Ρεπορτάζ

Ταγμένες στη μετάφραση: 6 μεταφράστριες μιλούν για τις προκλήσεις της εργασίας τους αλλά και τη σχέση φύλου και γλώσσας

Από -

Είναι οι αόρατες γυναίκες που διασφαλίζουν ότι τα βιβλία των αγαπημένων μας συγγραφέων θα μας αγγίξουν όσο γίνεται περισσότερο. Έχουν τη χαρά να βυθίζονται στην ατμόσφαιρα ενός κειμένου αλλά και να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της απομόνωσης και των πολύωρων μαχών με τις λέξεις και τα νοήματα. Κατοικούν διακριτικά τους κόσμους των συγγραφέων για να τους αποδομήσουν και να τους ανασκευάσουν, μεταλλάσσονται κάποτε σε άφυλα όντα, δημιουργούν τους δικούς τους λεκτικούς συνδυασμούς, νιώθουν ότι παίρνουν μέρος σε έναν δρόμο σωματικής, ψυχικής και πνευματικής αντοχής.

Παρότι αθόρυβη εργασία, η μετάφραση παίζει καθοριστικό ρόλο στην πρόσληψη ενός βιβλίου και μερικές από τις καλύτερες μεταφράσεις λογοτεχνικών κειμένων ανήκουν σε γυναίκες. Ποιες είναι οι προκλήσεις, θετικές και αρνητικές που αντιμετωπίζουν και πόσο το φύλο τους επηρεάζει την εργασιακή τους πραγματικότητα, αλλά και τη γλώσσα γενικότερα; Υπάρχει γυναικεία γραφή και με ποιόν τρόπο η γλώσσα μπορεί να καταπολεμήσει τον σεξισμό; Ζητήσαμε από διακεκριμένες μεταφράστριες διαφορετικών γενιών και οι οποίες μεταφράζουν από διαφορετικές γλώσσες να μας απαντήσουν στις παραπάνω ερωτήσεις, να μας προτείνουν μια νέα λέξη που θα πρόσθεταν στη γλώσσα μας αλλά και το πιο ενδιαφέρον βιβλίο γυναίκας συγγραφέα που διάβασαν πρόσφατα.

Απαντούν οι Σταυρούλα Αργυροπούλου, Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, Μαρία Ξυλούρη, Μελίνα Παναγιωτίδου, Μαρία Παπαδήμα, Ισμήνη Ραντούλοβιτς.

Σταυρούλα Αργυροπούλου: «Το πείσμα να ολοκληρώσω με επιτυχία τη μετάφραση ενός έργου, είναι αυτό που με κάνει να ξεχνώ την απομόνωση»

Η μεγαλύτερη θετική πρόκληση είναι φυσικά η προσπάθεια μέσω της μετάφρασης να αποδοθεί πιστά το ύφος του συγγραφέα, η ατμόσφαιρα του κειμένου, η μουσικότητά του, οι ιδιωματισμοί του, και, τελικά, η μαγεία του να φθάσει στον ξένο αναγνώστη. Όσο για αρνητική πρόκληση, δεν θα έλεγα ότι υπάρχει κάτι τέτοιο. Θα μιλούσα όμως για ένα αρνητικό χαρακτηριστικό αυτής της δουλειάς. Κι αυτό είναι η απομόνωση στην οποία καταδικαζόμαστε όλοι εμείς οι εργάτες της μετάφρασης, καθώς ασχολούμαστε με μια δουλειά που απαιτεί πολύ μεγάλο βαθμό αυτοσυγκέντρωσης και πολύωρες μάχες με τις λέξεις και τα νοήματα. Όμως το πείσμα να ολοκληρώσω με επιτυχία τη μετάφραση ενός έργου, είναι αυτό που με κάνει να ξεχνώ την απομόνωση και να συνεχίζω μέχρι την επίτευξη του στόχου μου.

Μεταφράζω από ρωσικά, αγγλικά και γαλλικά. Και στις τρεις γλώσσες είναι αναρίθμητες οι ιδιαιτερότητες και διαρκείς οι προσπάθειές μου να βρω τον τρόπο με τον οποίο θα τις μεταφέρω στα ελληνικά. Δεν θα σας αναφέρω κάτι συγκεκριμένο, επειδή είναι τόσες οι ιδιομορφίες που αντιμετώπισα στα χρόνια της δουλειάς μου, ώστε να έχω χάσει πια τον λογαριασμό.

Εκείνο που κάνω συστηματικά είναι να δημιουργώ δικούς μου λεκτικούς συνδυασμούς με πολύ αστεία αποτελέσματα για όποιον «πιάνει» αυτό το είδος «μεταποίησης» των λέξεων και των εκφράσεων. Δεν έχω αντιμετωπίσει όμως το ζήτημα με τόση… σοβαρότητα ώστε να φθάσω να προσθέσω νέες λέξεις στα ελληνικά και επειδή καταφεύγω σ’ αυτό το παιχνίδι συχνά, χωρίς να καταγράφω τα δημιουργήματά μου, συνήθως τα ξεχνώ.

«Δεν πιστεύω ότι υπάρχει “γυναικεία γραφή”. Πιστεύω ότι, ανεξαρτήτως του φύλου των συγγραφέων τους, τα κείμενα μπορούν να είναι άκρως ενδιαφέροντα ή να οδηγήσουν το αναγνωστικό κοινό σε αβυσσαλέα χασμουρητά».

Ποτέ δεν συνάντησα διαφορετική μεταχείριση, ούτε προκαταλήψεις στον χώρο της δουλειάς μου. Ούτε και έτυχε να καταπιαστώ με κείμενα που να θεωρούνται πιο γυναικεία ή πιο ανδρικά.

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει «γυναικεία γραφή», αν με τον όρο εννοείτε τον γλυκανάλατο συναισθηματισμό που αποδίδεται στις γυναίκες και τη λογοτεχνία του στυλ «Με ένα Άρλεκιν ξεχνιέμαι». Πιστεύω ότι, ανεξαρτήτως του φύλου των συγγραφέων τους, τα κείμενα μπορούν να είναι άκρως ενδιαφέροντα ή να οδηγήσουν το αναγνωστικό κοινό σε αβυσσαλέα χασμουρητά.

Πρόσφατα ξαναδιάβασα τα «Ματωμένα Χώματα» της Διδούς Σωτηρίου και ανέτρεξα πάλι στην ποίηση της αγαπημένης μου Μαρίας Πολυδούρη. Λόγω καταγωγής – οι γονείς της μητέρας μου ήταν Κωνσταντινουπολίτες πρόσφυγες – το έργο αυτό της Σωτηρίου δεν θα πάψει ποτέ να με συγκινεί ιδιαίτερα. Όσο για την Μαρία Πολυδούρη, η ποίησή της διατηρεί σταθερά τη θέση της στην καρδιά μου. Επίσης ξαναδιάβασα την αξεπέραστη «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» της Άλκης Ζέη. Πάντα όταν νιώθω την ατμόσφαιρα να βαραίνει πολύ γύρω μου, όπως τώρα με την πανδημία που αντιμετωπίζουμε, ξαναγυρνώ στα βιβλία που για μένα αποτελούν σταθερές και αναλλοίωτες αξίες, όσα χρόνια κι αν περάσουν από τότε που τα πρωτοδιάβασα.

Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη: «Το φύλο είναι ένας από τους πολλούς διαφορετικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τη ζωή, τη ματιά και τη σκέψη κάθε συγγραφέα»

Η μετάφραση λογοτεχνίας είναι από μόνη της μια πρόκληση: καλείσαι να μεταφέρεις με επιτυχία ένα κείμενο από μια ξένη γλώσσα στη μητρική σου προσπαθώντας να ανασυνθέσεις τις ίδιες εικόνες και να προκαλέσεις τα ίδια συναισθήματα με το πρωτότυπο κείμενο. Και, ταυτόχρονα, ζεις με την αγωνία αν θα έχεις σταθερή ροή εργασιών και αν θα αμείβεσαι αξιοπρεπώς ώστε να μπορείς να βιοπορίζεσαι από το επάγγελμά σου, την ώρα που πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι μεταφραστές (αλλά και οι συγγραφείς, όπως έγραψε πρόσφατα η Μαρίζα Ντεκάστρο) δουλεύουν «από χόμπι».

Μεταφράζω λογοτεχνία από τα ισπανικά και το θέμα με τα ισπανικά είναι ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για μία γλώσσα: άλλη η γλώσσα που μιλούσαν στην Ανδαλουσία το 1900, άλλη η γλώσσα που μιλούσαν στη Μαδρίτη το 1990, άλλη η γλώσσα που μιλούν στην Αργεντινή σήμερα και άλλη η γλώσσα που μιλούν στην Κούβα σήμερα. Οι μεταφραστές σήμερα είμαστε πολύ τυχεροί, διότι έχουμε στη διάθεσή μας το απόλυτο εργαλείο που μας επιτρέπει να ερευνούμε πρωτότυπες πηγές, γραπτά και οπτικοακουστικά ντοκουμέντα, αλλά και να επικοινωνούμε σε πραγματικό χρόνο με φίλους και «πληροφοριοδότες» σε κάθε γωνιά της γης. Ζήτω το ίντερνετ!

Δε θα έλεγα ότι στα βιβλία που μεταφράζω συναντώ συχνά νέους όρους· οι νέες ορολογίες αφορούν συνήθως πιο δοκιμιακά και τεχνικά κείμενα που σχετίζονται με τις επιστημονικές ή τεχνολογικές εξελίξεις. Ωστόσο, έχω ζήσει την αγωνία του «πώς-να-πεις-το-νέο-επενδυτικό-προϊόν-με-μία-λέξη» –αδύνατον!– μεταφράζοντας χρηματοοικονομικά κείμενα από τα αγγλικά. Σε βιβλία που μετέφρασα πρόσφατα, με ήρωα έναν φλύαρο 8χρονο πιτσιρικά, τον «Μανολίτο Γυαλάκια», που ζει σε ένα προάστιο της Μαδρίτης, η κυριότερη δυσκολία που αντιμετώπισα ήταν να μεταφέρω το χιούμορ, τα σαρδάμ, τις εξυπνάδες και τον ειρωνικό του λόγο και χρειάστηκε να επιστρατεύσω όλη μου την επινοητικότητα και να συμβουλευτώ πολλούς φίλους και συναδέλφους για να το καταφέρω (ελπίζω!).

Νομίζω πως με αυτά που ζούμε στη χώρα που ζούμε, άνετα θα ενσωμάτωνα στη γλώσσα μας τα λήμματα από το «ΚομπΛεξικό» του Αχιλλέα III όπως για παράδειγμα: «καραντινυχτόβιος: άτομο το οποίο μετακινεί τους δείκτες στο βιολογικό του ρολόι, έτσι ώστε να μπορεί να πέφτει για ύπνο στις 6 το απόγευμα και να ξυπνάει στις 2 τα χαράματα, για να ξεκινήσει νωρίς να κάνει τις δουλειές του και να προλάβει να πάει και μια βόλτα πριν την απαγόρευση της κυκλοφορίας, προκειμένου να έχει την αίσθηση ότι δεν επιβιώνει απλώς, αλλά και ότι ζει».

O εκδοτικός χώρος, έχω την αίσθηση, ότι γυναικοκρατείται· ίσως γι’ αυτό δεν έχω αντιμετωπίσει άνιση μεταχείριση, ως γυναίκα. Από την άλλη, συγγραφείς, μεταφραστές και επιμελητές είναι, σε μεγάλο βαθμό, αχαρτογράφητα επαγγέλματα. Δε γνωρίζω, για παράδειγμα, αν υπάρχουν συγκεκριμένες έρευνες που να συγκρίνουν τις αμοιβές ανδρών και γυναικών στο χώρο. Έχω συνεργαστεί με πολύ περισσότερες γυναίκες μεταφράστριες και επιμελήτριες, αλλά αυτό δε σημαίνει, φυσικά, ότι η μετάφραση ή η επιμέλεια είναι «γυναικεία επαγγέλματα». Και, δυστυχώς, προκαταλήψεις και στερεότυπα υπάρχουν και στο χώρο του βιβλίου όπως και σε κάθε άλλο χώρο.

Πιστεύω ότι το φύλο είναι ένας από τους πολλούς διαφορετικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τη ζωή, τη ματιά και τη σκέψη κάθε συγγραφέα.

«Ο γλωσσικός σεξισμός είναι πολύ βαθιά ριζωμένος και θέλει προσπάθεια για να ξε-μάθουμε. Πρόσφατα άκουσα καθηγήτριες και φοιτήτριες/φοιτητές του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας να χρησιμοποιούν –πολύ συνειδητά και ταυτόχρονα απολύτως φυσικά– ουδέτερη ως προς το φύλο γλώσσα: “Όλες/όλοι/όλα όταν μεταφράζουμε…”. Στη λογοτεχνία δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτό, προφανώς, αλλά μπορεί και οφείλει να εφαρμόζεται στα κείμενα της δημόσιας διοίκησης, σε επιστημονικά/δοκιμιακά συγγράμματα, αλλά και στο δημόσιο λόγο.»

