Γκρίζες ζώνες μεταξύ μουσικού θεάτρου και όπερας: «Βασίλισσα των ξωτικών» — «Ζ» — «Βιβλίο της ανησυχίας»

Το «μουσικό θέατρο» σε όλες του τις εκφάνσεις είχε συχνά την τιμητική του στην τρέχουσα καλλιτεχνική σαιζόν, που οδεύει προς το τέλος της, ιδίως στο πλαίσιο της εξαιρετικά ανήσυχης και δραστήριας Εναλλακτικής Σκηνής της Λυρικής.

Γκρίζες ζώνες μεταξύ μουσικού θεάτρου και όπερας: «Βασίλισσα των ξωτικών» — «Ζ» — «Βιβλίο της ανησυχίας»

Το «μουσικό θέατρο» σε όλες του τις εκφάνσεις είχε συχνά την τιμητική του στην τρέχουσα καλλιτεχνική σαιζόν, που οδεύει προς το τέλος της, ιδίως στο πλαίσιο της εξαιρετικά ανήσυχης και δραστήριας Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ.

Γκρίζες ζώνες μεταξύ μουσικού θεάτρου και όπερας: «Βασίλισσα των ξωτικών» — «Ζ» — «Βιβλίο της ανησυχίας» - εικόνα 1
Ο γάμος Δάφνης-Απόλλωνα (ή ο Ιερός γάμος της βασίλισσας των ξωτικών), λίγο πριν το φινάλε της διασκευής από τον Γιάννη Σκουρλέτη και την ομάδα bijoux de kant της όπερας του Πέρσελ «Η Βασίλισσα των ξωτικών» που ανέβηκε στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ (5/5)

Χωρά μεγάλη συζήτηση, βέβαια, ως προς το τί εντάσσεται σ’αυτόν τον όρο/κατηγορία και πώς οριοθετούνται οι σχέσεις του με την όπερα. Σε κάθε περίπτωση, οι τρεις παραγωγές που θα συζητηθούν στο σημερινό σημείωμα ερέθισαν με την πολυσχιδία των προσεγγίσεων αλλά και το υψηλού επαγγελματισμού επίπεδο υλοποίησης.

Στις 5/5, παρακολουθήσαμε στην Εναλλακτική Σκηνή μία διασκευή της όπερας του Πέρσελ «Η Βασίλισσα των ξωτικών». Παρότι η εξαιρετικά προσεγμένη παραγωγή διαφημίσθηκε ως «μπαρόκ όπερα», ελάχιστη σχέση είχε, κατά το μη μουσικό της σκέλος, με την πρωτότυπη πεντάπρακτη ημιόπερα, που περιελάμβανε πρόζα, σολιστικά και χορωδιακά κομμάτια, χορούς και αμιγώς μουσικά μέρη. Η χαλαρή δραματουργία της βασίσθηκε σε ανώνυμη διασκευή του σαιξπηρικού «Ονείρου καλοκαιρινής νύχτας», με σημαντικότατη τροποποίηση πλοκής και προσώπων και αναφορά στις ερωτικές περιπέτειες του ζεύγους Τιτάνιας και Όμπερον.

Αναζητώντας έναν κεντρικό αφηγηματικό πυρήνα, ο σκηνοθέτης Γιάννης Σκουρλέτης και η ομάδα του bijoux de kant εστίασαν σε δύο ζητήματα του θεάτρου της Παλινόρθωσης της εποχής του Πέρσελ που θεωρήθηκε ότι παρουσιάζουν και σήμερα ενδιαφέρον, αυτά της απώλειας και της μεταμόρφωσης. Αν το περίφημο θρηνητικό τραγούδι «O let me weep» αποτέλεσε το βασικό μοτίβο της παράστασης και «ξεκλείδωσε» την ιδέα της απώλειας, η μεταμόρφωση βρήκε -σε επίπεδο εικόνας- μια σύγχρονη εθνική γείωση στο γνωστό βορειοελλαδίτικο δρώμενο «γενίτσαροι και μπούλες». Με τους δεδομένους δραματουργικούς άξονες, η υπόθεση μεταφέρθηκε σε μια σημερινή (;) Αρκαδία ανεκπλήρωτων επιθυμιών, με πρωταγωνιστές το ζεύγος δύο νέων (Δάφνη-Απόλλων), η θεατρική πρόζα παραμερίσθηκε πλήρως, ενώ ο χορός υποκαταστάθηκε από κινησιολογία που επιμελήθηκε ο χορευτής Τάσος Καραχάλιος, ο οποίος ανέλαβε και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του -ολόγυμνου- Απόλλωνα.

