Άποψη

Το άγονο μέλλον του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης

Από -

Χωρίς τέλος οι περιπέτειες του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης με τον διαγωνισμό για τον διευθυντή να κρίνεται άγονος από την Επιτροπή Αξιολόγησης και το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού να προχωράει σε νέο, διεθνή αυτή τη φορά, διαγωνισμό με όσο πιο άμεσες διαδικασίες γίνεται. Απ’ ότι φαίνεται η Επιτροπή στάθηκε σε συγκεκριμένα τυπικά κριτήρια, όπως για παράδειγμα παρουσίαση τίτλων σπουδών ή πτυχίων ξένων γλωσσών με τα αντίστοιχα έγγραφα, τα οποία δεν πληρούσε κανείς από τους υποψήφιους, ακόμη κι αν ανάμεσά τους βρίσκονταν και οι δύο προηγούμενες διευθύντριες του μουσείου.

Μπορεί αυτό να ξενίζει και να μοιάζει με γραφειοκρατική δικαιολογία αλλά το γεγονός ότι για πρώτη φορά η πλήρωση της θέσης Διευθυντή σε πολιτιστικό οργανισμό δεν γίνεται με διορισμό αλλά με προκήρυξη είναι σίγουρα ένα βήμα για περισσότερη διαφάνεια και εκσυγχρονισμό και η προϋπόθεση της πλήρωσης κάποιων τυπικών κριτηρίων δεν αφήνει περιθώρια για τη συνήθη παραφιλολογία του ότι ο υπουργός έβαλε τον δικό του άνθρωπο.

Ο διευθυντής ή η διευθύντρια που θα μπορούσε να φέρει τη νέα εποχή στο ΕΜΣΤ θα πρέπει να έρθει από μια νεότερη γενιά από αυτή των υποψηφίων που ακούστηκαν. Μια γενιά που έχει καταθέσει ουσιαστικό αλλά αποσπασματικό έργο, και που πρέπει παρόλα αυτά να τολμήσει να εκτεθεί και να αναμετρηθεί με το τέρας που λέγεται ελληνικό δημόσιο.

banner

Σε κάθε περίπτωση, αν αφήσουμε στην άκρη το συνεχές τρενάρισμα της νέας εποχής του ΕΜΣΤ, το οποίο βρίσκεται ακέφαλο ενώ η επιμελητική ομάδα εργάζεται πυρετωδώς για το άνοιγμα της μόνιμης συλλογής, ο διεθνής διαγωνισμός φαίνεται η καλύτερη λύση αφού είναι για πρώτη φορά ευκαιρία να «ανοίξει» ουσιαστικά το συγκεκριμένο μουσείο στον «κόσμο». Ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι πρότινος δεν είχαμε δει ποτέ ξένο επιμελητή να υπογράφει έκθεση στο συγκεκριμένο μουσείο, ενώ οι απόψεις διατήρησης της «ελληνικότητας» του θεσμού ως επιχείρημα ότι έτσι θα υποστηριχθεί η ελληνική τέχνη δεν συμβαδίζουν με τις ανάγκες της εποχής για επαναπροσδιορισμό της έννοιας της τοπικότητας στην τέχνη αλλά της έννοιας του εθνικού μουσείου σε μια εποχή που στον υπόλοιπο κόσμο η βιωσιμότητα αλλά και η ουσία των μουσείων σε καιρούς κρίσης βρίσκεται υπό αμφισβήτηση και πυροδοτεί μια ολόκληρη συζήτηση για το «γκρέμισμα», την αποδόμησή τους, την απο-αποικιοποίησή τους.

Όπως έχουμε ξαναγράψει, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το ΕΜΣΤ, ως το κατεξοχήν ίδρυμα σε μόνιμες συνθήκες κρίσης, θα μπορούσε αξιοποιώντας τις ιδιαιτερότητες του να λειτουργήσει ως παράδειγμα συμμετέχοντας ενεργά στη διεθνή συζήτηση, υποστηρίζοντας και οργανώνοντας την τοπική παραγωγή, παράγοντας σκέψη για το τι θεσμούς θέλουμε. Ο διευθυντής ή η διευθύντρια που θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, όμως, δυστυχώς πολύ πιθανόν να μην πληροί ορισμένα από τα κριτήρια της προκήρυξης (και δεν μιλάμε γι αυτά των ξένων γλωσσών) γιατί θα πρέπει να έρθει κατά τη γνώμη μου από μια νεότερη γενιά από αυτή των υποψηφίων που ακούστηκαν. Μια γενιά που έχει καταθέσει ουσιαστικό αλλά αποσπασματικό έργο, το οποίο όμως δύσκολα θα μπορέσει να αξιολογήσει μια επιτροπή αναγνωρισμένων θεσμικών παραγόντων με μικρή όμως εμπλοκή στο σήμερα της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα και το εξωτερικό σαν αυτή της συγκεκριμένης Επιτροπής αξιολόγησης. Μια γενιά που πρέπει παρόλα αυτά να τολμήσει να εκτεθεί και να αναμετρηθεί με το τέρας που λέγεται ελληνικό δημόσιο και ως προς αυτό η δημιουργία θέσης εκτελεστικού διευθυντή και καλλιτεχνικού διευθυντή θα μπορούσε να θωρακίσει καλύτερα τη λειτουργία ενός τέτοιου οργανισμού.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό

Σχετικά Θέματα