Είναι πολύ σημαντικό να εκπαιδευτούμε και να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας. Το όπλο για την καταπολέμηση του σεξισμού είναι ο σεβασμός στους ανθρώπους γύρω μας και στη διαφορετικότητα του καθένα μας, τόσο με λόγια όσο και με πράξεις. Το πώς σκεφτόμαστε, πώς λειτουργούμε και πώς μιλάμε δεν αλλάζει πατώντας κάποιο μαγικό κουμπί. Θέλει δουλειά για να σταματήσουμε να αναπαράγουμε τα έμφυλα στερεότυπα, να πάψουμε να λέμε στα παιδιά μας «Όχι το ροζ, είναι κοριτσίστικο», «Άσε τα αυτοκινητάκια, είναι αγορίστικα». Μπορεί το παράδειγμα να μοιάζει απλοϊκό, αλλά ο γλωσσικός σεξισμός είναι πολύ βαθιά ριζωμένος και θέλει προσπάθεια για να ξε-μάθουμε. Ήμουν πρόσφατα καλεσμένη σε ψηφιακές αίθουσες διδασκαλίας στο ΑΠΘ όπου άκουσα καθηγήτριες και φοιτήτριες/φοιτητές του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας να χρησιμοποιούν –πολύ συνειδητά και ταυτόχρονα απολύτως φυσικά– ουδέτερη ως προς το φύλο γλώσσα: «Όλες/όλοι/όλα όταν μεταφράζουμε πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας…». Στη λογοτεχνία δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτό, προφανώς, αλλά μπορεί και οφείλει να εφαρμόζεται στα κείμενα της δημόσιας διοίκησης (π.χ. Οδηγός χρήσης μη σεξιστικής γλώσσας στα διοικητικά έγγραφα), σε επιστημονικά/δοκιμιακά συγγράμματα, αλλά και στο δημόσιο λόγο. Στο πλαίσιο αυτό, ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή ήταν η μετάφραση του βιβλίου «Αόρατες Γυναίκες» της Κάρολαιν Κριάντο-Πέρεζ από τις Κατερίνα Γουλέτη και Βασιλική Μήσιου. Οι δύο μεταφράστριες, σεβόμενες το πρωτότυπο κείμενο κράτησαν την ουδέτερη ως προς το φύλο γλώσσα και στα ελληνικά.

Ένα πολύ ενδιαφέρον ανατρεπτικό διήγημα, γραμμένο από μια σημαντική Αργεντινή συγγραφέα (θα μου επιτρέψετε να μην αποκαλύψω το όνομά της πριν από τη δημοσίευση!) της οποίας το έργο δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Το διήγημα με ενθουσίασε τόσο που επικοινώνησα με τη συγγραφέα, εξασφάλισα την άδεια να το μεταφράσω και θα δημοσιευτεί προσεχώς στα ελληνικά στο λογοτεχνικό περιοδικό Νησίδες που ετοιμάζει ένα αφιέρωμα στη μετάφραση.

Μαρία Ξυλούρη: «Συνήθως στην ερώτηση αν υπάρχει γυναικεία γραφή απαντάω με ερώτηση: θα κάνατε την ίδια ερώτηση σε άντρα;»

© Γιώργος Μάνεσης
© Γιώργος Μάνεσης

Μεταφράζοντας ουσιαστικά έχεις να αποσυνθέσεις έναν ολόκληρο κόσμο που έχει φτιάξει κάποιος άλλος και να βρεις έναν τρόπο να τον ανασυνθέσεις, κατά το δυνατόν ίδιο με τον αρχικό, σε διαφορετική γλώσσα, με διαφορετικά υλικά και κανόνες δηλαδή. Σαν να προσπαθείς να αντιγράψεις μια ελαιογραφία σε καμβά χρησιμοποιώντας ακουαρέλα σε χαρτί, ίσως. Και κάθε φορά πρέπει κάποια πράγματα να τα ανακαλύψεις από την αρχή ή να «ξεμάθεις» αυτά που ήξερες από προηγούμενα βιβλία για να προσαρμοστείς στο συγκεκριμένο: δυο συγγραφείς μπορεί να γράφουν στην ίδια γλώσσα, δεν γράφουν όμως με τον ίδιο τρόπο· προσπαθείς λοιπόν να προσαρμοστείς στη γλώσσα της συγκεκριμένης συγγραφέα, του συγκεκριμένου βιβλίου.

Μεταφράζω από την αγγλική, της οποίας η δυσκολία συχνά υποτιμάται, ίσως και λόγω του ότι είναι μια γλώσσα αρκετά οικεία. Η λογική της διαφέρει από αυτή της νέας ελληνικής, είναι πιο συνθετική παρά αναλυτική. Επιπλέον, μάλλον επειδή δεν είναι μια «περιφερειακή» γλώσσα σαν τη δική μας, έχω την αίσθηση ότι ενσωματώνει ορισμένες εξελίξεις -σε θέματα τεχνολογίας, κουλτούρας κ.λπ.- γρηγορότερα από την ελληνική.

Έχουμε πολύ περισσότερα μέσα για να βοηθηθούμε στη δουλειά μας από τους παλιότερους, πολύ ευκολότερη πρόσβαση στην πληροφορία, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι για το καθετί βρίσκεις μια έτοιμη λύση στο γκουγκλ ή στα λεξικά σου. Από συζητήσεις με αναγνώστες καταλαβαίνω ότι συχνά έχουμε την εντύπωση ότι για το καθετί υπάρχει σίγουρα μια ενδεδειγμένη απόδοση, μία απόλυτη λύση, ξεκάθαρα ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη, όμως αυτό δεν συμβαίνει πάντα – μάλιστα συμβαίνει σπανιότερα απ’ ό,τι φανταζόμαστε. Η μετάφραση είναι μια σειρά από επιλογές, αποφάσεις. Επιλογές που λειτουργούν καλά σε ένα βιβλίο δεν λειτουργούν εξίσου καλά στο επόμενο. Αποδόσεις που έστεκαν πριν από είκοσι χρόνια πλέον μπορεί να μη στέκουν, επειδή στο μεταξύ η γλώσσα, το γλωσσικό αίσθημα, έχει αλλάξει. Την ίδια λέξη στο ίδιο βιβλίο ίσως χρειαστεί να την αποδώσεις με δέκα διαφορετικούς τρόπους, γιατί δεν μεταφράζεις απλώς λέξη τη λέξη, και πέραν της ίδιας της σημασίας πρέπει να υπολογίσεις και ένα σωρό άλλα πράγματα – τον ρυθμό του κειμένου, το ύφος του, τα γλωσσικά παιχνίδια που κάνει ίσως η συγγραφέας, τη λογική της ελληνικής γλώσσας, τον έλληνα αναγνώστη κ.λπ. Και πολλές φορές η απόφαση που θα πάρεις για μια λέξη ή φράση στη σελίδα τριακόσια επιβάλλεται από μια απόφαση που έχεις πάρει είκοσι ή και εκατό σελίδες παραπίσω.

