Συνέντευξη

Χριστόφορος Μαρίνος: «Είμαι επιμελητής-κυνηγός κι έχω σχεδιάσει ένα πρόγραμμα με κομμένη την ανάσα»

Από , -

Εκπρόσωπος της γενιάς των επιμελητών που έκανε τα πρώτα βήματά της στην Αθήνα των '00s, ο Χριστόφορος Μαρίνος έχει ακολουθήσει από κοντά τη δράση της αντίστοιχης γενιάς καλλιτεχνών γράφοντας και επιμελούμενος εκθέσεις, έχει συνεργαστεί με θεσμούς όπως το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και η Μπιενάλε της Αθήνας, έχει γράψει για τη στήλη των τεχνών και στο αθηνόραμα, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει εστιάσει στο έργο ιστορικών καλλιτεχνών παρουσιάζοντας μονογραφίες τους στο Μουσείο Μπενάκη, το Σπίτι της Κύπρου και αλλού. Έχει λοιπόν ενδιαφέρον να δούμε τι σκέφτεται για το πολιτιστικό πρόγραμμα του ΟΠΑΝΔΑ αλλά και γενικότερα, ειδικά μάλιστα ώντας από τους λίγους της γενιάς του που επιτέλους αποκτούν μια θεσμική θέση.

Δεν μπορούμε να μην ξεκινήσουμε με την πανδημία και την αναστολή των πολιτιστικών εκδηλώσεων. Τι πιστεύεις ότι μπορεί να γίνει για την προστασία του πολιτιστικού δυναμικού της χώρας παράλληλα με την προστασία της υγείας μας;
Θα ξεκινήσω με τη διαπίστωση ότι ακόμα και σε καιρούς πανδημίας οι Αθηναίοι δεν περπατούν και δεν χρησιμοποιούν ποδήλατο στις μετακινήσεις τους. Αντιθέτως προτιμούν να συνωστίζονται στα μέσα μαζικής μεταφοράς, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την υγεία όλων. Τα καφέ και τα μπαρ της πόλης είναι γεμάτα και εκτός από το προσωπικό κανείς δεν φοράει μάσκα. Απεναντίας, στις πολιτιστικές εκδηλώσεις όλοι είναι υποχρεωμένοι να φορούν μάσκα και να κρατούν αποστάσεις ασφαλείας. Ας μην δαιμονοποιούμε λοιπόν τις πολιτιστικές εκδηλώσεις, και ειδικότερα τις εικαστικές εκθέσεις, που εκ των πραγμάτων συγκεντρώνουν συγκεκριμένο κοινό.
Σε αυτή την περίεργη φάση που διανύουμε ο πολιτισμός είναι μια όαση, ένα καταφύγιο. Οι χώροι πολιτισμού πρέπει να παραμείνουν ανοιχτοί, τηρώντας αυστηρά τα μέτρα προστασίας και πρόληψης. Η υγεία μας δεν πλήττεται μόνο από τον ιό, αλλά και από πολλούς άλλους παράγοντες. Προέχει η προστασία της ψυχικής μας υγείας. Η υποχρέωση, επομένως, είναι αμοιβαία: οι πολίτες πρέπει να θωρακίσουν τον εαυτό τους και να λάβουν τις απαραίτητες προφυλάξεις για να διευκολύνουν το έργο της κυβέρνησης, ενώ η τελευταία οφείλει να βρει τρόπους ώστε να μην αδρανοποιηθεί το πολιτιστικό δυναμικό της χώρας, το οποίο αριθμεί δεκάδες χιλιάδες επαγγελματίες.