Κατόπιν τούτων, ακολούθησε η επιλογή των μουσικών μερών από τον σκηνοθέτη σε συνεργασία με τον τσεμπαλίστα και αρχιμουσικό Μάρκελλο Χρυσικόπουλο. Παρότι διατηρήθηκε μεγάλο μέρος της μουσικής (φωνητικά και ενόργανα κομμάτια) από τις διάφορες εκδοχές της παρτιτούρας, αυτή συρρικνώθηκε χρονικά (σε 80λεπτη περίπου διάρκεια) και προσαρμόσθηκε στη δεκαμελή εν προκειμένω σύνθεση του εκλεκτού συνόλου παλαιάς μουσικής «Latinitas Nostra».

Σε επίπεδο εντυπώσεων, περισσότερη απόλαυση χάρισε το ιστορικά ενημερωμένο μουσικό σκέλος. Η αέρινη, δραματική διεύθυνση του Χρυσικόπουλου ανέδειξε την ομορφιά της ενορχήστρωσης, πολλώ δε μάλλον όταν οι «Latinitas Nostra» υπερέβαλαν εαυτούς, καθοδηγούμενοι από το σπάνιας ευφράδειας βιολί της Φανής Βοβώνη και το ευέλικτο τσέμπαλο του Αλέξη Μαστιχιάδη.

Φωνητικά, η ικανοποίηση προήλθε κυρίως από το υφολογικά και ορθοτονικά ανεπίληπτο τραγούδι του κόντρα τενόρου Νίκου Σπανού και της σοπράνο Φανής Αντωνέλου, που ενσάρκωσαν δύο από τους αλληγορικούς ρόλους των 4 εποχών (Καλοκαίρι – Άνοιξη) και έλαμψαν στη σκηνή της επίκλησης στον Υμέναιο. Παρά τη γενικά καλή παρουσία τους, ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός (Χειμώνας/ποιητής) και ο τενόρος Γιάννης Καλύβας (Φθινόπωρο) αντιμετώπισαν περισσότερες δυσκολίες από πλευράς αισθητικής τραγουδιού. Ατυχώς για όλους, η θαυμάσια μεσόφωνος Θεοδώρα Μπάκα (Δάφνη) δεν αξιοποιήθηκε μουσικά όσο έπρεπε, περιοριζόμενη κυρίως σε επαναλήψεις του προαναφερθέντος θρήνου. Ας εξαρθεί, πάντως, η μέριμνα να τηρηθούν οι επαναλήψεις με αρκετές μπαρόκ διανθίσεις. Επιτυχημένη ήταν η συμμετοχή 14μελούς κλιμακίου της Μεικτής Χορωδίας του Δήμου Αθηναίων (διεύθυνση: Σταύρος Μπερής), που εμφανίσθηκαν ως Μπούλες.