Στην ορολογία, όπως σε όλες τις μεταφραστικές επιλογές, εξετάζεις πού σε οδηγεί το ίδιο το κείμενο και το γλωσσικό σου αισθητήριο και την αντιμετωπίζεις, νομίζω, κατά περίπτωση – έχει διαφορετική θέση σε κάθε βιβλίο, εξάλλου. Πρέπει να ζυγίσεις τον ρόλο της στο συγκεκριμένο κείμενο (είναι μια-δυο λέξεις που χρησιμοποιούνται παρεμπιπτόντως και άρα θα μπορούσαν, χωρίς να ζημιωθεί ιδιαίτερα το σύνολο, να αποδοθούν στο περίπου ή περιφραστικά; Ή πρόκειται για ορολογία που έχει να κάνει, για παράδειγμα, με το επάγγελμα του ήρωα, και άρα η χρήση της κάτι μας λέει για τον ίδιο και για τον κόσμο του;, κ.λπ. κ.λπ.), το πόσο κατανοητή ή όχι είναι στους αναγνώστες που διαβάζουν στη γλώσσα που γράφει ο συγγραφέας, το πόσο κατανοητή μπορεί να είναι η δόκιμη απόδοση -αν αυτή υπάρχει- στους έλληνες αναγνώστες (συχνά η αντίστοιχη ελληνική λέξη μπορεί να είναι σε διαφορετικό γλωσσικό επίπεδο από την πρωτότυπη, για παράδειγμα), τη γενικότερη γλώσσα του βιβλίου κ.λπ. Για να δώσω ένα παράδειγμα, στο 4321 του Πολ Όστερ γίνονται κάποιες περιγραφές αγώνων μπάσκετ και μπέιζμπολ. Το μπάσκετ ως άθλημα είναι γνωστό στην Ελλάδα και έχουμε τους όρους να μιλήσουμε γι’ αυτό – πολλοί απ’ αυτούς είναι μεταφερμένοι απευθείας από την αγγλική ωστόσο χρησιμοποιούνται ευρέως και είναι λίγο πολύ κατανοητοί. Το μπέιζμπολ ωστόσο δεν είναι καθόλου διαδεδομένο σ’ εμάς – για τους περισσότερους είναι μάλλον ακατανόητο. Όμως η περιγραφή ενός αγώνα δεν μπορεί να γίνει αποκλειστικά με περιφράσεις, όταν μάλιστα στο περιβάλλον που κινούνται οι ήρωες (αλλά και οι αμερικανοί αναγνώστες του συγγραφέα) η γλώσσα του αθλήματος είναι αρκετά γνωστή. Εκεί κατέφυγα στη λιγοστή ελληνική βιβλιογραφία για το μπέιζμπολ, πέρασα πολλές ώρες παρακολουθώντας αγώνες και διαβάζοντας αναλύσεις, και τελικά κατέληξα να μεταφέρω την ορολογία κατά το παράδειγμα της μπασκετικής και της ποδοσφαιρικής ορολογίας ώστε το κείμενο να λειτουργεί αντίστοιχα· βοήθησε το ότι σε πολλά αθλήματα χρησιμοποιούμε δάνειες λέξεις (θα ξένιζε, νομίζω, περισσότερο τον αναγνώστη αν στα «μπεϊζμπολικά» κομμάτια ξαφνικά έβλεπε ελληνικές αποδόσεις παντού). Σε ορισμένες περιπτώσεις, βεβαίως, απλώς διάλεξα λέξεις που να αποδίδουν έστω στο περίπου την κίνηση ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να παρακολουθήσει στο μέτρο του δυνατού την εξέλιξη της φάσης.

Ο χώρος του βιβλίου έχει την ιδιαιτερότητα να είναι γυναικοκρατούμενος. Εξ όσων γνωρίζω παγκοσμίως η πλειοψηφία των εργαζομένων στον χώρο είναι γυναίκες (όπως, εξάλλου, και η πλειοψηφία του αναγνωστικού κοινού). Και η μετάφραση έχω την εντύπωση ότι μάλλον γυναικοκρατείται. Δεν έχω υπόψη μου, στη λογοτεχνική μετάφραση τουλάχιστον, η επιλογή να γίνεται με βάση το φύλο – μιλώ εμπειρικά βεβαίως, οπότε δεν ξέρω κατά πόσο αυτό ισχύει συνολικά. Η εμπειρία μου λέει ότι προσπαθεί κανείς, αν γίνεται, να «ταιριάξει» συγγραφείς με μεταφραστές αλλά εδώ το φύλο δεν είναι ο μοναδικός, δεν είναι καν ο βασικός, παράγοντας. Εξάλλου είναι νομίζω μάταιο να αναζητάς μεταφραστές απολύτως «ίδιους» με τα βιβλία και τους συγγραφείς που μεταφράζουν – κάτι που θα ήταν και ασύμβατο με την ίδια τη λογική της μετάφρασης, που, για μένα τουλάχιστον, έχει ζητούμενο ν’ ανοίξει δρόμους επικοινωνίας με τον άλλο, παρά να τους κλείσει.

«Μια γυναίκα πρέπει με κάποιο τρόπο να αποδείξει ότι το βιβλίο της απευθύνεται σε όλους· ένας άντρας αυτό το έχει κατακτημένο ήδη πριν γράψει την πρώτη λέξη, απλώς επειδή είναι άντρας. Τα βιβλία των αντρών αντιμετωπίζονται σχεδόν a priori ως οικουμενικής απεύθυνσης· για τα βιβλία των γυναικών, αντιθέτως, φτάνουμε μερικές φορές να λέμε -ως κομπλιμέντο!- ότι “δεν θυμίζουν γυναικεία λογοτεχνία”».

Συνήθως στην ερώτηση αν υπάρχει γυναικεία γραφή απαντάω με ερώτηση: θα κάνατε την ίδια ερώτηση σε άντρα; θα τον ρωτούσατε αν πιστεύει ότι υπάρχει αντρική γραφή;

Βρίσκομαι πολλές φορές στην αμήχανη θέση, όταν πρωτογνωρίζω ανθρώπους και έρχεται η κουβέντα στο ότι γράφω (σ.σ. Το νέο της βιβλίο Πέτρινα Πλοία μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο), να ακούω «Ξέρεις, εγώ δεν διαβάζω γυναίκες» (ακόμα χειρότερα, «Δεν διαβάζω Ελληνίδες»)· δεν έχω ακούσει από κανέναν αναγνώστη και καμία αναγνώστρια «Δεν διαβάζω άντρες». Με άλλα λόγια: μια γυναίκα πρέπει με κάποιο τρόπο να αποδείξει ότι το βιβλίο της απευθύνεται σε όλους· ένας άντρας αυτό το έχει κατακτημένο ήδη πριν γράψει την πρώτη λέξη, απλώς επειδή είναι άντρας. Τα βιβλία των αντρών αντιμετωπίζονται σχεδόν a priori ως οικουμενικής απεύθυνσης· για τα βιβλία των γυναικών, αντιθέτως, φτάνουμε μερικές φορές να λέμε -ως κομπλιμέντο!- ότι «δεν θυμίζουν γυναικεία λογοτεχνία».

Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές τι αποτελέσματα θα είχε ένα πείραμα κατά το οποίο θα δοκιμάζαμε να διαβάσουμε κάποια βιβλία χωρίς το όνομα των συγγραφέων τους και το βιογραφικό τους: πιστεύω ότι ενδεχομένως εκεί θα βλέπαμε λίγο πιο καθαρά το κατά πόσο η ανάγνωσή μας και ο περί βιβλίων λόγος μας «χρωματίζεται» χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε από το γεγονός ότι γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι έχουμε μπροστά μας κείμενο άντρα ή γυναίκας.

Για το πιο πρόσφατο βιβλίο γυναίκας συγγραφέα που ξεχωρίζω δυστυχώς δεν μπορώ να πω, επειδή πρόκειται για βιβλίο του οποίου η έκδοση ακόμα δεν έχει επισήμως ανακοινωθεί. Μου άρεσε πολύ η Γη που χάνεται της Τζούλια Φίλιπς, που θα εκδοθεί σε λίγες εβδομάδες στα ελληνικά από το Μεταίχμιο σε μετάφραση της Ιωάννας Ηλιάδη: η συγγραφέας, γύρω από την εξαφάνιση δυο κοριτσιών στην Καμτσάτκα της Ρωσίας και την εξέλιξη της σχετικής έρευνας, υφαίνει μια σειρά από ιστορίες γυναικών που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επηρεάζονται από αυτή την υπόθεση. Είναι ένα πολύ καλογραμμένο μυθιστόρημα, με θαυμάσια δομή, και έχει πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος που η συγγραφέας παίρνει αυτή την πολύ διαδεδομένη «συνταγή» (πόσα κορίτσια που εξαφανίζονται και κακοπαθαίνουν δεν βλέπουμε στο θρίλερ και το αστυνομικό;) και την «πειράζει» για να δημιουργήσει ένα ας το πούμε συλλογικό πορτρέτο, αποδίδοντας έξοχα και την αίσθηση του να χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου – αίσθηση κοινή σε πολλές γυναίκες, δυστυχώς.

Και, αν και δεν είναι πρόσφατο ανάγνωσμα, θα ήθελα να επισημάνω εδώ το (αμετάφραστο στα ελληνικά) The Blazing World της Σίρι Χούστβεντ, ακριβώς επειδή αναπτύσσει θέματα και προβληματισμούς που σχετίζονται με το θέμα του φύλου και άπτονται της συζήτησής μας: η ηρωίδα της Χούστβεντ είναι εικαστικός, που εγκατέλειψε την καριέρα της (εξάλλου τα έργα της θεωρούνταν «γυναικεία» και ανάξια λόγου) για να ζήσει στη σκιά του διάσημου συζύγου της. Χήρα πια, συλλαμβάνει ένα πολύπλοκο σχέδιο για να αποδείξει ότι δεν έχει αναγνωριστεί λόγω του φύλου της: σε συνεργασία με τρεις διαφορετικούς άντρες καλλιτέχνες, δημιουργεί τρεις εικαστικές εγκαταστάσεις οι οποίες παρουσιάζονται ως δημιουργήματα δικά τους, όχι δικά της. Θέλει να αποκαλύψει την ταυτότητά της πανηγυρικά, «τρίβοντας στα μούτρα» των κριτικών τη δικαίωσή της, όμως τα πράγματα δεν πάνε όπως ήθελε, παρά την επιτυχία και την κριτική αποδοχή που γνωρίζουν οι «αντρικές μάσκες» της.

Μαρία Παπαδήμα: «Η Καίη Τσιτέλη έλεγε : “Όταν γράφω μεταλλάσσομαι σε άφυλο ον”. Το ίδιο ισχύει, για μένα, και για τη μετάφραση»

Η μεγαλύτερη θετική πρόκληση στη μετάφραση είναι ότι τίποτε δεν επαναλαμβάνεται. Μετάφραση σημαίνει ανταπόκριση και συμμόρφωση στο διαρκώς καινούργιο και άγνωστο. Ένας συγγραφέας συνήθως έχει διαμορφώσει τον τρόπο της γραφής του, φυσικά από βιβλίο σε βιβλίο το περιεχόμενο αλλάζει, η ιστορία είναι καινούργια, αλλά οι λέξεις του, οι εμμονές του, οι κανόνες της αισθητικής του δεν αλλάζουν. Ένας μεταφραστής καλείται κάθε φορά να μπει στο ξένο σώμα και να το κατοικήσει διακριτικά, εναρμονιζόμενος με αυτό, να περπατήσει, να τρέξει, να στροβιλιστεί μαζί του, κι ύστερα να κάτσει ήσυχα να χαλαρώσει και να μην ακούγονται δυο ανάσες αλλά μία.

Το αρνητικό είναι η αγωνία που σου δημιουργείται αν θα τα καταφέρεις κι αυτή τη φορά. Δεν υπάρχει εύκολο βιβλίο, δεν υπάρχει εύκολος συγγραφέας. «Η μετάφραση είναι η τέχνη της αποτυχίας», έλεγε ο Ουμπέρτο Έκο.

Κάθε γλώσσα διηγείται τον κόσμο μέσα από το δικό της πολιτισμό, τη διαδρομή της στο χώρο και στο χρόνο κι αυτό είναι που κάνει την ιδιαιτερότητά της και αναγκάζει το μεταφραστή στην καλύτερη περίπτωση «να πει σχεδόν το ίδιο πράγμα», η φράση και πάλι του Ουμπέρτο Έκο. Δεν με τρομάζουν τόσο οι νέες ορολογίες, γι’ αυτές υπάρχει πάντα λύση στο σημερινό παγκόσμιο χωριό. Το πρόβλημα είναι οι παλιοί όροι, οι πολιτισμικές αναντιστοιχίες που δεν υπάρχουν λέξεις να τις εκφράσουν και που είναι δύσκολο να τις κατασκευάσεις εκ των υστέρων όταν π.χ. μεταφράζεις παλαιά κείμενα οποιασδήποτε ευρωπαϊκής γλώσσας, και αναφέρομαι μόνο στην Ευρώπη, στη γειτονιά μας.

Οι νέες λέξεις μπαινοβγαίνουν στις γλώσσες, από τις ανάγκες της εποχής, από το συρμό και ποτέ δεν είναι απόφαση ενός ατόμου. Οι λέξεις της κρίσης, οι λέξεις της πανδημίας, το me too κλπ. Αυτό για το οποίο λυπάμαι που χάθηκε από την ελληνική γλώσσα είναι το απαρέμφατο. Νομίζω ότι όσοι μεταφράζουμε από γλώσσες που το χρησιμοποιούν, και μάλιστα κατά κόρον, νιώθουμε την έλλειψή του. Γινόμαστε υποχρεωτικά πιο αναλυτικοί, πιο επεξηγηματικοί, κανένας άλλος γλωσσικός τύπος δεν έχει τη στιβαρότητα, την πυκνότητα του απαρεμφάτου. Στη μετάφραση της ποίησης η απουσία του είναι σχεδόν επώδυνη. Αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να το προσθέσω.