«Ο ρόλος του καλλιτεχνικού διευθυντή είναι ιδιαίτερα απαιτητικός. Όταν το όραμα των δημοσιογράφων και των κριτικών είναι μεγαλύτερο από το δικό σου, τότε είσαι χαμένος από χέρι. Για να αλλάξεις την τροχιά, απαιτείται υπέρβαση»

Τι ρόλο θα μπορούσαν να παίξουν οι εικαστικές εκθέσεις του ΟΠΑΝΔΑ στο πολιτιστικό σκηνικό της Αθήνας; Ποιο είναι το προσωπικό σου όραμα αναλαμβάνοντας αυτή τη θέση;
Ο ΟΠΑΝΔΑ διαθέτει ένα «στόλο» από πολιτιστικά κέντρα και δομές. Οι δυνατότητες του οργανισμού είναι τεράστιες. Οι εικαστικές εκθέσεις μας θα εμπλουτίσουν τον πολιτιστικό χάρτη της πόλης και τολμώ να πω ότι θα τον αλλάξουν – τουλάχιστον αυτή είναι η βασική μας επιδίωξη. Δεν βλέπουμε ανταγωνιστικά τα υπόλοιπα μουσεία και ιδρύματα. Άλλωστε το καθένα έχει τον δικό του χαρακτήρα και βάζει το δικό του λιθαράκι στο πολιτιστικό τοπίο.
Το προσωπικό μου όραμα είναι αρκετά φιλόδοξο. Έχω σχεδιάσει ένα σφιχτό πρόγραμμα που περιλαμβάνει 30 εκθέσεις για τα επόμενα δύο χρόνια. Αν έπρεπε να του δώσω έναν τίτλο, αυτός θα ήταν «με κομμένη την ανάσα». Θέλω να δείξω τις δυνατότητες της ελληνικής τέχνης, δίνοντας την ευκαιρία σε καλλιτέχνες που εκτιμώ να ξεδιπλώσουν τις ιδέες τους. Είμαι επιμελητής-«κυνηγός». Ανιχνεύω το πεδίο προκειμένου να εντοπίσω τις πλέον πειστικές καλλιτεχνικές προτάσεις. Με τη συμπαράσταση της προέδρου του ΟΠΑΝΔΑ, κυρίας Άννας Ροκοφύλλου και τη βοήθεια των συνεργατών μου, θα προσπαθήσω να κάνω τη διαφορά. Ο ρόλος του καλλιτεχνικού διευθυντή είναι ιδιαίτερα απαιτητικός. Όταν το όραμα των δημοσιογράφων και των κριτικών είναι μεγαλύτερο από το δικό σου, τότε είσαι χαμένος από χέρι. Για να αλλάξεις την τροχιά, απαιτείται υπέρβαση.

Το πρόγραμμα της πρώτης χρονιάς βλέπουμε να εστιάζει σε ατομικές εκθέσεις καλλιτεχνών διαφορετικών γενιών. Με ποιο σκεπτικό διαμορφώθηκε;
Το πρόγραμμα διαμορφώθηκε την περίοδο της καραντίνας. Είχα τον χρόνο να κάνω έρευνα και να σχεδιάσω ένα corpus εκθέσεων που θα έχει έναν σκελετό, μια συνοχή. Πολλές από τις ιδέες μου -π.χ. ο Ελευθέριος Αλεξίου και το «Ρεμπέτικο»- προϋπήρχαν. Άλλες προέκυψαν από την επικαιρότητα, όπως το πρότζεκτ «Πλατεία 1821», που θα γίνει το επόμενο φθινόπωρο σε συνεργασία με την Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης. Η ομαδική έκθεση «Collectanea», που επιμελήθηκα τον Φεβρουάριο στη Σχολή Καλών Τεχνών του Deree, ήταν σημαντική γιατί από εκεί ξεπήδησαν η «Λιθολογία» του αρχιτέκτονα και εικαστικού Ζήση Κοτιώνη και το πρότζεκτ της Ρίας Δάμα πάνω στον Παπαδιαμάντη.
Το πρόγραμμα όντως εστιάζει σε ατομικές εκθέσεις, οι οποίες έχουν μεταξύ τους συγγένειες και μοιράζονται κοινές θεματικές. Ας πούμε, το ενδιαφέρον της Μάρως Φασουλή για τη λαϊκή αρχιτεκτονική σε οδηγεί στην «εργασία αυτοαναγνώρισης» του Κοτιώνη, που επιχειρεί «μια επιστροφή στο ξεχασμένο γεωλογικό ασυνείδητο», και αυτή με τη σειρά της έρχεται να συναντήσει την εργασία της Αναστασίας Δούκα, η οποία αναζητά «τη συνείδηση του αντικειμένου-σώματος καθώς αυτό κινείται και επικοινωνεί στον χρόνο και στον χώρο». Βέβαια, το πρόγραμμα περιλαμβάνει και άλλου τύπου πρότζεκτ, όπως συζητήσεις, αλλά και αρκετές ομαδικές εκθέσεις – δύο από αυτές, μάλιστα, θα είναι σε μορφή βιβλίου. Ήδη ξεκινάμε με την υπαίθρια έκθεση «Unhappy Monuments» στο Πάρκο Ελευθερίας, στην οποία συμμετέχουν 14 καλλιτέχνες που βράβευσε η ARTWORKS το 2019, στο πλαίσιο του 2ου Προγράμματος Υποστήριξης Καλλιτεχνών Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

