Ήμουν εκεί

Αισιόδοξη, πλην διστακτική επαναφορά για το Φεστιβάλ Όπερας Ροσσίνι

Από -

Αναμέτρηση Εβραίων και Αιγυπτίων στο ανάκτορο του Φαραώ: σκηνή από την Α’ Πράξη της όπερας «Μωυσής και Φαραώ» του Ροσσίνι που παρουσιάσθηκε στο φετινό Φεστιβάλ Όπερας Ροσσίνι του Πέζαρο («Αρένα Vitrifrigo», 7/8)  © Studio Amati Bacciardi
Αναμέτρηση Εβραίων και Αιγυπτίων στο ανάκτορο του Φαραώ: σκηνή από την Α’ Πράξη της όπερας «Μωυσής και Φαραώ» του Ροσσίνι που παρουσιάσθηκε στο φετινό Φεστιβάλ Όπερας Ροσσίνι του Πέζαρο («Αρένα Vitrifrigo», 7/8) © Studio Amati Bacciardi

Μετά από ένα χρόνο απουσίας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, επιστρέψαμε ξανά στο φιλόξενο Πέζαρο για το περίφημο Φεστιβάλ Όπερας Ροσσίνι (ROF), που έκλεισε 42 χρόνια ζωής. Η περσινή διοργάνωση περιορίσθηκε κυρίως σε ρεσιτάλ και συναυλίες σε ανοιχτούς χώρους, πλην μίας -και μοναδικής- οπερατικής παραγωγής που δόθηκε στο «Τεάτρο Ροσσίνι».

Η αρχικά διάχυτη αισιοδοξία για ολική επαναφορά έδωσε γρήγορα τη θέση της σε μια κάποια διστακτικότητα: το σύνολο των ανθρώπων του εξειδικευμένου τύπου (κριτικοί και δημοσιογράφοι) ενημερώθηκαν ότι η έλευσή τους στο θέρετρο της Αδριατικής θα επιτραπεί μόνο για τρεις μέρες (6-8 Αυγούστου) και δη για τις γενικές δοκιμές των ισάριθμων -νέων- παραγωγών όπερας υπό αυστηρούς κανόνες υγειονομικής ασφάλειας. Τον προβληματισμό επέτεινε η …ίδια η παρακολούθηση των παραστάσεων, που απέδειξε ότι ακόμη και μία καλοκουρδισμένη μηχανή, όπως το ROF, δυσκολεύεται να βρει τον προ πανδημίας βηματισμό του.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος προγραμματισμού βρέθηκε η παρουσίαση του «Μωυσή και Φαραώ», δηλ. της αναθεωρημένης και διευρυμένης εκδοχής της αρχικής ιταλικής όπερας «Ο Μωυσής στην Αίγυπτο», που ο Ροσσίνι συνέθεσε για την Όπερα των Παρισίων το 1827. Η συγκεκριμένη γαλλική grand opéra είχε να ανεβεί στο ROF από το 1997 και την ιστορική παραγωγή του Γκράχαμ Βηκ. Στη μνήμη του πρόσφατα χαμένου, σπουδαίου Άγγλου σκηνοθέτη ήταν, εξάλλου, αφιερωμένη όλη η φετινή διοργάνωση.

Η νέα παραγωγή στην αχανή -πρώην Αδριατική- Αρένα «Vitrifrigo» (7/8) ανατέθηκε σ’έναν εξίσου διάσημο σκηνοθέτη, τον 91χρονο (!) Πιερ Λουίτζι Πίτσι. Αυτός υπέγραψε μίαν ακόμη σκηνικά λιτή παράσταση, χαρακτηριστική του «γεωμετρικά» διακοσμητικού ύφους του, η οποία εστίασε πρωτίστως στην αισθητική, αλλά αγνόησε παντελώς το θέατρο, εμμένοντας σ’ένα παλιομοδίτικο, στατικό στήσιμο μονωδών και χορωδών, συχνά κόντρα σε όσα υπαγόρευε η μουσική. Σε επίπεδο οπτικοποίησης, αξιοποιήθηκαν κυρίως αφενός τα διαφορετικών χρωμάτων κοστούμια (γκρι/μπεζ για τους Εβραίους και μπλε/λάπις λάζουλλι για τους Αιγυπτίους), αφετέρου οι κάπως απλοϊκές βιντεοπροβολές εμβληματικών αιγυπτιακών συμβόλων (πυραμίδα, ήλιος κλπ.) ή «θεϊκών» παρεμβάσεων/φυσικών φαινομένων. Στην ίδια «εικονοκλαστική» λογική εντάχθηκε και η χορογραφία -αξιώσεων- του Γκεόργκε Γιάνκου.