Δεν έχω συναντήσει προκαταλήψεις ή διαφορετική μεταχείριση λόγω του φύλου μου σε επίπεδο δουλειάς ή/και μεταφραστικών προτάσεων, άλλωστε πια είναι είναι ένας χώρος αρκετά γυναικοκρατούμενος. Τελευταία έτυχε να μεταφράσω δυο συγγραφείς από τα πορτογαλικά και τα γαλλικά-τον Αντόνιο Λόμπο Αντούνες και τον Ρομαίν Γκαρύ- που είχαν στα μυθιστορήματά τους πολύ πόλεμο, όπλα, αεροπλάνα κάθε τύπου, έναν κόσμο θα έλεγα κυρίως αντρικό. Σίγουρα όταν δεν έχεις πιάσει στο χέρι σου όπλο γιατί δεν πήγες καν στρατό, δεν έχεις βιωματική σχέση με τους διάφορους όρους που πρέπει να χρησιμοποιήσεις, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Ο Άρης Μπερλής μετέφρασε θαυμάσια τη Βιρτζίνια Γουλφ. Η Καίη Τσιτέλη έλεγε : «‘Όταν γράφω μεταλλάσσομαι σε άφυλο ον». Το ίδιο ισχύει, για μένα, και για τη μετάφραση. Θα αναφερθώ σε ένα κατά κάποιο τρόπο ανάλογο θέμα που προέκυψε πρόσφατα σχετικά με τη μετάφραση της Amanda Gorman, της νεαρής αφροαμερικανίδας ποιήτριας, που είδαμε να απαγγέλει ποίημά της κατά την τελετή ορκωμοσίας του Τζο Μπάιντεν, από την ολλανδή συγγραφέα Marieke Lucas Rijneveld. Διαμαρτυρίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι μια λευκή δεν μπορεί να μεταφράσει μια μαύρη γιατί δεν μπορεί να την καταλάβει, έκαναν τον ολλανδικό εκδοτικό οίκο να υποχωρήσει στην επιλογή της μεταφράστριας, καταργώντας στο όνομα ενός τυφλού ακτιβισμού αιώνες μεταφραστικής θεωρίας και πρακτικής και κυρίως την ίδια την ουσία της μετάφρασης.

«Αν και η γλώσσα δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να λειτουργήσει κανονιστικά, λειτουργεί αναμφισβήτητα διαπαιδαγωγητικά. Η σαφής γλωσσική αποτύπωση κάθε μορφής έμφυλων ταυτοτήτων λειτουργεί ενάντια στον σεξιστικό αποκλεισμό και διαμορφώνει, υπονομεύοντας την καθεστηκυία τάξη, συνειδήσεις ανοιχτές στη διαφορετικότητα».

Φεμινιστική λογοτεχνία, ροζ λογοτεχνία, γυναικεία λογοτεχνία, γυναικεία γραφή, ή «παγκρατιώτικο ψωμί» όπως λέει χαριτολογώντας η Μαρία Λαϊνά. Δεν τα πάω καλά με τις ετικέτες. Υπάρχουν ποιήματα σύγχρονων ελλήνων ποιητών που αν δεν γνωρίζαμε το όνομα του ποιητή θα τα αποδίδαμε στην Κική Δημουλά, η ποίηση της οποίας έχει χαρακτηρισθεί υποτιμητικά ως «γυναικεία» από μερίδα κριτικών μας. Για μένα υπάρχει μεγάλη και μικρή λογοτεχνία. Και για το μεγάλη ή μικρή αποφασίζει ο χρόνος.

Η γλώσσα είναι ο ιδεολογικός καθρέφτης μιας κοινωνίας και ασφαλώς απεικονίζει τις σεξιστικές καταβολές, υπόρρητες διαθέσεις και κυρίαρχες θέσεις της κοινότητας που την ομιλεί. Η καθυστέρηση και η αμηχανία που δείχνει η γαλλική γλώσσα στην προσπάθειά της να επινοήσει τον θηλυκό τύπο πολλών επαγγελμάτων, ακόμα και στις μέρες μας, συνιστά ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα (ο ηθοποιός είχε ανέκαθεν τη θηλυκή του εκδοχή, αλλά ο συγγραφέας, ο μηχανικός ή ο πρύτανης δεν μπορούν ακόμη και σήμερα να βρουν τη δική τους). Η ελληνική γλώσσα διαφεύγει, τύποις, του προβλήματος λόγω των διγενών ουσιαστικών της. Αν και η γλώσσα δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να λειτουργήσει κανονιστικά, λειτουργεί αναμφισβήτητα διαπαιδαγωγητικά. Η σαφής γλωσσική αποτύπωση κάθε μορφής έμφυλων ταυτοτήτων λειτουργεί ενάντια στον σεξιστικό αποκλεισμό και διαμορφώνει, υπονομεύοντας την καθεστηκυία τάξη, συνειδήσεις ανοιχτές στη διαφορετικότητα.

Πρόσφατα διάβασα ένα βιβλίο της Ζακλίν ντε Ρομιγί που έχει ως τίτλο το όνομα της μητέρας της «Jeanne» και το οποίο είχε ζητήσει να εκδοθεί μετά το θάνατό της. Ένας αιώνας γαλλικής ζωής, ιδωμένος μέσα από τα μάτια δυο γυναικών, μητέρας και κόρης. Οι πρωταγωνίστριες είναι γυναίκες, αλλά δεν είναι αυτό που το κάνει γυναικεία λογοτεχνία. Θυμίζει αντιστικτικά την «Υπόσχεση της αυγής». Έχω στο κομοδίνο μου το εξαιρετικό «Τι όμορφη που είναι η ζωή» της Μαρίας Λαϊνά. Η συγγραφέας στην οποία επιστρέφω συχνά είναι η Μαρίνα Τσβετάγιεβα. Θα ήθελα να είχα μάθει ρωσικά για να τη μεταφράσω.

Μελίνα Παναγιωτίδου: «Η γλώσσα είναι ένα όχημα ατελές, συγχρόνως όμως είναι το μόνο το οποίο διαθέτουμε»

Μελίνα Παναγιωτίδου Στη λογοτεχνική μετάφραση, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι, καταρχάς, το ίδιο το πρωτότυπο κείμενο. Όσον αφορά εν γένει το επάγγελμα, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι, πιστεύω, η αντοχή στο χρόνο: στο χρόνο τον οποίο διεκδικεί το κείμενο, συχνά παραγκωνίζοντας κάθε άλλη δραστηριότητα, και στον συνολικό χρόνο που θα αντέξει κάποιος να μεταφράζει, ιδίως εάν αυτό αποτελεί το αποκλειστικό μέσο βιοπορισμού του. Η μετάφραση είναι ένας δρόμος σωματικής, ψυχικής και πνευματικής αντοχής. Η πρόκληση είναι να φτάσει στο τέρμα σώος και, προπαντός, ικανοποιημένος.

