Η θεατρική και σκηνική δύναμη της χορωδιακής μουσικής: με αφορμή τις υποβλητικές συναυλίες του Κουρεντζή

Τις μακράν πιο πειστικές αθηναϊκές εμφανίσεις τους σε δύο εκπληκτικά προγράμματα χορωδιακής μουσικής χάρισαν την περασμένη εβδομάδα (11-12/11) ο Θεόδωρος Κουρεντζής και τα σύνολα της «MusicAeterna» στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής.

Η θεατρική και σκηνική δύναμη της χορωδιακής μουσικής: με αφορμή τις υποβλητικές συναυλίες του Κουρεντζή

Τις μακράν πιο πειστικές αθηναϊκές εμφανίσεις τους σε δύο εκπληκτικά προγράμματα χορωδιακής μουσικής χάρισαν την περασμένη εβδομάδα (11-12/11) ο Θεόδωρος Κουρεντζής και τα σύνολα της «MusicAeterna» στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής.

Το ότι ο εγκατεστημένος στη Ρωσία εκκεντρικός Έλληνας αρχιμουσικός είναι ένας από τους ελάχιστους σταρ παγκοσμίως στο χώρο της κλασικής μουσικής δεν μπορεί πια να αμφισβητηθεί. Τούτο απέδειξε και η εξάντληση, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, των εισιτηρίων και για τις δύο βραδιές στο Μέγαρο. Στη χώρα μας, πάντως, επέχει πλέον και θέση γκουρού: γιατί πώς αλλιώς να δικαιολογηθεί η θρησκευτική ευλάβεια με την οποία το -ετερόκλητο- κοινό παρακολούθησε δύο εκλεκτικά προγράμματα με εν πολλοίς άγνωστα έργα;

Κι όμως, ακόμη και οι περισσότερο επιφυλακτικοί ή σκεπτικοί για τις ερμηνευτικές επιλογές του Κουρεντζή φιλόμουσοι αποχώρησαν καταγοητευμένοι μετά το πέρας της πρώτης συναυλίας, στην οποία ακούσθηκε το έργο «Τρίστια» [Πένθιμα άσματα] του -παρόντος στην αίθουσα- σύγχρονου Γάλλου συνθέτη Φιλίπ Ερσάν (γ. 1948).

Το σχεδόν 85λεπτης διάρκειας έργο για μικτή χορωδία και ολιγομελές ορχηστρικό σύνολο αποτέλεσε παραγγελία του αρχιμουσικού, ο οποίος είχε γοητευθεί από ένα αντίστοιχο σύντομο χορωδιακό κομμάτι (το «Στιγμές όρια») που ο συνθέτης έγραψε και παρουσίασε στο Φεστιβάλ «Σκιές και Φώτα» του -μετατραπέντος σε κρατική φυλακή- Αβαείου του Κλαιρβώ (Γαλλία) πάνω σε στίχους σύγχρονων γάλλων κρατουμένων.

Ο Κουρεντζής ζήτησε την επέκταση του έργου, με την προσθήκη ποίησης ρώσων εγκλείστων: ο Ερσάν άντλησε έμπνευση από ποιήματα επωνύμων και ανωνύμων που υπέστησαν διώξεις ή και εκτοπισμούς στα σοβιετικά γκουλάγκ, προεξαρχόντων των γνωστών ποιητών Οσίπ Μαντελστάμ και Βαρλαάμ Σαλάμοφ. Προέκυψε έτσι ένα σπονδυλωτό έργο (παγκόσμια πρώτη: Περμ Ρωσίας, 2016) σε έξι κύκλους: οι τρεις πρώτοι αξιοποίησαν σύντομα ποιήματα ζώντων γάλλων φυλακισμένων, ενώ οι υπόλοιποι τρεις μεγαλύτερης διάρκειας ποιήματα ρώσων αντιφρονούντων και κρατουμένων.