Ο φόβος του Φαραώ (Έρβιν Σροτ) και της συζύγου του Σινάιντε (Βασιλίζα Μπερζάνσκαγια) εμπρός στη φωτιά, την οποία ο Μωυσής καταράσθηκε να πέσει στην Αίγυπτο: σκηνή από την Α’ Πράξη της όπερας «Μωυσής και Φαραώ» του Ροσσίνι (Πέζαρο – «Αρένα Vitrifrigo», 7/8)  © Studio Amati Bacciardi
Ο φόβος του Φαραώ (Έρβιν Σροτ) και της συζύγου του Σινάιντε (Βασιλίζα Μπερζάνσκαγια) εμπρός στη φωτιά, την οποία ο Μωυσής καταράσθηκε να πέσει στην Αίγυπτο: σκηνή από την Α’ Πράξη της όπερας «Μωυσής και Φαραώ» του Ροσσίνι (Πέζαρο – «Αρένα Vitrifrigo», 7/8) © Studio Amati Bacciardi

Μοιραία, η αφήγηση του βιβλικού δράματος αφέθηκε αποκλειστικά στη μουσική και -κυρίως- στη διεύθυνση του Τζάκομο Σαγκριπάντι. Αξιοποιώντας το εξαίσιο παίξιμο της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της RAI (Τορίνο) και τη σταθερότατη Χορωδία του «Τεάτρο Βεντίντιο Μπάσσο» του Άσκολι, ο ικανότατος Ιταλός αρχιμουσικός αποκωδικοποίησε άριστα την εκτενέστατη, διάρκειας 3 ½ ωρών παρτιτούρα (έστω και με το -ατυχώς- επιλεγέν χορωδιακό φινάλε), φώτισε σειρά λεπτομερειών διατηρώντας όμως τη συνολική εποπτεία, ενώ στήριξε καλά τους τραγουδιστές. Αν κάτι έλειψε ήταν μια πιο επική πνοή, περισσότερες εντάσεις και ρίσκα που θα ανεδείκνυαν εντελέστερα το μεγαλείο αυτού του μουσικού αριστουργήματος.

Η γενικά ισορροπημένη, διεθνής -αλλά μη γαλλόφωνη!- διανομή συνάντησε αρκετές δυσκολίες με την εκφορά και κυρίως νοηματοδότηση του αδόμενου λόγου, προεξάρχοντος του Έργουιν Σροτ (Φαραώ). Παρά το ισχυρό τίμπρο, οι σκηνικοί ακκισμοί και το στυλιστικά ακατέργαστο τραγούδι του Ουρουγουανού βαθύφωνου ενόχλησαν ιδιαίτερα. Στον αντίποδα, αν και με πιο ελαφριά φωνή, ο Ιταλός μπάσος Ρομπέρτο Ταλιαβίνι διέθετε, ως Μωυσής, και φροντισμένη εξαγγελία και έγκυρη σκηνική παρουσία. Από τους Αιγυπτίους, ενθουσίασε -στην κορυφαία ίσως εμφάνιση του φετινού Φεστιβάλ- η Σινάιντε της Ρωσίδας μεσοφώνου Βασιλίζα Μπερζάνσκαγια με το χυμώδες ηχόχρωμα, την ατρόμητη δεξιοτεχνία και το υφολογικά ενημερωμένο και καλόγουστο τραγούδι (κολορατούρες, τρίλιες). Ο Αμένοφις του Αμερικανού λυρικού τενόρου Άντριου Όουενς αποδόθηκε αξιοπρεπώς, αλλά ο ρόλος απαιτεί φωνή μεγαλύτερης έκτασης και ηδύτητας.