«Επί του δάσους συναυλία», Ελευθέριος Αλεξίου
«Επί του δάσους συναυλία», Ελευθέριος Αλεξίου

Μίλησέ μας λίγο για κάθε έκθεση που θα δούμε. Ποια έκπληξη μας περιμένει;
Η έκθεση του Ηλία Παπαηλιάκη στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων αποδείχθηκε το κατάλληλο ξεκίνημα και έχει μεγάλη απήχηση. Ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από τον όγκο της δουλειάς, που συνδυάζεται με μια σπάνια οικονομία στα εκφραστικά μέσα (έως 29/11). Από την άλλη, οι ψυχεδελικές συνθέσεις της Μάρως Φασουλή στο Κέντρο Τεχνών θα ενθουσιάσουν μικρούς και μεγάλους (6-8/11). Πηγάζουν από τη λαϊκή τέχνη, παραπέμποντας σε παιδικές ζωγραφιές και κατασκευές, σε ταπισερί και γκραφίτι. Στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης «Αγγελική Χατζημιχάλη», ο Ελευθέριος Αλεξίου παραδίδει μαθήματα ευαισθησίας – αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι όταν έκανε αυτά τα έργα πλησίαζε τα 70 (6/10-22/11).
Η έκπληξη είναι συστατικό στοιχείο της έκθεσης «Unhappy Monuments» στο Πάρκο Ελευθερίας (10-20/10). Εκεί ο θεατής θα έχει την ευκαιρία να συναντήσει διάφορα αντι-μνημεία, που μάλλον θα τον ξαφνιάσουν ευχάριστα, αφού διαθέτουν χιούμορ και έχουν παιχνιδιάρικη διάθεση. Στον Κοτιώνη θα επαναξιολογήσεις την πολύπλευρη σημασία της πέτρας και στη Δάμα θα σε αγγίξει η ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει τα κείμενα του Παπαδιαμάντη και ο ευφάνταστος τρόπος που τα οπτικοποιεί. Στο τέλος Ιανουαρίου, που ξεκινάει το δεύτερο κύμα εκθέσεων, τα δύο κτίρια της Πινακοθήκης θα γεμίσουν με τα πορτρέτα της Σίλειας Δασκοπούλου (1936-2006). Η αναδρομική της θα αποδείξει ότι ο «λαϊκός παγανισμός» του Φασιανού είχε έναν πολύ σοβαρό αντίπαλο. Η ζωγραφική της Σίλειας είναι γροθιά στο στομάχι, δεν χωνεύεται εύκολα.