Στο γαλλικό τμήμα, ξεχώρισε η λιτή σύμπραξη κάποιων μεμονωμένων οργάνων (ακορντεόν, φαγκότο, βιολοντσέλο), ενώ στο ρωσικό, με τις εντονότερες εναλλαγές διαθέσεων και συναισθημάτων, η ορχηστρική «συνοδεία» (;) περιελάμβανε περισσότερα όργανα, ενίοτε δε και κρουστά (Δημήτρης Δεσύλλας). Σε αμφότερα, η μουσική γλώσσα, χωρίς να είναι ευφάνταστη ή αξιομνημόνευτη, αποτέλεσε ένα επιτυχημένο κράμα πληθώρας αναφορών, από το γρηγοριανό μέλος και τη ρωσική ορθόδοξη μουσική παράδοση μέχρι το σύγχρονο μινιμαλισμό, ιερό και μη, και από το μπαρόκ μέχρι το φολκλόρ, τον ιμπρεσιονισμό και την ατονικότητα… Το έργο διέθετε μια ερεθιστική σκηνική διάσταση στον τρόπο που πάντρευε ποιητικό λόγο και μουσική, αιρόμενο πάνω από τη φόρμα του ορατορίου και της σκηνικής καντάτας και συνιστώντας ένα πρωτότυπο είδος «χορωδιακής όπερας», που δεν έχει μέχρι σήμερα ξανασυναντηθεί!

Αντιλαμβανόμενος απόλυτα τη θεατρική παράμετρο ενός βαθύτατα ανθρώπινου, ενίοτε κοινωνικοπολιτικού πλην ιδιότυπα ποιητικού μουσικού έργου, ο Κουρεντζής έστησε/ σκηνοθέτησε ένα δρώμενο στο οποίο αναδείχθηκε διακριτά όλη η γκάμα συναισθημάτων των πρωταγωνιστών/χορωδών: ο πόνος, η απόγνωση, η διαμαρτυρία, το θρησκευτικό συναίσθημα, η ανάγκη για όνειρο, ελπίδα, παρηγοριά, ελευθερία… Από σκηνικής πλευράς, εκμεταλλεύθηκε την αέναη, χορογραφημένη κίνηση της χορωδίας επί και εκτός σκηνής, τις συνεχείς αλλαγές διάταξης των μελών της με τον ίδιο κατά περίπτωση ως καθοδηγητή ή συνοδό, αξιοποίησε το σκοτάδι και τους υποβλητικούς, χαμηλούς φωτισμούς, βιντεοπροβολές, καπνούς, μικρά σκηνικά χάπενινγκς κλπ.

Σε επίπεδο μουσικής εκτέλεσης, άντλησε από την εξαίρετα συντονισμένη -και άρτια προετοιμασμένη από τον Βιτάλυ Πολόνσκυ- Χορωδία της MusicAeterna τραγούδι πρωτοφανών εκλεπτύνσεων δυναμικής και λεπταίσθητων φωνητικών φωτοσκιάσεων, άλλοτε θερμό και παθιασμένο με μοναδικές εκρήξεις, άλλοτε νηφάλιο και συναισθηματικά εγκρατές, με υψηλού κύρους σολιστικές παρεμβάσεις.

Ο Κουρεντζής έχει συχνά αποπειραθεί να κάνει τη μουσική να «βλέπεται»: ποτέ άλλοτε, όμως, ένα ακρόαμα δεν έδεσε τόσο άρρηκτα, με τέτοια δύναμη και αμεσότητα, με την «οπτικοποίησή» του. Οι διθυραμβικές κριτικές που έχουν γραφτεί για την «Τρίστια» με αφορμή τις διάφορες παρουσιάσεις της ανά την Ευρώπη κατά την τελευταία τριετία μόνο τυχαίες δεν ήσαν…

Η θεατρική και σκηνική δύναμη της χορωδιακής μουσικής: με αφορμή τις υποβλητικές συναυλίες του Κουρεντζή - εικόνα 1
H Χορωδία MusicAeterna υπό τον Θεόδωρο Κουρεντζή κατά τη διάρκεια πρόσφατης εμφάνισής της (11 και 12/11) στην «Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών © Χάρης Ακριβιάδης

Στo αφιερωμένο στην πολυφωνία πρόγραμμα της επόμενης ημέρας (12/11) δέσποσε το υποβλητικό «Κοντσέρτο για χορωδία» του Σνίτκε. Ο Σοβιετικός συνθέτης με τις γερμανοεβραϊκές ρίζες ανέπτυξε, ως γνωστόν, μια ιδιότυπη «μετα-μοντέρνα» γραφή που συνδυάζει με ιστορικίζουσα ευαισθησία στοιχεία ρομαντισμού και μοντερνισμού, εκφράζοντας ένα βασανισμένο ψυχοδραματικό φορτίο μνήμης.