Από πλευράς Εβραίων, η υψίφωνος Ελεονώρα Μπουράττο εντυπωσίασε, στο ρόλο της Αναΐ, με το γενναιόδωρο τραγούδι: μόνη ένσταση ήταν ότι το πλούσιο, γεμάτο τίμπρο της ηχούσε αρκετά ώριμο, άρα κάπως αταίριαστο με το εύθραυστο του χαρακτήρα. Πλάι της, η έμπειρη Ιταλίδα μεσόφωνος Μόνικα Μπατσέλλι σκιαγράφησε ένα μουσικοδραματικά αξιόπιστο πορτρέτο της Μαρί, ενώ ο Ρώσος τενόρος Αλεξέι Ταταρίντσεφ υπήρξε ένας άκρως φερέγγυος στην υψηλή φωνητική περιοχή Ελιέζερ.

Πανοραμική λήψη από την Α’ πράξη της όπερας «Ελισάβετ, βασίλισσα της Αγγλίας» του Ροσσίνι (Πέζαρο – «Αρένα Vitrifrigo», 8/8)  © Studio Amati Bacciardi
Πανοραμική λήψη από την Α’ πράξη της όπερας «Ελισάβετ, βασίλισσα της Αγγλίας» του Ροσσίνι (Πέζαρο – «Αρένα Vitrifrigo», 8/8) © Studio Amati Bacciardi

Ακόμη περισσότερο δίχασε η έτερη καινούργια παραγωγή, αυτή της όπερας «Ελισάβετ, βασίλισσα της Αγγλίας» που παρακολουθήσαμε δύο μέρες αργότερα (8/8) στη «Vitrifrigo Arena». Η πρώτη από τις εννέα opere serie που ο Ροσσίνι έγραψε για το Teatro San Carlo της Νάπολης παραμένει μέχρι σήμερα -παρά κάποιες σημειακές εξαιρέσεις- μια από τις πιο αδύναμές του, τόσο δραματουργικά και μουσικά…

Αναθέτοντας τη σκηνοθεσία στον έμπειρο Νταβίντε Λίβερμορ και μετακαλώντας πολύ αξιόλογους -μη Ιταλούς- τραγουδιστές για τους κεντρικούς ρόλους, το ROF στόχευσε σίγουρα ψηλά, αλλά το τελικό αποτέλεσμα προκάλεσε μάλλον σκεπτικισμό. Επηρεασμένος από τη γνωστή τηλεοπτική σειρά «The Crown», στηριζόμενος σε «εικονικούς» γυάλινους τοίχους-καθρέφτες και αξιοποιώντας εμβληματικά σύμβολα του βρετανικού μοναρχικού θεσμού, ο Λίβερμορ προσπάθησε να αναπαραστήσει τα ενδότερα του παλατιού του Μπάκινγχαμ και μια υφέρπουσα ψυχολογική και σωματική βία. Η δράση -και η ομοιότητα κάποιων από τους πρωταγωνιστές με τη νυν βασίλισσα Ελισάβετ ή τον Γουίνστον Τσέρτσιλ!- παρέπεμπε προφανώς στη δεκαετία του ’50. Το θέαμα είχε μεν ροή, αλλά όχι συνοχή – κάτι δύσκολο, εξάλλου, δεδομένων των εμφανών δραματουργικών κενών, που δεν αναπλήρωσαν ούτε οι βιντεοπροβολές των D-Wok, ούτε η συνεχής παρουσία επί σκηνής υπηρετών, πολιτικών, στρατιωτών, σωματοφυλάκων (θαυμάσια κοστούμια του Τζανλούκα Φαλάσκι).

banner
Η βασίλισσα Ελισάβετ (Καρίν Ντεαί, αριστερά) και η Ματίλντε (Σαλώμη Γιτζία, δεξιά) αναμετρώνται για την καρδιά του Λέστερ (Σεργκέι Ρομανόφσκι: σκηνή από την Α’ πράξη της όπερας «Ελισάβετ, βασίλισσα της Αγγλίας» του Ροσσίνι (Πέζαρο – «Αρένα Vitrifrigo», 8/8)  © Studio Amati Bacciardi
Η βασίλισσα Ελισάβετ (Καρίν Ντεαί, αριστερά) και η Ματίλντε (Σαλώμη Γιτζία, δεξιά) αναμετρώνται για την καρδιά του Λέστερ (Σεργκέι Ρομανόφσκι: σκηνή από την Α’ πράξη της όπερας «Ελισάβετ, βασίλισσα της Αγγλίας» του Ροσσίνι (Πέζαρο – «Αρένα Vitrifrigo», 8/8) © Studio Amati Bacciardi