Η δεσπόζουσα παρουσία αυτών (ως άλλος χορός Νυμφών) αποτέλεσε μέρος ενός ετερόκλητου, πλην καλά μελετημένου -στη λογική/συνοχή του- και οπτικοποιημένου (σκηνικά/κοστούμια: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης) εικαστικού «κολλάζ», το οποίο απηχούσε μεν τη συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών αισθητικών που χαρακτηρίζουν πάγια τις παραστάσεις των bijoux de kant, αλλά στερείτο ζωής/θεατρικής αλήθειας. Αν η χαλαρότητα της προσέγγισης, το στυλιζάρισμα και η τελετουργική στατικότητα του θεάματος, ή ακόμη οι μάσκες παρέπεμπαν -γενικώς- στον κόσμο του μπαρόκ, η εξωστρέφεια και η ελαφράδα αυτού του τελευταίου δεν συναντήθηκαν μ’ένα σκηνοθετικό σύμπαν συντιθέμενο από στοιχεία παραδοσιακού λαϊκού πολιτισμού (μπούλες χωρίς όμως γενίτσαρους!) και σαφείς ψυχαναλυτικούς συνειρμούς/ συμβολισμούς (απώλεια του άλλου, αναζήτηση και ερωτική επανένωση με αυτόν, γονιμική αναγέννηση της φύσης).

Ακόμη λιγότερο συναντήθηκε η συγκεκριμένη δραματουργία με τη μουσική αλλά και την ίδια την όπερα του Πέρσελ, διατηρώντας ζωντανό τον προβληματισμό για τα όρια του «πειράγματος» των λυρικών έργων, ακόμη και στα πλαίσια μιας «Εναλλακτικής» Λυρικής Σκηνής. Η ΕΛΣ οφείλει να ενσκήψει με σοβαρότητα στον μαγευτικό πλην πλήρως παραγκωνισμένο κόσμο του μπαρόκ, αξιοποιώντας τη δεδομένη γνώση και αγάπη που έχει για το είδος μια νεώτερη γενιά λαμπρών Ελλήνων μουσικών. Η πρώτη/σωστή γνωριμία του ευρύτερου κοινού με το μπαρόκ προϋποθέτει, όμως, ότι η αναγκαία «αυθεντικότητα» ως προς την ερμηνεία της μουσικής και την εκφορά του αδόμενου λόγου (θα) συνδυάζεται με περίσκεψη/φειδώ ως προς την έκταση των δραματουργικών «παρεμβάσεων» στα πρωτότυπα έργα! Η κάθε λογής «υπέρβαση/αυθαιρεσία» εκτιμάται μόνο όταν υπάρχει στέρεη κατανόηση του πρωτοτύπου και αυτή -δυστυχώς- απουσιάζει στη χώρα μας…

Γκρίζες ζώνες μεταξύ μουσικού θεάτρου και όπερας: «Βασίλισσα των ξωτικών» — «Ζ» — «Βιβλίο της ανησυχίας» - εικόνα 2
Η Γυναίκα/Ψυχή (Τζίνα Φωτεινοπούλου) αγωνιά για τον Ζ (Δημήτρης Παπανικολάου) εν όψει της προγραμματισμένης -και μοιραίας- ομιλίας του στη Θεσσαλονίκη: σκηνή από την Α’ πράξη του έργου «Ζ» του Μηνά Μπορμπουδάκη που παρουσιάσθηκε τον Μάρτιο και Απρίλιο 2018 στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ

Λίγες μέρες νωρίτερα είχε ολοκληρωθεί η δεύτερη σειρά παραστάσεων του «Ζ», καινούργιου έργου που η Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής είχε παραγγείλει στον Κρητικό συνθέτη Μηνά Μπορμπουδάκη. Η παρακολούθηση της παραγωγής (10/3) λίγο μετά την παγκόσμια πρώτη είχε αφήσει ενδιαφέρουσες αν και κάπως άνισες εντυπώσεις.