Τα ισπανικά ―ή, ακριβέστερα, τα καστιλλιανικά, από τα οποία μεταφράζω―, ως λατινογενή, δεν παρουσιάζουν τις δομικές δυσκολίες μιας ουραλικής γλώσσας, φέρ’ ειπείν, ή μιας γλώσσας με ιδεογράμματα. Ωστόσο, θα έλεγα ότι η βασική ιδιοτυπία των ισπανικών έγκειται στην ποικιλία των διαλέκτων που απαντούν στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και στο εσωτερικό της Ισπανίας. Οι νέες ορολογίες ταλανίζουν περισσότερο όσους συναδέλφους μεταφράζουν δοκίμια, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η λογοτεχνία μένει απρόσβλητη. Επιλύονται όπως και κάθε άλλο μεταφραστικό πρόβλημα: με πολλή αναζήτηση, πολλή σκέψη, πολλές ερωτήσεις και άλλες τόσες αναρωτήσεις.

Πριν προσθέσω κάποια νέα λέξη, θα επέλεγα να ανατρέξω σε πάμπολλες και, δυστυχώς, λησμονημένες παλαιότερες, που διατηρούν ακόμη πολύτιμες αποχρώσεις και βαρύνουσες, συμπυκνωμένες σημασίες.

Η μετάφραση, γένους θηλυκού, παραμένει εκ των πραγμάτων αξιοκρατική. Οι μεταφραστές έχουμε την ευθύνη του κειμένου μας και κρινόμαστε, διαρκώς μάλιστα, με βάση την απόδοσή μας και όχι το φύλο μας. Επομένως, θεωρώ ότι μόνος γνώμονας είναι, ή θα όφειλε να είναι, η ταύτιση του μεταφραστή με κάποιο έργο και η επιθυμία του να το αναλάβει.

«Η γλώσσα είναι ένα όχημα ατελές, συγχρόνως όμως είναι το μόνο το οποίο διαθέτουμε. Αποκαλύπτει και αποκρύπτει, εξελίσσεται ή και οπισθοδρομεί, τσακίζει κόκαλα και ανθρώπους. Και, βεβαίως, δεν ευθύνεται το όχημα, αλλά η χρήση του. Νομίζω ότι ο δρόμος μέχρι τη (γλωσσική) ισοτιμία θα είναι μακρύς, ενδεχομένως δε σπαρμένος και με τις αναπόφευκτες τερατογενέσεις».

Κατά πρώτον, θα πρέπει να οριστεί τι ακριβώς νοείται ως «γυναικεία γραφή» και να διακριθεί από την παραλογοτεχνία που γράφεται από γυναίκες. Κατά δεύτερον, το ερώτημα που τίθεται, εκτός από σύνθετο, ως ιστορικά πρόσφατο βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και δύσκολα επιδέχεται μία, θετική ή αρνητική, απάντηση. Προσωπικά, έχω την πεποίθηση πως οι μεταφραστές γεφυρώνουμε, δεν διαχωρίζουμε, και ως εκ τούτου προτιμώ να παραμείνω σε όρους καλής ή κακής (λογοτεχνικής) γραφής, και όχι σε πιθανά διακριτικά στοιχεία ή στον επιμερισμό του λόγου σε ανδρική και γυναικεία γραφή. Επιπλέον, καθώς διανύουμε εποχές βίαιων, ταχύτατων και πολυειδών ανακατατάξεων, δεν ξέρω ποια μορφή ή μορφές θα πάρει η γραφή, αλλά ούτε και ποιο θα είναι το μέλλον της ίδιας της γλώσσας ή της λογοτεχνίας.

Πώς η γλώσσα μπορεί να καταπολεμήσει τον σεξισμό; Με τον ίδιο της τον εαυτό. Η γλώσσα είναι ένα όχημα ατελές, συγχρόνως όμως είναι το μόνο το οποίο διαθέτουμε. Αποκαλύπτει και αποκρύπτει, εξελίσσεται ή και οπισθοδρομεί, τσακίζει κόκαλα και ανθρώπους. Και, βεβαίως, δεν ευθύνεται το όχημα, αλλά η χρήση του. Αν και ο σεξισμός δεν συνιστά παρά μία μόνο πτυχή του ευρύτατου θέματος των διακρίσεων, θεωρώ θετικό το γεγονός ότι ο δοκιμιακός, κυρίως, λόγος λαμβάνει υπόψη το φύλο, χρησιμοποιώντας παράλληλα το αρσενικό και το θηλυκό γένος. Νομίζω πάντως ότι ο δρόμος μέχρι τη (γλωσσική) ισοτιμία θα είναι μακρύς, ενδεχομένως δε σπαρμένος και με τις αναπόφευκτες τερατογενέσεις.

Το πιο ενδιαφέρον κείμενο γυναίκας συγγραφέα ευτύχησα να το διαβάσω δεκαετίες πριν και είναι το Αδριανού Απομνημονεύματα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ ― ένα έργο έξοχο, υπόδειγμα ιστορικού-φιλοσοφικού μυθιστορήματος, πολύ πριν γίνει κατάχρηση του είδους, και από τις λίγες φορές που μια συγγραφέας επιλέγει να καταδυθεί στο μυαλό και στην ψυχή ενός άντρα· ένας ανυπέρβλητος στοχασμός (γυναικείος, άραγε;) για τoν άνδρα ως φορέα εξουσίας και ως άτομο, για τη δύναμη και την αδυναμία, τη ζωή και το θάνατο.

Ισμήνη Ραντούλοβιτς: «Η γλώσσα μπορεί να καταπολεμήσει τον σεξισμό, αλλά και πολλά άλλα προβλήματα, κυρίως με το να φέρνει στο φως τα όσα συμβαίνουν στα βάθη της ατομικής και της συλλογικής συνείδησης»

Η λογοτεχνική μετάφραση είναι μια υπέροχη, πολύ απαιτητική και υπεύθυνη δουλειά, που προϋποθέτει το ανάλογο ταλέντο και την κατάλληλη μόρφωση, όμως είναι κακοπληρωμένη δουλειά με αρκετά θεσμικά προβλήματα και κατά συνέπεια, για τους περισσότερους μεταφραστές, συχνά αποτελεί απλώς ένα «χόμπι» στον ελεύθερο χρόνο τους.