Το κοντσέρτο συνετέθη περί το 1984-85, σε μια περίοδο που ο Σνίτκε επέμενε να αναζητά στο χώρο της θρησκείας απαντήσεις στις προσωπικές μεταφυσικές του ανησυχίες. Γραμμένο για μικτή, δεκαεξάφωνη χορωδία a cappella, αξιοποιεί ως ποιητικό κείμενο το μυστικιστικό «Βιβλίο των πένθιμων ασμάτων» του Αρμένιου ποιητή, μοναχού και θεολόγου Αγίου Γρηγορίου του Ναρεκηνσίου.

Στο βασισμένο στο άρρηκτο δέσιμο του περιεχομένου του ποιητικού λόγου με τη μουσική έργο συντελείτο μια ώσμωση εσωτερικότητας και έκφρασης διακριτικού θρησκευτικού συναισθήματος. Όχι τυχαία, η ερμηνεία που διέπλασε εν προκειμένω ο Κουρεντζής, άλλοτε μέσα σε ημίφως, άλλοτε μέσα σε σχεδόν απόλυτο σκοτάδι, πρόβαλε λιγότερο θεατρική, περισσότερο προσαρμοσμένη στη -φορτισμένη έστω- λιτότητα της μουσικής. Αυτή συνδύαζε στοιχεία αρμονικής γλώσσας και μελίσματα της ρωσικής ορθόδοξης μουσικής παράδοσης του 18ου αιώνα (που οφείλει πολλά στη δυτική μουσική πολυφωνία) με σκληρές «μοντέρνες» συνηχήσεις και μελωδικές «ακροβασίες», κάνοντας το έργο να αιωρείται διαρκώς μεταξύ σκότους και φωτός, απόγνωσης και ελπίδας, παθών και ελέους.

Η ανατριχιαστικά διαυγής εκτέλεση απέφυγε, βέβαια, και πάλι -αλλά με μέτρο- τη σκηνική στατικότητα, εκμεταλλευόμενη τον ασύλληπτο πλούτο ηχοχρωμάτων και δυναμικών των χορωδών. Εύλογα, δημιούργησε μία υποβλητική ατμόσφαιρα που επέτρεπε τη διέγερση πνεύματος και θρησκευτικού αισθήματος.

Παρότι η συναυλία επρόκειτο να περιλαμβάνει μόνο το συγκεκριμένο έργο του Σνίτκε, λίγο πριν από την έναρξή της ανακοινώθηκε ότι αυτό θα παιζόταν στο δεύτερο μέρος, ενώ το πρώτο θα κάλυπταν «εκκλησιαστικοί ύμνοι».

Πράγματι, στην αρχή και το τέλος του πρώτου μέρους, η Χορωδία MusicAeterna ερμήνευσε δύο μεσαιωνικούς ύμνους (εκ των οποίων ο πρώτος γράφτηκε από την περίφημη μύστρια του 12ου αιώνα Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν), ενώ ενδιάμεσα προσφέρθηκε το «Lux Aeterna» του Λίγκετι, ένα από τα γνωστότερα και πιο πρωτότυπα χορωδιακά του 20ού αιώνα. Εμβόλιμα, και από υψηλότερο σκηνικό επίπεδο, ακούσθηκε η νεοϊδρυθείσα ολιγομελής Βυζαντινή Χορωδία της MusicAeterna σε δύο έργα της βυζαντινής υμνογραφίας.

