Ήμουν εκεί

Ακούσαμε τον πιανίστα Βασίλη Βαρβαρέσο στον «Παρνασσό» και το «Μέγαρο Μουσικής»

Από -

Στιγμιότυπο από το ρεσιτάλ πιάνου που έδωσε ο Βασίλης Βαρβαρέσος στην Αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός»(9/10) © Δημήτρης Πελέκης
Στιγμιότυπο από το ρεσιτάλ πιάνου που έδωσε ο Βασίλης Βαρβαρέσος στην Αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός»(9/10) © Δημήτρης Πελέκης

Ο πιανίστας Βασίλης Βαρβαρέσος ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής της αθηναϊκής μουσικής ζωής κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτώβρη, αποδεικνύοντας την εκφραστική του ωρίμανση.

Στις 9/10, φιλοξενήθηκε στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» ατομικό ρεσιτάλ του με τον τίτλο «V for Valse», που παρέπεμπε ευθέως σε αυτόν πρόσφατου CD του, που κυκλοφόρησε διεθνώς από τη γαλλική δισκογραφική εταιρεία Aparté. Παρότι κατά το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς ακούσθηκαν έργα (βαλς) που περιλαμβάνονταν στην ηχογράφηση, το ενδιαφέρον τράβηξε αμέσως το εναρκτήριο κομμάτι, η «Σονάτα για πιάνο αρ. 26 - Του αποχαιρετισμού» του Μπετόβεν.

Αυτό συνέβη όχι μόνο λόγω της ομορφιάς και της σημασίας του έργου αλλά και λόγω του ότι αποκάλυψε την εκφραστική ωρίμανση του Βαρβαρέσου, πιανίστα ο οποίος μέχρι σήμερα φημιζόταν για τον πλούσιο ήχο και τις τεράστιες δεξιοτεχνικές ευκολίες του που υπηρετούσαν πρωτίστως το ρεπερτόριο του ρομαντισμού. Τέχνη των αποχρώσεων, ευελιξία διακυμάνσεων ταχυτήτων και δυναμικών συνοδεύθηκαν εν προκειμένω από αφηγηματική ρευστότητα και ευγενές συναίσθημα, δικαιώνοντας απόλυτα την ιδιότυπη μουσική δραματουργία της σονάτας.

Έξυπνη χρήση του ρουμπάτο και περίτεχνες φορτίσεις/ αποφορτίσεις ανέδειξαν γλαφυρά τις εναλλαγές διαθέσεων (ανάλαφρες, τρυφερές) του «Καρναβαλιού της Βιέννης» του Σούμαν, μιας σπονδυλωτά αρθρωμένης σύνθεσης. Η εκτέλεση υπήρξε καταφανώς ανώτερη αυτής, εκφραστικά πιο διστακτικής/ωχρής, του δίσκου.

Εξίσου ευχαρίστησαν οι μουσικότατες και συναισθηματικά νηφάλιες αναγνώσεις του χαμηλόφωνου «Βαλς» (έργο 38) του Σκριάμπιν και του πιο εξωστρεφούς, πλην ποιητικού 7ου σετ από τις «Βιεννέζικες βραδιές», που ο Λιστ συνέθεσε με αφετηρία σύντομης διάρκειας χορευτικά θέματα (κυρίως βαλς) του Σούμπερτ.

Περισσότερες και διαφορετικής φύσεως επιφυλάξεις ήγειραν οι -σε κάθε περίπτωση, εντυπωσιακές, με άποψη και …χωρίς κατάχρηση του πεντάλ- ερμηνείες των δύο πιο δημοφιλών κομματιών της βραδιάς. Σ’αυτήν του δαιμονικού πρώτου «Βαλς του Μεφιστοφελή» του Λιστ η λαμπερή δεξιοτεχνία θόλωσε κάπως την διαυγή απόδοση του μουσικού συντακτικού. Αυτή του «Βαλς» του Ραβέλ στερήθηκε της κρίσιμης διάστασης του αενάως ανελισσόμενου αισθησιασμού του λικνιστικού στροβιλισμού, με αποτέλεσμα ένα εκτός ελέγχου -πλην απρόσμενα μοντέρνο!- φινάλε.

Θα ήταν, τέλος, άδικο να μην επισημανθούν δύο παράγοντες καθοριστικής σημασίας για την επιτυχία της βραδιάς. Οι λιτές αλλά περιεκτικές εισαγωγές του πιανίστα πριν από κάθε κομμάτι φώτισαν αφενός την προγραμματική λογική και συνοχή δίσκου και συναυλίας. Η άψογη διοργάνωση αυτής της τελευταίας από την εταιρεία Concerts & more της κας Δομνίκης Παπαθανασίου σ’έναν εμβληματικό για την πόλη χώρο ήλθε να υπενθυμίσει αφετέρου ότι η αστική ευγένεια, η καλαισθησία και η ευρωπαϊκή αύρα οφείλουν να αποτελούν σταθερές των εκδηλώσεων της σοβαρής μουσικής…

Ο πιανίστας Βασίλης Βαρβαρέσος ερμηνεύει το «Συμφωνικό Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα» του Μανόλη Καλομοίρη, συνοδευόμενος από τη «Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών» υπό τον Βύρωνα Φιδετζή («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 16/10) © Χάρης Ακριβιάδης
Ο πιανίστας Βασίλης Βαρβαρέσος ερμηνεύει το «Συμφωνικό Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα» του Μανόλη Καλομοίρη, συνοδευόμενος από τη «Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών» υπό τον Βύρωνα Φιδετζή («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 16/10) © Χάρης Ακριβιάδης

Την «Βιεννέζικη βραδιά αρ. 7» χάρισε ως ανκόρ ο Βαρβαρέσος μία εβδομάδα αργότερα (16/10) στο πλαίσιο εμφάνισής του με την «Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών» υπό τον Βύρωνα Φιδετζή στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Αυτή τη φορά, η επιλογή σχετιζόταν πιθανότατα με τον Λιστ, στον οποίο ήταν κατά βάση αφιερωμένη η συναυλία, πρώτη από τις δύο εκδηλώσεις ενός «Κύκλου Λιστ» του θεσμού.

