Ήμουν Εκεί

«A Greek Songbook»: ελεύθεροι μουσικοί στοχασμοί πάνω στο 1821

Από -

chores, Φίλιππος Σακαγιάν, Κορνήλιος Σελαμσής © Β. Ισάεβα
chores, Φίλιππος Σακαγιάν, Κορνήλιος Σελαμσής © Β. Ισάεβα

Οι εορτασμοί για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση έδωσαν την ευκαιρία να στηθούν αρκετές ενδιαφέρουσες δράσεις και παραστάσεις, έστω και υπό το κράτος της αβεβαιότητας και των περιορισμών της πανδημίας. Σε συναυλιακό επίπεδο, πάντως, τίποτα μάλλον δεν υπήρξε τόσο τολμηρό όσο το τριήμερο «Α Greek Songbook», το οποίο παρουσιάστηκε στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής σε επιμέλεια του συνθέτη Κορνήλιου Σελαμσή. Και η αιτία βρίσκεται στην ίδια τη δημιουργική συνθήκη: οι συντελεστές κλήθηκαν σε έναν προσωπικό και ελεύθερο στοχασμό πάνω στο 1821, επιστρέφοντας έπειτα με τραγούδια, οργανικές συνθέσεις και έργα video art εμπνευσμένα (ευθέως ή εμμέσως) από το σύμπαν, τα πρόσωπα και τις πηγές του.

Σαβίνα Γιαννάτου © Β. Ισάεβα
Σαβίνα Γιαννάτου © Β. Ισάεβα

Η ταυτότητα της παράστασης εμπεριείχε λοιπόν κάτι το ρευστό, αν και στην πράξη εντοπίστηκε μια κλίση προς ό,τι χαρακτηρίζουμε ως «σύγχρονη λόγια σύνθεση» ή/και «πειραματισμό», με προσθήκες από όργανα που ανήκουν στις παραδόσεις της καθ’ ημάς Ανατολής. Υπήρξαν δηλαδή στιγμές όπου η μουσική ήχησε βγαλμένη θαρρείς από την παρακαταθήκη του Mauricio Kagel ή φάνηκε έτοιμη να εκτραπεί σε κάτι που θα χωρούσε άνετα σε δίσκο του Ghédalia Tazartès. Αυτό, με τη σειρά του, επηρέασε και τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες, αφού μερικοί βρέθηκαν εντός της ζώνης ασφαλείας τους, ενώ άλλοι χρειάστηκε να διανύσουν αποστάσεις, παίρνοντας και τα ρίσκα τους.

Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις και για τη συνολική εντύπωση που άφησε το τριήμερο και για τις επιμέρους συνεισφορές, χωρίς να γράψεις κάτι άβολα μακροσκελές. Πάντως το «A Greek Songbook» δεν θα στεκόταν δίχως την εκπληκτική ορχήστρα από πιάνο (Κατερίνα Κωνσταντούρου), ντραμς (Βαγγέλης Μπαλιούσης), κρουστά (Βαγγέλης Καρίπης, Νίκος Μεταλλινός), άρπα (Γωγώ Ξαγαρά), κιθάρα (Mislav Režić), βιολοντσέλο (Σοφία Ευκλείδου), κοντραμπάσο (Δημήτρης Τίγκας), κλαρινέτο (Σπύρος Τζέκος), τρομπέτα (Δημήτρης Γκόγκας), τρομπόνι (Σπύρος Βέργης), νέυ (Νίκος Παραουλάκης), ούτι (Ταξιάρχης Γεωργούλης), κανονάκι (Στέφανος Δορμπαράκης) και γιαϊλί ταμπούρ (Γιώργος Πολυχρονιάδης). Συγχαρητήρια αξίζουν ασφαλώς και στον Κορνήλιο Σελαμσή, ο οποίος –πέρα από τη συνολική επιμέλεια– ανέλαβε και τη μουσική διεύθυνση, πλοηγώντας επιτυχώς τους βιρτουόζους.

banner
Δημήτρης Καμαρωτός, Αμαλία Μουτούση – Byron Hydrophone Recordings © Β. Ισάεβα
Δημήτρης Καμαρωτός, Αμαλία Μουτούση – Byron Hydrophone Recordings © Β. Ισάεβα

Ήδη από την πρώτη μέρα, εντωμεταξύ, ο Σελαμσής προειδοποίησε για μια διαδρομή «με πολλές λακκούβες», υπογραμμίζοντας σε κάθε απεύθυνσή του προς το κοινό το προσωπικό και το ελεύθερο του κάθε στοχασμού πάνω στο 1821, μα και την προσπάθεια της παράστασης να δείξει τι μπορεί να δημιουργηθεί αν πας να συνταιριάξεις πράγματα που δεν (δείχνουν να) κολλάνε το ένα με το άλλο. Μάλιστα μας είπε ότι από μικρός κάνει τον συγκεκριμένο διάλογο με τη μητέρα του, η οποία συνήθιζε να του επισημαίνει ότι «παιδί μου, αυτό δεν πάει με εκείνο».