Ως αφετηρία για τη σύνθεση λιμπρέτου από τον συγγραφέα Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη χρησιμοποιήθηκε το γνωστό μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού. Εστιάζοντας με θαυμαστή οικονομία στα ουσιώδη της υπόθεσης Λαμπράκη που εκτυλίχθηκε σε μία ιστορικά και πολιτικά φορτισμένη περίοδο, ο λιμπρετίστας προσπάθησε να ισορροπήσει τα -κυρίαρχα στο μυθιστόρημα- στοιχεία της δράσης με μια κατάδυση στον κόσμο των ιδεών και των συναισθημάτων των πρωταγωνιστών.

Η σαφής οριοθέτηση των παραπάνω αξόνων σε κάθε πράξη αντανακλάσθηκε τόσο στη νηφάλια, «αφαιρετική» μουσική του Μπορμπουδάκη όσο και στην αφηγηματικά στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία της ικανότατης Κατερίνας Ευαγγελάτου, διασφαλίζοντας μια συνεκτική άρθρωση ακροάματος και θεάματος, παρά τις αρκετές μεταξύ τους ανισορροπίες (έντονος ρόλος αφήγησης ή/και πρόζας).

Πιο αιχμηρή/τεταμένη στην πρώτη πράξη, πιο τρυφερή και ξεκάθαρα λυρική στη δεύτερη, σταθερά ενταγμένη στο μεταπολεμικό κεντροευρωπαϊκό μουσικό μοντερνισμό, η προσεγμένη και ενίοτε ευρηματική ενορχήστρωση ξεχώρισε για την διαφάνεια των ηχητικών τοπίων, συμβάλλοντας καθοριστικά στο να αναδειχθούν ατμόσφαιρες και η -κινούμενη στα όρια του Sprechgesang ή κατά τόπους μελωδική- φωνητική γραφή. Η μουσική διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη εκμαίευσε από τους μουσικούς του «Ergon Ensemble» ένα αριστοτεχνικά σβέλτο και ακριβές παίξιμο, ενώ υποστήριξε/ συνόδευσε άρτια την πολυπληθή διανομή μονωδών και φωνητικού συνόλου. Από αυτήν ξεχώρισαν οι Τζίνα Φωτεινοπούλου (Γυναίκα/Ψυχή), Γιάννης Γιαννίσης (Αρχιδεινόσαυρος), Χρήστος Κεχρής (Γρύλος) και Βαγγέλης Μανιάτης (Ανακριτής).

Αξιοποιώντας ψευδορεαλιστικά σκηνικά (Εύα Μανιδάκη), κοστούμια «εποχής» (Βασιλική Σύρμα) και υποβλητικούς φωτισμούς (Σίμος Σαρκετζής), η Ευαγγελάτου έστησε μιαν παράσταση καλαίσθητη, ουσιαστική και ευθύβολη, που επέτρεψε την γλαφυρή προβολή καταστάσεων και χαρακτήρων, διατηρώντας αμείωτη την ψυχολογική ένταση. Η σαφής κατανόηση των κωδίκων του λυρικού θεάτρου από την σκηνοθέτιδα αφήνει μεγάλες προσδοκίες για σοβαρότερες αναθέσεις στο πεδίο αυτό.

Χαρακτηριστικό δείγμα -και κατά δήλωση του συνθέτη- μουσικού θεάτρου και όχι όπερα (όπως επικοινωνήθηκε), το «Ζ» αποτέλεσε μια γόνιμη σύγχρονη συνάντηση μουσικής και πολιτικής, έστω και αν είναι ασαφές σε ποιο κοινό απευθύνεται. Πάντως, παρότι η μουσική απείχε -συνειδητά- παρασάγγας από το επικό κινηματογραφικό soundtrack του Θεοδωράκη, υπήρχαν στιγμές που είχε κανείς την αίσθηση ότι η υπέρμετρη αποστασιοποίηση σε σχέση με τον κεκαλυμμένο διδακτισμό του «στρατευμένου» πρωτοτύπου οδηγούσε σε μια κάπως φορμαλιστική προσέγγιση, ιδιαίτερα ορατή στη χαμηλής δραματικής έντασης β’ πράξη. Αντίστοιχα, η όχι πάντοτε ευτυχής εναλλαγή μεταξύ «σκληρών» σκηνών θεατρικής δράσης με άλλες περισσότερο ποιητικές/συμβολικές διερρήγνυε συχνά τον ρυθμό της παράστασης, με αποκορύφωμα τους μονολόγους του Ζ (που υποδύθηκε ο ηθοποιός Δημήτρης Παπανικολάου) προς το φινάλε κάθε πράξης. Οι αντιφάσεις αυτές μοιραία θόλωναν το στίγμα και τη στόχευση της όλης δουλειάς…