Ανεξαρτήτως της ποιότητας των ερμηνειών, ξένισε ιδιαίτερα το γεγονός ότι ουδείς πληροφόρησε εκ των προτέρων το κοινό, που κατέκλυσε και πάλι την αίθουσα, για το ποια έργα επρόκειτο να παιχθούν! Αν οι πιο ψαγμένοι από τους φιλόμουσους ήταν σε θέση να σχηματίσουν κάποια ιδέα για τα πέντε κομμάτια, το μεγαλύτερο μέρος του ακροατηρίου ενημερώθηκε γι’αυτά από ένα μονοσέλιδο Α4, που ήταν διαθέσιμο …κατά την αποχώρησή του από τη συναυλία! Καλοί οι εντυπωσιασμοί και η επιθυμία ενεργοποίησης των αισθήσεων κάθε ακροατή/θεατή, αλλά η σοβαρή μουσική -οφείλει να- έχει εκ των πραγμάτων και σημαντική (εκ)παιδευτική λειτουργία…

Η θεατρική και σκηνική δύναμη της χορωδιακής μουσικής: με αφορμή τις υποβλητικές συναυλίες του Κουρεντζή - εικόνα 2
Υπό τη διεύθυνση του Μιχάλη Πατσέα, η υψίφωνος Ειρήνη Πατσέα (αριστερά) και η Μικτή Χορωδία «Cantus Nobilis» του Κέτσκεμετ ερμηνεύουν το «Magnificat» του Τζων Ράττερ (Αμφιθέατρο Μουσείου Μπενάκη επί της οδού Πειραιώς, 25/10) © Ωδείο Kodály

Οι συναυλίες του Κουρεντζή γέννησαν αναπόδραστα προβληματισμούς για το παρόν και το μέλλον του χορωδιακού τραγουδιού στην Ελλάδα. Αυτό καλλιεργείται κυρίως σε ερασιτεχνικό επίπεδο (περιλαμβανομένων των αξιόλογων πανεπιστημιακών σχημάτων), ενώ τα μόνα επαγγελματικά σύνολα είναι ουσιαστικά οι Χορωδίες της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, της ΕΡΤ και του Δήμου Αθηναίων. Καθώς η πρώτη περιορίζεται στην πλαισίωση εκδηλώσεων σχετικών με την όπερα, το ευρύ, καθ’εαυτό χορωδιακό ρεπερτόριο υποστηρίζεται από τα άλλα δύο σύνολα, και άλλα με σχετικά τακτική (π.χ. η χορωδία της ΔΕΗ) ή σποραδική παρουσία. Τούτο έχει σαν αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός βασικών ή και λιγότερο γνωστών -πλην θαυμάσιων- χορωδιακών έργων να μένει στην αφάνεια. Ουδείς, πάντως, αμφισβητεί την ανάγκη καλής χορωδιακής εκπαίδευσης που -πρέπει να- παρέχεται σε επίπεδο ωδείων. Ένα από τα κορυφαία εν προκειμένω εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι το Ωδείο Κόνταϋ, που γιόρτασε φέτος 30 χρόνια λειτουργίας και γόνιμης προσφοράς στα μουσικά μας πράγματα. Στις 25/10, στο Αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη επί της οδού Πειραιώς, η Μικτή και Παιδική Χορωδία του Ωδείου εμφανίσθηκαν στο πλαίσιο σχετικής επετειακής συναυλίας, υπό τη διεύθυνση του ιδρυτή και διευθυντή του Μιχάλη Πατσέα.