Δεν ξέρω αν, πέρα από το πετυχημένο χιούμορ, υπήρξε και η πρόθεση οικοδόμησης ενός μεταμοντέρνου αφηγήματος, που θα εξολόθρευε ως μάταιη την όποια απόπειρα κριτικής απέναντι σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Γιατί ναι μεν είναι δεκτό ότι δεν χρειάζεται να μας δεσμεύουν εμμονές περί συνάφειας ή αξιώματα τύπου «όλα ηδη υπάρχουν», αλλά μια χαρά δικαιούται κανείς αφενός να αναρωτηθεί τι δουλειά είχαν οι νεκροί της Καλαμπάκας με την Επανάσταση στο έργο του Μιχάλη Σιγανίδη «Συνέπνιγον», αφετέρου να μη συμμεριστεί τον «ιερό σκοπό» που κατά τον Σελαμση επετεύχθη με μια τέτοια διερώτηση. Αν θέλουμε να γυρίσουμε δηλαδή στον διάλογο με τη μητέρα του, κάνοντας κι εμείς με τη σειρά μας έναν προσωπικό στοχασμό πάνω στα δεδομένα του, μια κατακλείδα από την «A Greek Songbook» εμπειρία θα μπορούσε να είναι ότι κάπου έχουν και οι δύο τα δίκια τους.

Φώτης Σιώτας © Α. Σιμόπουλος
Φώτης Σιώτας © Α. Σιμόπουλος

Σε πανοραμική αποτίμηση, οι πιο πετυχημένες στιγμές προήλθαν κυρίως από όσους είχαν ήδη μια σε βάθος τριβή με ό,τι χωράει στη λέξη «εντοπιότητα». Η Σαβίνα Γιαννάτου, λ.χ., εκκινώντας από την Αληπασιάδα του Χατζή Σεχρέτη, έφτιαξε ένα ψηφιδωτό στα πολιτισμικά σύνορα Ελλάδας και Αλβανίας («Και Το Κεφάλι Του Αλή...»), στο οποίο χώρεσε και το τραγούδι και την απαγγελία και τους πιο πειραματικούς βοκαλισμούς της φωνητικής της τέχνης. Ο Blaine L. Reininger –ίσως επειδή είναι και ο ίδιος ένας Αμερικανός φιλέλληνας– συνέλαβε άψογα το πνεύμα της ποίησης του Percy Shelley στο «Σέλλεϋ: Ελλάς», μεταποιώντας το σε τζαζ και ροκ ρυθμούς εμφορούμενους από έναν μελαγχολικό ρομαντισμό που ταίριαξε γάντι στην ερμηνεία του. Ο Παύλος Παυλίδης έθεσε στην υπηρεσία του Λόρδου Βύρωνα την τραγουδοποιητική του τέχνη, συνοψίζοντάς τον συγκινητικά στο «Ο Πυρετός Του Μπάιρον». Και ο Φώτης Σιώτας αναστοχάστηκε με κρίση μα και με χιούμορ εκείνη την παλιά ιστορία με τις πατάτες («Οι Πατάτες Του Καποδίστρια»).

Μάρθα Φριντζήλα, Βασίλης Μαντζούκης © Α. Σιμόπουλος
Μάρθα Φριντζήλα, Βασίλης Μαντζούκης © Α. Σιμόπουλος