Και μουσικά, όμως, η παράσταση δυσκολεύθηκε να απογειωθεί, παρά την προσπάθεια του Εβελίνο Πιντό να διασφαλίσει ειρμό στο ακρόαμα (όσο αυτό ήταν εφικτό, λόγω μιας παρτιτούρας με αρκετό δάνειο υλικό από άλλα έργα του Ροσσίνι) και να σεβασθεί τις φωνητικές ιδιαιτερότητες των μονωδών. Στο καθυστερημένο ντεμπούτο του στο Πέζαρο, ο 68χρονος Ιταλός αρχιμουσικός τα κατάφερε μόνο εν μέρει: η αφηγηματικά μονότονη διεύθυνσή του κινήθηκε σε μάλλον στάσιμα νερά, μολονότι διέθετε δύο άκρως αξιόπιστα σύνολα, τη Συμφωνική Ορχήστρα της RAI (Τορίνο) και τη Χορωδία του «Τεάτρο Βεντίντιο Μπάσσο».

Αρκετές επιφυλάξεις ήγειρε και η -φιλόδοξη επί χάρτου- διανομή, που απαιτούσε δύο αντιθετικά δίπολα υψιφώνων και τενόρων στους 4 βασικούς ρόλους. Παρά τη σε γενικές γραμμές επιτυχημένη σκιαγράφηση της βασίλισσας Ελισάβετ, η Γαλλίδα Καρίν Ντεαί άφησε ανάμικτες εντυπώσεις με την επισφαλή κολορατούρα, τις αστάθειες στις ψηλές νότες αλλά και -περιέργως για μια πρώην (;) μεσόφωνο- την κάπως περιορισμένη μεσαία φωνητική περιοχή… Η αντίθεση με την Ματίλντε της Σαλώμης Γιτζία λειτούργησε καλά, παρότι το λυρικοδραματικό τίμπρο και η τεχνική σιγουριά της Γεωργιανής σοπράνο μάλλον ταίριαζαν περισσότερο στον κεντρικό ρόλο!

Ως Λέστερ, ο Ρώσος τενόρος Σεργκέι Ρομανόφσκυ χάρισε την πληρέστερη ερμηνεία: εξίσου άνετος στα δεξιοτεχνικά όσο και στα αμιγώς λυρικά μέρη ενός ακόμη ρόλου του ρεπερτορίου για baritenore, πιστοποίησε τη σταθερά ανερχόμενη διεθνώς αξία του. Τις ίδιες ευκολίες δεν διαθέτει πλέον η κουρασμένη φωνή του -ακόμη αξιόμαχου, πάντως- 61χρονου άγγλου τενόρου Μπάρρυ Μπανκς, που ενσάρκωσε τον ραδιούργο Νόρφολκ. Τουλάχιστον, το πιο ένρινο ηχόχρωμά του διασφάλισε μιαν κάποια ευπρόσδεκτη αντίστιξη…

Στιγμιότυπο από την όπερα «Ο Κύριος Μπρουσκίνο» του Ροσσίνι (Πέζαρο – «Τεάτρο Ροσσίνι», 7/8)  © Studio Amati Bacciardi
Στιγμιότυπο από την όπερα «Ο Κύριος Μπρουσκίνο» του Ροσσίνι (Πέζαρο – «Τεάτρο Ροσσίνι», 7/8) © Studio Amati Bacciardi