Η έκθεση του Ηλία Παπαηλιάκη «Τα θεωρητικά αντικείμενα: Έργα 2017-202» στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων
Η έκθεση του Ηλία Παπαηλιάκη «Τα θεωρητικά αντικείμενα: Έργα 2017-202» στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων

Τα τελευταία χρόνια ως επιμελητής έχεις εστιάσει στις μονογραφίες και δη παλιότερων καλλιτεχνών. Ποιες είναι οι προκλήσεις μια ιστορικής μονογραφίας; Πώς μπορεί να ξεφύγει από μια ακαδημαϊκή παρουσίαση ή μια «αγιογραφία»-μυθοποίηση ενός καλλιτέχνη του παρελθόντος;
Πράγματι, την τελευταία δεκαετία μελέτησα σε βάθος το έργο του Μιχάλη Κατζουράκη, του Θανάση Τότσικα, της Μαρίας Λοϊζίδου, του Βλάση Κανιάρη, του Χρήστου Τζίβελου, του Βαλέριου Καλούτση, του Μίμη Φατούρου, του Βασίλη Σκυλάκου, του Νίκου Αλεξίου και της Ρένας Παπασπύρου. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις συμβουλεύτηκα τα αρχεία των καλλιτεχνών και προσπάθησα να προσεγγίσω το έργο τους με δοκιμασμένα κριτικά εργαλεία. Όταν τα πρότυπά σου είναι ο Georges Didi-Huberman και η Molly Nesbit, δεν νομίζω ότι θα καταλήξεις σε ένα βαρετό ακαδημαϊκό κείμενο ή στη μυθοποίηση του καλλιτέχνη που εξετάζεις.
Η μονογραφική προσέγγιση, που συνδυάζει τον ιστορικοτεχνικό λόγο και τη δημιουργική γραφή, είναι κάτι που με ενδιαφέρει να εφαρμόσω και σε νεότερους καλλιτέχνες. Για παράδειγμα, πέρσι έγραψα ένα εκτενές κείμενο 9.000 λέξεων για το έργο της Νίνας Παπακωνσταντίνου. Περιττό να πούμε ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει ενδιαφέρον για τις μονογραφίες καλλιτεχνών της δεκαετίας του ’60, του ’70 και του ’80. Από τους επιμελητές της γενιάς μου, ελάχιστοι είναι αυτοί που ασχολούνται συστηματικά. Ως εκ τούτου, το κενό στην ελληνική βιβλιογραφία είναι τεράστιο. Σημαντικοί καλλιτέχνες, όπως ο Ακριθάκης, ο Κεσσανλής και ο Κανιάρης, δεν έχουν μελετηθεί διεξοδικά. Έχουμε ανάγκη από νέες προσεγγίσεις, που θα φέρουν το έργο αυτών των καλλιτεχνών πιο κοντά στο σήμερα.

Τα πολιτιστικά κέντρα του ΟΠΑΝΔΑ, αλλά και οι δράσεις δημιουργικής απασχόλησης που αφορούν στα εικαστικά, θα μπορούσαν να πάνε πέρα από τη λογική της φιλοξενίας μιας έκθεσης και να έχουν μια πιο στενή σχέση με το νέο παραγωγικό δυναμικό, π.χ. διασύνδεση με σχολές καλών τεχνών;
Στον ΟΠΑΝΔΑ επιδιώκουμε τις συνεργασίες με άλλους πολιτιστικούς φορείς και οργανισμούς. Υπάρχουν οι υποδομές για να φιλοξενήσουμε συζητήσεις, συνέδρια και ερευνητικά εργαστήρια. Τα Κέντρα Δημιουργικής Μάθησης του ΟΠΑΝΔΑ προσφέρουν προγράμματα για παιδιά και ενήλικες, τα οποία συνδυάζουν τη μάθηση και την ψυχαγωγία. Η εκπαίδευση, θέλω να πω, είναι ήδη μέρος των δράσεων του οργανισμού. Η διασύνδεση με την ΑΣΚΤ και τις άλλες σχολές καλών τεχνών, όπως και η προώθηση του έργου ερασιτεχνών καλλιτεχνών, μας ενδιαφέρει. Αλλά όλες αυτές οι κινήσεις και οι πρωτοβουλίες θα πρέπει να είναι πολύ καλά δουλεμένες και να συνομιλούν με το εκθεσιακό πρόγραμμα, ούτως ώστε το συνολικό πλαίσιο να βγάζει νόημα.