Καθώς το Ωδείο είναι ευθέως συνδεδεμένο με τη διδασκαλία και μεταλαμπάδευση των μουσικοπαιδαγωγικών μεθόδων του σπουδαίου Ούγγρου συνθέτη Ζόλταν Κόνταϋ, η εκδήλωση δεν μπορούσε παρά να έχει έντονο μαγιάρικο άρωμα. Αφενός γιατί σε αυτήν ακούσθηκαν διάφορα χορωδιακά έργα Ούγγρων συνθετών, όπως του Κόνταϋ και του πρόωρα εκλιπόντος Μίκλος Κότσαρ (στη μνήμη του οποίου ήταν αφιερωμένη η συναυλία), αφετέρου γιατί αυτήν κόσμησε με την παρουσία της (30 χρόνια μετά από αυτήν στα εγκαίνια του Ωδείου) η Μικτή Χορωδία «Cantus Nobilis» του Κέτσκεμετ, σύνολο με σημαίνοντα ρόλο στην υποστήριξη της εθνικής (και παγκόσμιας) χορωδιακής κληρονομιάς. Διαθέτοντας φωνητικές υποενότητες θαυμαστής ηχοχρωματικής γλαφυρότητας και αυτοπεποίθησης, κρυστάλλινη άρθρωση και άρτιο συντονισμό, η «Cantus Nobilis» απέδωσε άριστα τα ενδιαφέροντα σύντομα κομμάτια του Κότσαρ και -από κοινού με τη Μικτή Χορωδία του Ωδείου- τα μοναδικής πληρότητας και ποικιλίας έργα του Κόνταϋ, μεταξύ των οποίων τα σημαντικά -όχι «εθνικού» περιεχομένου- «Pange lingua» και 114ο Ψαλμό της Γενεύης, στα οποία πιανιστική συνοδεία χάρισε ο Λάζλο Ρέβες. Ολόκληρο το δεύτερο μέρος της βραδιάς κάλυψε το δημοφιλές νεο-ρομαντικό «Magnificat» του Τζων Ράττερ. Ο Άγγλος συνθέτης ξέρει να γράφει για τις φωνές, όπως απέδειξε και η συγκεκριμένη αισιόδοξη, φωτεινή σύνθεση με έντονη μελωδικότητα και αρκετά «ποπ» στοιχεία. Υπό την αγωγικά ρευστή διεύθυνση του Πατσέα, η χορωδία «Cantus Nobilis» τραγούδησε με ενθουσιασμό, η υψίφωνος Ειρήνη Πατσέα απέδωσε τα 3 σόλι της με μουσικότητα και ευγενές συναίσθημα, ενώ ο Ρέβες μερίμνησε από το πιάνο για σταθερό ρυθμικό βηματισμό. Η απουσία ορχήστρας δεν επέτρεψε, πάντως, να απολαύσει κανείς την αρκετά ευφάνταστη ενορχήστρωση του έργου.

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Μουσική

Το Μέγαρο Μουσικής ταξιδεύει στη Βόρεια Εύβοια

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Νίκος Πορτοκάλογλου και ο Νίκος Σταμούλος στον κύκλο δράσεων "Φωνές του φθινοπωρινού δάσους".

29/09/2022

Λευτέρη Βενιάδη, τι είναι για σένα η "Αλληλεγγύη" και γιατί έχει ρεμπέτικο ήχο;

Μιλήσαμε με τον συνθέτη για το πρότζεκτ "Τι είναι Αλληλεγγύη;" που παρουσιάζει με τη σκηνογράφο Barbara Ehnes στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και στο οποίο γράφει το soundtrack των αλληλέγγυων παντρεύοντας σύγχρονη μουσική με ρεμπέτικα κομμάτια.

Πέθανε ο ράπερ Coolio

Έφυγε ξαφνικά απ' τη ζωή ο βραβευμένος ράπερ, σε ηλικία 59 ετών.

Το μουσικό ταξίδι των Portico Quartet περνάει από την Αθήνα

Το βρετανικό κουαρτέτο επιστρέφει στο Piraeus Club Academy (LouLou is Present) με υπερβατική διάθεση, jazz, mimimal, ηλεκτρονικά και κινηματογραφικά ηχοχρώματα.

Τάνια Τσανακλίδου: "Ήμασταν τόσο τυχεροί όσοι γνωρίσαμε τον Γιάννη Σπανό"

Σχεδόν μισό αιώνα από την πρώτη τους γνωριμία και 40 χρόνια μετά τον πρώτο τους κοινό δίσκο, η αγαπημένη ερμηνεύτρια τιμά την παρακαταθήκη του σπουδαίου συνθέτη στήνοντας μια βραδιά που νιώθει ότι του τη χρωστάει.

Οι New Model Army επιτέλους στην Αθήνα

Η εξ'αναβολής, από το 2020, επετειακή, για τα 40 χρόνια της μπάντας, συναυλία της μπάντας στο Fuzz Club, θα πραγματοποιηθεί τον Νοέμβριο.