Η τελευταία από τις 5 κωμικές φάρσες που ο νεαρός Ροσσίνι έγραψε για το θέατρο San Moise της Βενετίας, η μονόπρακτη «Ιλ Σινιόρ [Ο κύριος] Μπρουσκίνο», αποτέλεσε τη μοναδική οπερατική παραγωγή που φιλοξενήθηκε στο ιστορικό «Τεάτρο Ροσσίνι» (7/8). Εννιά χρόνια μετά την κεφάτη σκηνοθεσία της πειραματικής ομάδας «Τεάτρο Σοττερανέο» που μετέφερε τη δράση στην …«Rossiniland» (μια παρωδία της Ντίσνεϋλαντ), η φετινή δουλειά, που υπέγραψε το ανερχόμενο σκηνοθετικό δίδυμο των Γάλλων Μπαρμπ και Ντουσέ, υπήρξε περισσότερο -έως υπερβολικά- συντηρητική. Διαδραματίσθηκε εξ ολοκλήρου όχι στο «castello» του Γκαουντέντζιο, αλλά σ’ένα …συνονόματο παλιό γαλλικό πλοίο, που ήταν δεμένο στην αποβάθρα ενός λιμανιού στις αρχές του 20ού αιώνα, καταλαμβάνοντας το σύνολο σχεδόν της σκηνής! Στη μεν πλατεία του θεάτρου τοποθετήθηκε αποκλειστικά η ορχήστρα, στα δε θεωρεία το κοινό.

Φωτισμένο με έντονο πορτοκαλί/χρυσό χρώμα, το όμορφο, καλαίσθητο σκηνικό δεν εξυπηρέτησε, πάντως, τη δράση˙ αντιθέτως, μάλλον κούρασε τους θεατές, ιδίως όσους εξ αυτών είχαν θέσεις -και περιορισμένη εκ του αποτελέσματος ορατότητα!- στο αριστερό πέταλο του θεάτρου. Η σκηνική στατικότητα συνοδεύθηκε από μερικά όχι πάντα καλόγουστα γκαγκ και -κυρίως- από μια όχι δουλεμένη σε βάθος υποκριτική διδασκαλία.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, ευνοείται συνήθως το μουσικό σκέλος, κάτι που ισχύει ακόμη περισσότερο για τον Ροσσίνι και την εγγενώς θεατρική μουσική του. Τα πράγματα εδώ κύλισαν όντως καλύτερα, ειδικά σε επίπεδο μουσικής διεύθυνσης, όπου ο ταλαντούχος 28χρονος Μικέλε Σπόττι, επικεφαλής ενός περιορισμένου κλιμακίου της Φιλαρμονικής Ορχήστρας Ροσσίνι, εμφύσησε ζωντάνια και παλμό, συνοδεύοντας με προσοχή τους μονωδούς.

Σε φωνητικό επίπεδο, το ενδιαφέρον τράβηξαν τα δύο ζεύγη των -«συμπέθερων»- Μπρουσκίνο πατρός και Γκαουντέντζιο και των εραστών Φλορβίλ και Σοφίας. Το πρώτο ενσάρκωσαν δύο καταξιωμένοι βαρύτονοι, ο πολύπειρος Πιέτρο Σπανιόλι, με σκηνική παρουσία και τραγούδι εγνωσμένου κύρους και αριστοκρατικότητας, και ο -πρωτοεμφανιζόμενος στο ROF- Τζώρτζιο Καοντούρο, με μάλλον γκρίζο ηχόχρωμα, αλλά ασφαλή κολορατούρα και καθαρή άρθρωση στον γλωσσοδέτη. Η αντιπαράθεση μεταξύ ενός buffo cantante και ενός buffo parlante σε συνδυασμό με την γλαφυρή ανάδειξη των χαρακτήρων έκλεψαν τις εντυπώσεις.

Αντιστικτικά, σχετικά καλά λειτούργησε και το άλλο ζευγάρι, που ενσάρκωσαν δύο νεότεροι τραγουδιστές με υγιή τίμπρα και σκηνική φρεσκάδα, ο κάπως άγουρος (ακόμη ένας!) Αμερικανός τενόρος di grazia Τζακ Σουάνσον και η Ισπανίδα υψίφωνος Μαρίνα Μονζό. Παρά κάποιες αστάθειες στην υψηλή φωνητική περιοχή, η μεγάλη άρια της Σοφίας, συνοδεία αγγλικού κόρνου, υπήρξε από τις ωραιότερες στιγμές της βραδιάς… Άρτια αποδόθηκε, τέλος, το σύνολο των μικρότερων ρόλων. Ας ελπίσουμε ότι η σταδιακή αποκατάσταση της κανονικότητας σε όλους τους τομείς θα επιτρέψει στο ROF να επιστρέψει σύντομα στο -προ Covid-19- ζηλευτό επίπεδό του!