, τζαζ κιθάρα, πιάνο). Όσο κι άν δεν έλειψαν ούτε το ενδιαφέρον ούτε το καλό γούστο από την διακριτικά «τζαζίστικη» (;) αυτή θεώρηση του μπαρόκ, όσο κι αν εντυπωσίασαν το ορθοτονικά άψογο παίξιμο της βιολίστριας Στέλλας Τσάνη, το άκρως ευέλικτο σαξόφωνο του Γκουίντο ντε Φλάβις ή ακόμη το μαλακό τουσέ του Παπαπέτρου, τα ηχοχρώματα ελάχιστα παρέπεμπαν στο μουσικό σύμπαν του Ραμώ!

Λίγο περισσότερη υφολογική ορθοδοξία προέκυψε από πλευράς τραγουδιού, χωρίς, πάντως ούτε κι εδώ να προκύψει απόλυτη ικανοποίηση. Το σύνολο της διανομής διέθετε διακριτά τίμπρα ικανού όγκου, επαρκή άρθρωση της γαλλικής γλώσσας και αίσθηση του ύφους, με τις τρεις κυρίες να κλέβουν τις εντυπώσεις κυρίως επειδή δικαίωσαν τους υποδυόμενους ρόλους: η υψίφωνος Μάϊρα Μηλολιδάκη (Σεφίζ) ως μοιραία βαμπ, η υψίφωνος Λητώ Μεσσήνη (Άγαλμα) ως αποστασιοποιημένη ντίβα, η μεσόφωνος Αναστασία Κότσαλη (Έρως) ως χαριτωμένος, παρεμβατικός από μηχανής θεός. Τον επώνυμο ρόλο ερμήνευσε αξιοπρεπώς στην παράσταση της 7/11 ο τενόρος Κωνσταντίνος Ζαμπούνης, μολονότι υπήρχαν αρκετά περιθώρια για ασφαλέστερη δεξιοτεχνία και μεγαλύτερη εκφραστικότητα στο τραγούδι του...

Credits φωτογραφιών: Βασίλης Μακρής («Ταξίδι στο χειμώνα») / Παύλος Σκαφίδας («Πυγμαλίων»)


ΥΓ: Το «Ταξίδι το χειμώνα» θα δοθεί για 4 ακόμη παραστάσεις (16-17, 23-24 Νοεμβρίου) στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν (Φρυνίχου 14, Πλάκα).