Η Εθνική Λυρική Σκηνή οφείλει να ενσκήψει με σοβαρότητα στον μαγευτικό πλην πλήρως παραγκωνισμένο κόσμο του μπαρόκ, αξιοποιώντας τη δεδομένη γνώση και αγάπη που έχει για το είδος μια νεώτερη γενιά λαμπρών Ελλήνων μουσικών.

Γκρίζες ζώνες μεταξύ μουσικού θεάτρου και όπερας: «Βασίλισσα των ξωτικών» — «Ζ» — «Βιβλίο της ανησυχίας» - εικόνα 3
Στιγμιότυπο από την παράσταση «Το Βιβλίο της ανησυχίας» του Μίσελ φαν ντερ Άα που παρουσιάσθηκε στην Ωνάσειο Στέγη (15/12/2017)

Αν αναζητούσαμε «συγγένειες» -από πλευράς στίγματος ή αφετηρίας/έμπνευσης- τόσο της «Βασίλισσας των ξωτικών» όσο και του «Ζ»», θα έπρεπε να ανατρέξουμε στην παράσταση μουσικού θεάτρου για ηθοποιό, μουσικό σύνολο και ταινία «Το Βιβλίο της Ανησυχίας», που ανέβηκε στην Ωνάσειο Στέγη …πριν τα Χριστούγεννα (15/12/2017)!

Ο συστηματικός πλέον αποκλεισμός των περισσοτέρων εκφάνσεων της λεγόμενης «σοβαρής» μουσικής από τον προγραμματισμό της Στέγης και η στροφή της σε απόλυτα εξειδικευμένες προτάσεις περί τη μουσική (που προβάλλονται ως «σύγχρονες», «εναλλακτικές», «διαπολιτισμικές» κλπ) έχει εύλογα οδηγήσει στην περιορισμένη κάλυψη των εκδηλώσεών της.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, πάντως, της φετινής χρονιάς αποτέλεσε το «σκηνικό» ανέβασμα (2008) από τον Ολλανδό συνθέτη και σκηνοθέτη Μίσελ φαν ντερ Άα κάποιων από τα πολλά ημιτελή και αδημοσίευτα κείμενα που άφησε ο Πορτογάλλος συγγραφέας Φερνάντο Πεσσόα, και τα οποία εκδόθηκαν μεταθανάτια -μόλις το 1982- υπό τον τίτλο «Το Βιβλίο της Ανησυχίας», που είχε ήδη παρουσιασθεί με επιτυχία διεθνώς. Στις παραστάσεις της Αθήνας συνέπραξαν το ελληνικό συγκρότημα σύγχρονης μουσικής «Ergon Ensemble» υπό τον Ολλανδό αρχιμουσικό Κάσπερ ντε Ρο και ο ηθοποιός Μιλτιάδης Φιορέντζης.

Στο ιδιαίτερο αυτό δείγμα μουσικού θεάτρου, τα σπαράγματα του Πεσσόα αποδόθηκαν μέσα από έναν απρόσμενο συνδυασμό ζωντανής ερμηνείας (μουσική, αφήγηση/σκηνική δράση) και κινηματογραφικών προβολών μερικών από τους χαρακτήρες του βιβλίου. Τραγούδι (απόηχοι φάντο), ηλεκτρονικοί ήχοι, εικόνες και λόγος ήλθαν σ’έναν ιδιότυπο, επί σκηνής «διάλογο», που φιλοδόξησε να εκπέμψει κάτι από τον υπαρξιακό, συνειρμικό, πλην σαφώς «ερμητικό» λόγο του Πεσσόα.