Δεν ήταν ασφαλώς οι μόνοι διακριθέντες. Μνεία αξίζει και στη Μάρθα Φριντζήλα με τον Βασίλη Μαντζούκη, οι οποίοι ζωντάνεψαν τον απαγορευμένο έρωτα της Σούσας και του Σαρήμπαλη, κάνοντας το κοριτσάκι που καθόταν δίπλα μου να δακρύσει. Όπως και στον MC Yinka, που χρησιμοποίησε τις ραπ στρατηγικές και τις ανάσες του για μια υποβλητική παραπομπή στην προκήρυξη της Κομμούνας της Άνδρου («Komuna», σε σύνθεση Παύλου Κατσιβέλη), την οποία και σωματοποίησε ενώπιόν μας με τις κινήσεις του, ξυπόλυτος πάνω στη σκηνή. Ή στην καθηλωτική ηθοποιία του Βασίλη Μαγουλιώτη, που μας ξενάγησε στην Ελληνική Νομαρχία στα πλαίσια της δημιουργίας του Μιχάλη Παρασκάκη «Στοχάσου, Καὶ Ἀρκεῖ». Και βέβαια στον Λόλεκ, για τους σκοτεινούς τόνους που πρόσδωσε στους στίχους του Διονύσιου Σολωμού («Αιμάτινος Ποταμός»), αλλά και στον Φίλιππο Σακαγιάν, ο οποίος έφτιαξε ένα θαυμάσιο έργο μεταξύ μοντέρνας λογιότητας και ηλεκτρονικών με βάση τους Ελεύθερους Πολιορκημένους («ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ, κι' εγώ φως»). Στις δύο αυτές επιλογές σύμπραξε μάλιστα και το γυναικείο φωνητικό σύνολο Chórεs, σε διεύθυνση της Μαρίνας Σάττι.

MC Yinka © Β. Ισάεβα
MC Yinka © Β. Ισάεβα

Όσον αφορά το video art σκέλος, ο Κωνσταντίνος Βήτα κατέθεσε μια αλληλουχία φύσης, αστικών τοπίων και ανθρώπινης παρουσίας με εκπληκτικά μονταρισμένη ποιητικότητα («Σου Φιλώ Τα Μάτια»), που όμως δεν κατάφερα προσωπικά να συνδέσω ούτε με το 1821 γενικότερα, ούτε με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο ειδικότερα. Αντιθέτως, το ευρηματικό εικαστικό φιλμάκι «MANDO» του συνθέτη Γιώργου Πούλιου και του σκηνοθέτη/ερμηνευτή Ευριπίδη Λασκαρίδη πέτυχε μεν να παραπέμψει στη Μαντώ Μαυρογένους, έμεινε όμως μετέωρο σε οποιοδήποτε περαιτέρω σχόλιο θέλησε να κάνει, είτε για τις θυσίες της, είτε για τον έρωτα με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Πιο πετυχημένη απ' όλες ήταν η δημιουργία του Δημήτρη Καμαρωτού «Byron Hydrophone Recordings», η οποία συνδύασε το τοπίο της Λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου με field recordings (ακόμα και κάτω από το νερό, εξού και ο τίτλος), με αναγνώσεις της Αμαλίας Μουτούση, καθώς και με ζωντανά παιγμένα όργανα, φτάνοντας έτσι σε μια πολυμεσική αναφορά στον Λόρδο Βύρωνα.

Πέρα πάντως από τις επιμέρους επισημάνσεις (θετικές ή μη), το «A Greek Songbook» πέτυχε κάτι εξαιρετικά σημαντικό, που επιβραβεύει όχι μόνο τη γενναιότητά του, μα εν τέλει ακόμα και τα αδιέξοδά του. Αναπαράστησε δηλαδή το 1821 πέρα από ευθείες, ευκολίες, γραμμικότητες ή κουραστικά επαναλαμβανόμενες εστιάσεις σε συγκεκριμένες φιγούρες και καταστάσεις, ως ό,τι πραγματικά ήταν: ένα χωνευτήρι πολύ διαφορετικών προσωπικότητων, αφετηριών και στοχεύσεων, το οποίο –παρά τις αντιφάσεις και τις συμπαιγνίες που οδήγησαν μέχρι και σε ανοιχτές συγκρούσεις– κάπως κατόρθωσε να συμπορευτεί, οδηγώντας τον τόπο αυτόν σε μια καθοριστική μεταμόρφωση, πάντα βέβαια στο παλιό εκείνο ενδιάμεσο μεταξύ Δύσης και Ανατολής.

© Α. Σιμόπουλος
© Α. Σιμόπουλος

Από μια τέτοια λοιπόν σκοπιά, κανένα μουσικό έργο από όσα είδαμε στο πλαίσιο των φετινών εορτασμών δεν μας έφερε τόσο κοντά στο σύνθετο υπόβαθρο το οποίο πριν 200 χρόνια διαμόρφωσε την έννοια «Ελλάδα», κατά τρόπο που εξακολουθεί να γίνεται αντιληπτός μέχρι και σήμερα.