Ο εκλεκτός 35χρονος σολίστ δεν ερμήνευσε, πάντως, κάποιαν από τις σελίδες για πιάνο και ορχήστρα του διάσημου Ούγγρου συνθέτη, αλλά το αραιότατα παιζόμενο «Συμφωνικό Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα» του Μανόλη Καλομοίρη. Η ακρόαση άφησε πολύ καλές εντυπώσεις, ίσως γιατί το πληθωρικά ενορχηστρωμένο έργο αποδόθηκε -επιτέλους!- κατά τρόπο ώστε ν’αμβλυνθεί η αδιαμφισβήτητη φλυαρία και η έλλειψη οργανικής συνοχής του.

Ως γνωστόν, η σύνθεση αποτελεί λιγότερο ένα κοντσέρτο και περισσότερο μια συμφωνία κοντσερτάντε με πιάνο, στην οποία εξισορροπούνται φαινομενικά ετερογενή στοιχεία. Στο άκρως ρομαντικό πρώτο μέρος, ο σολίστ καλείται ν’αντιπαλέψει ένα πυκνότατο ορχηστρικό υλικό, που αντλεί έμπνευση άλλοτε από ρωσικά εθνικοσχολικά ακούσματα άλλοτε από το μελωδικό πλούτο ενός Ραχμάνινωφ. Το δεύτερο μέρος, μία σειρά παραλλαγών πάνω στο δημοτικό τραγούδι «Ο Λύγκος ο λεβέντης, ο αρχιληστής», συνιστά μια πιο λυρική επεξεργασία ελληνικών ρυθμών και μελωδιών, που επιτρέπουν εναργέστερο τονισμό των πιανιστικών παρεμβάσεων.

Κλειδί της επιτυχημένης εκτέλεσης αποτέλεσε, εν προκειμένω, η σχετικά ισορροπημένη συνοδοιπορία ορχήστρας και πιάνου. Ο Φιδετζής εκμαίευσε από την «Φιλαρμόνια» (ιδίως στα έγχορδα!) παίξιμο σαφούς ηχητικής διαύγειας και φροντισμένων δυναμικών στις πάμπολλες μεγαλόστομες κορυφώσεις. Παίρνοντας την σκυτάλη από έναν Άρη Γαρουφαλή, ο Βαρβαρέσος διαθέτει και το ρωμαλέο ήχο και τη δεξιοτεχνική δεινότητα που απαιτεί το εναρκτήριο allegro con moto ma maestoso, και τη δακτυλική ευχέρεια και εκφραστική ευελιξία που νοηματοδοτούν προσφορότερα την αναδιατύπωση του παραδοσιακού μουσικού υλικού.

Η επικείμενη ηχογράφηση του έργου με τους ίδιους συντελεστές πληροί όλες τις προϋποθέσεις να συμπληρώσει αυτήν κλασική, αλλά πεπαλαιωμένη πλέον του συνθέτη/ηγέτη της Ελληνικής Εθνικής Σχολής με την κόρη του…

Η βραδιά άνοιξε και ολοκληρώθηκε με τρία συμφωνικά ποιήματα του Λιστ, τα οποία ειδικά στη χώρα μας ακούγονται πάρα πολύ σπάνια. Αρχικά προσφέρθηκε η υποβλητικής ενορχήστρωσης «Νυχτερινή πομπή», πρώτο από τα δύο επεισόδια από τον «Φάουστ» του Λέναου που μελοποίησε ο συνθέτης (το δεύτερο ήταν το «Βαλς του Μεφιστοφελή αρ. 1»). Μετά το διάλειμμα παίχθηκαν το «Όσα ακούει κανείς στο βουνό» (ή «Συμφωνία των Βουνών»), ίσως το πρώτο συμφωνικό ποίημα που γράφτηκε ποτέ, και η περίφημη «Ουγγαρία».

Ο Φιδετζής διέπλασε καθαρές και ακριβείς αναγνώσεις, με ικανή περιγραφική δύναμη, που φώτισαν επαρκώς τις αρκετές ενορχηστρωτικές πρωτοτυπίες της ρομαντικής γραφής του Λιστ. Η ποιητική διάσταση των δύο πρώτων έργων αποδόθηκε ίσως περισσότερο αδρομερώς απ’ό,τι η ραψωδική διάσταση της «Ουγγαρίας» με την πληθώρα των φορτισμένων -εμβατηριακής υφής- εθνικών αναφορών/μοτίβων. Η «Φιλαρμόνια» ήταν, ως συνήθως, καλά προετοιμασμένη και συγκεντρωμένη, με προσεγμένες συνεισφορές των πνευστών. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει στον εξάρχοντα βιολιστή Γιαροσλάβ Τοκάρεφ, που απέδωσε με αυτοπεποίθηση και ανεπίληπτη ορθοτονία τις ουκ ολίγες σολιστικές παραγράφους των δύο τελευταίων -και πιο εκτενών- έργων.