Δεδομένης της στριφνής, «ανοιχτής» δραματουργίας (;) του πρωτοτύπου, η «συνάντηση» αυτή τόσο διαφορετικών εκφραστικών μέσων οριοθέτησε ένα θέαμα/ακρόαμα περισσότερο εικαστικής απ’ότι θεατρικής διάστασης. Η σαγήνη υπήρξε αδιαμφισβήτητη στο επίπεδο του σφιχτού, εκπληκτικά ακριβούς συγχρονισμού εικόνας και ήχου/ορχηστρικής συνοδείας, που απέδωσε έξοχα το «Ergon Ensemble». Όμως, η συνολικά μάλλον επιφανειακή, «ελαφριά» προσέγγιση ελάχιστα δικαίωσε το βάθος του λόγου ή ανίχνευσε τις μεταβολές διαθέσεων και ψυχολογικών καταστάσεων που χαρακτηρίζουν τον ονειρικό κόσμο του Πεσσόα… Το ειδικό κοινό της Στέγης, πάντως, το εξετίμησε δεόντως!

Credits φωτογραφιών: Ανδρέας Σιμόπουλος («Βασίλισσα των ξωτικών») – Σταύρος Χαμπάκης («Ζ») – Γιάννης Σούλης («Το Βιβλίο της ανησυχίας»)

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Μουσική

Ο Andrea Bocelli στο Sani Festival

Ο γνωστός τενόρος Andrea Bocelli υπογράφει την τελευταία ημέρα του εορταστικού Sani Festival στο Sani Resort.

12/08/2022

Συναυλιακό αφιέρωμα στη Σμύρνη με την Ελένη Τσαλιγοπούλου στο Φεστιβάλ Μαραθώνα

Η Ελένη Τσαλιγοπούλου και έξι δεξιοτέχνες μουσικοί, μάς προσκαλούν σε ένα μουσικό ταξίδι στις αρχές του 20ου αιώνα, γεμάτο από την κοσμοπολίτικη αύρα της πόλης εκείνης που θα αποτελεί πάντα σημείο αναφοράς στην σύγχρονη ιστορία του ελληνισμού.

Φεστιβάλ "Στη σκιά των Βράχων" με τη Νατάσσα Μποφίλιου

Η καλλιτεχνική τριάδα αποτελούμενη από τους Νατάσσα Μποφίλιου, Θέμη Καραμουρατίδη και Γεράσιμο Ευαγγελάτο επιστρέφει στην Αθήνα για μια συναυλιακή βραδιά "Στη Σκιά των βράχων".

To "Anime" του Φοίβου Δεληβοριά στην Τεχνόπολη

Η πρώτη ολοκληρωμένη παρουσίαση του άλμπουμ του γνωστού καλλιτέχνη στην Τεχνόπολη από μία ομάδα ταλαντούχων συντελεστών.

Οι εκρηκτικοί Clamm τον Σεπτέμβριο στην Αθήνα

Η αυστραλιανή μπάντα ανεβαίνει στη σκηνή της Death Disco και παρουσιάζει το νέο της δισκογραφικό υλικό, συνοδευόμενοι από τους Kidney Black και τους Frenzee.

Taki Tsan & Phyrosun στα Πανοραμικά Σκαλιά του Νιάρχου

Δύο θρύλοι της εγχώριας hip hop σκηνής έρχονται το φθινόπωρο στην Αθήνα ερμηνεύοντας ακυκλοφόρητα τραγούδια αλλά και παλαιότερα υλικό της δισκογραφίας τους.