Τι κρατάς από τη μέχρι σήμερα διαδρομή σου στα εικαστικά πράγματα της πόλης;
Κρατάω τη σχέση μου με τους καλλιτέχνες, αλλά και με ορισμένους επιμελητές. Κάποιες συνεργασίες και γνωριμίες υπήρξαν για μένα πολύτιμες. Ο Νίκος Αλεξίου, ο Χρήστος Ιωακειμίδης, η Ξένια Καλπακτσόγλου, η Άννα Καφέτση, η Ρένα Παπασπύρου και ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης είναι από αυτούς που με επηρέασαν ιδιαίτερα και σε ένα βαθμό καθόρισαν την πορεία μου. Εξίσου πολύτιμη θεωρώ τη γνωριμία μου με τον Γιώργο Κουμεντάκη και τον Νίκο Μπάικα, αλλά και τη συνεργασία -που εξελίχθηκε σε φιλία- με ταλαντούχους καλλιτέχνες της γενιάς μου, όπως ο Γιάννης Βαρελάς, η Ντόρα Οικονόμου και η Ραλλού Παναγιώτου. Η διαδρομή μου, όπως και πολλών άλλων που εργάζονται στον ίδιο χώρο, κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν. Την ευφορία διαδεχόταν η απαισιοδοξία και την προσδοκία η απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα. Η ματαίωση των σχεδίων σου είναι κάτι που καλείσαι να διαχειριστείς πολύ συχνά. Το ίδιο συμβαίνει τώρα και με την πανδημία. Παρόλα αυτά, επειδή δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά, συνεχίζεις να δουλεύεις ελπίζοντας ότι το φως που βλέπεις στην άκρη του τούνελ δεν είναι ένα τρένο που έρχεται καταπάνω σου.

Πώς (θα ήθελες να) βλέπεις το μέλλον της εικαστικής σκηνής της Αθήνας;
Η δυναμική της αθηναϊκής εικαστικής σκηνής είναι αδιαμφισβήτητη. Αυτή τη στιγμή, ίσως και λόγω κορωνοϊού, επικρατεί ένα μούδιασμα. Ενδεχομένως να βρισκόμαστε σε μια μεταβατική φάση. Βλέπω πολλούς καλλιτέχνες και επιμελητές της γενιάς μου να είναι κουρασμένοι. Και με το δίκιο τους, γιατί η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική. Οι δουλειές για έναν επιμελητή είναι ελάχιστες, το ίδιο και οι ευκαιρίες για να παρουσιάσει ένας καλλιτέχνης τη δουλειά του. Πόσες εκθέσεις πια να διοργανώσεις σε ανεξάρτητους χώρους, χωρίς να περιμένεις αμοιβή, μόνο και μόνο για την εμπειρία ή τη χαρά της επιμέλειας; Τα μουσεία και τα ιδρύματα θα έπρεπε να προσεγγίζουν τους άξιους ανεξάρτητους επιμελητές και να τους αναθέτουν την επιμέλεια εκθέσεων και εκδόσεων, καθώς και ερευνητικό έργο.
Από την άλλη, όπως φανερώνουν τα βραβεία που απονέμει η ARTWORKS, εμφανίζονται συνεχώς ενδιαφέροντες νέοι καλλιτέχνες. Παράλληλα, αναδύεται και μια νέα φουρνιά συλλεκτών, όπως οι Young Patrons του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Η προηγούμενη δεκαετία ήταν ομολογουμένως πολύ ζόρικη, απ’ όλες τις απόψεις και σε όλους τους τομείς, όχι μόνο στην τέχνη. Ας ελπίσουμε ότι σε αυτή τη δεκαετία η κατάσταση θα είναι εμφανώς καλύτερη και θα δούμε να λειτουργεί κανονικά το ΕΜΣΤ, να ανοίγουν νέοι χώροι, να εκδίδεται ένα νέο περιοδικό τέχνης και, φυσικά, να γίνονται καλές εκθέσεις που θα μας δώσουν τροφή για σκέψη.

Σχετικά Θέματα