Μεταφράζω από τα σερβικά, κροατικά και αγγλικά προς τα ελληνικά, και από τα ελληνικά και αγγλικά προς τα σερβικά και κροατικά. Οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας, της παλαιότερης εν ζωή ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, είναι γνωστές και θα έλεγα ότι ο πλούτος της γλώσσας και των εννοιών και σημασιών της, τόσο στο επίπεδο της συλλογικής συνείδησης (που εξωτερικεύεται λ.χ. στη γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού και των μεσαιωνικών επών και λογοτεχνίας), όσο και στο λεξιλόγιο και τον πολιτισμό που έχει περάσει σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες και έθνη, αποτελεί και τη μεγαλύτερη πρόκληση στο πλαίσιο της μετάφρασης της ελληνική λογοτεχνίας. Πολλές φορές δεν είναι δυνατόν κάποια σημασία, αξία ή έθιμο να μεταφραστεί από τα ελληνικά, αφού δεν υπάρχει στην άλλη γλώσσα ακριβώς αυτή η απόχρωση του νοήματος, η ακριβής αντιστοιχία ενός εθίμου ή αξίας, με όλο της το αρχέγονο υπόβαθρο των εννοιολογικών στρώσεων που περιέχει το ελληνικό πρωτότυπο. Όσον αφορά τις μεταφράσεις από τη γλώσσα που κάποτε λεγόταν σερβοκροάτικη, τώρα, που τα δύο κύρια συστατικά της μέλη, με κοινές γλωσσικές, πολιτισμικές και εθνικές καταβολές, έχουν πάρει «διαζύγιο» για πολιτικούς λόγους, τα «παιδιά» της - τα σερβικά, κροατικά, βοσνιακά, τελευταία ακόμη και τα «μοντενεγκρίνικα» (η, κατά τ' άλλα σερβική, γλώσσα του Μαυροβουνίου) - μάταια δεινοπαθούν πασχίζοντας να συνδεθούν με την πραγματική γλωσσική ουσία τους, αλλά ταυτόχρονα και να διαφοροποιηθούν από αυτήν στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν τη γλωσσική αυτονομία τους από τη σερβοκροατική γλώσσα. Έτσι αυτές οι γλώσσες συχνά καταλήγουν σε χρήση λέξεων που θα μπορούσαν να ταυτιστούν με το φαινόμενο του Newspeak (με διαφορετική εξέλιξη ωστόσο του εν λόγω φαινομένου στη περίπτωσή τους, σε σχέση με την πρωτότυπη χρήση του όρου αυτού από τον Όργουελ στο 1984.)

Ως προς τις δυσκολίες σχετικά με τους νέους όρους θα απαντήσω με ένα παράδειγμα που σχετίζεται με το προηγούμενο θέμα με αναφορές από την κροατική γλώσσα, που έχει φέρει στη χρήση παλαιότερες, αλλά αυθεντικές λέξεις της κροατικής, όπως στην περίπτωση των παλιών λέξεων για τη βιομηχανία και την ιστορία, αλλά έχει επινοήσει πολλές νέες λέξεις (στο πνεύμα του newspeak), μόνο και μόνο για να διαφέρουν από την ορολογία της πάλαι ποτέ σερβοκροατικής γλώσσας, όπως στο παράδειγμα μιας αστείας λέξης που, αν ακριβολογούσαμε, θα τη μεταφράζαμε ως «παντελονοσυγκρατητή», όμως το πιο πιθανόν να την αποδίδαμε στα ελληνικά απλά κι αυτονόητα ως «ζωστήρα» ή «ζώνη» της αντίστοιχης σερβοκροατικής λέξης.

Θεωρώ ότι η γλώσσα μας δεν χρειάζεται προσθήκες γιατί μπορεί να εκφράσει όλα όσα χρειάζεται να εκφράσει. Χρειάζεται απλώς φροντίδα και προστασία από την κακομεταχείριση ώστε να λειτουργήσει σωστά και δημιουργικά για της νέες γενιές. Εξάλλου συγγραφείς καθημερινά «φτιάχνουν» πολλές νέες λέξεις που ενίοτε ενσωματώνονται στο λεξιλόγιο όπως λ.χ. το επίθετο ψυχοσωματικός που σχετίζεται με τις μεγάλες νιτσεϊκές μορφές και τον αγώνα τους (Χριστός, Βούδας, Κολόμβος, Καποδίστριας) στο έργο του Καζαντζάκη και προέκυψε πριν ο όρος αυτός καθιερωθεί στην ορολογία της ιατρικής και της ψυχολογίας για να περιγράψει τη σωματοποίηση του άγχους.

«Η λογοτεχνική μετάφραση είναι μια υπέροχη, πολύ απαιτητική και υπεύθυνη δουλειά, που προϋποθέτει το ανάλογο ταλέντο και την κατάλληλη μόρφωση, όμως είναι κακοπληρωμένη δουλειά με αρκετά θεσμικά προβλήματα και κατά συνέπεια, για τους περισσότερους μεταφραστές, συχνά αποτελεί απλώς ένα "χόμπι" στον ελεύθερο χρόνο τους».

Προσωπικά δεν έχω ζήσει διαφορετική μεταχείριση ή προκατάληψη λόγω του φύλου μου. Όσο για τα γυναικεία και ανδρικά κείμενα θα αναφέρω ένα παράδειγμα από την ορολογία της σερβικής ιστορίας της λογοτεχνίας όπου η λυρική (ειδικά προφορική) ποίηση αποκαλείται «γυναικεία», ενώ η επική δημώδης λογοτεχνία έχει τον προσδιορισμό «ανδρική» ποίηση. Άλλο τρανταχτό παράδειγμα με παρόμοια αιτία είναι και η κατανομή των ρόλων στα κείμενα του ευρωπαϊκού ρεπερτορίου, όπου οι ανδρικοί, ειδικά πρωταγωνιστικοί, ρόλοι στα θεατρικά κείμενα είναι υπερδιπλάσιοι σε σχέση με τους γυναικείους. Όμως αυτά είναι συνέπειες μιας διαδρομής χιλιετιών και αποτελούν δεδομένα του πολιτισμού μας που δεν μπορούμε να αλλάξουμε με επιδερμικές παρεμβάσεις, όπως κάνοντας τέτοια διανομή ρόλων ώστε τον Άμλετ να τον υποδύεται γυναίκα, τον Ρόζενκραντς ηθοποιός ινδικής καταγωγής με στολή χορεύτριας από την Λίμνη των κύκνων και τον Γκίλντενστερν ηθοποιός με αφρικανική καταγωγή και απροσδιόριστο φύλο. Εκείνο που ίσως είναι στο χέρι μας είναι η αξιοποίηση της δυνατότητας να οικοδομήσουμε μία πιο δίκαιη κοινωνία για όλους.

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει γυναικεία γραφή. Πιστεύω ότι ο καθένας γράφει με βάση τη δική του μοναδική υπόσταση και ταυτότητα ως άνθρωπος.

Η γλώσσα μπορεί να καταπολεμήσει τον σεξισμό, αλλά και πολλά άλλα προβλήματα, κυρίως με το να αρθρώνει μέσα από τη λογοτεχνία και την επιστήμη και να φέρνει στο φως τα όσα συμβαίνουν στα βάθη της ατομικής και της συλλογικής συνείδησης ή και της κοινωνίας γενικότερα. Ας αναφέρουμε ως παράδειγμα το δοκίμιο της Βιρτζίνια Γουλφ A Room of One's Own (ελλ. μετάφραση Ένα δικό σου δωμάτιο), κείμενο του 1929 και ένα από τα σημαντικότερα για τη θέση και το ρόλο της γυναικείας γραφής στην τέχνη του λόγου, κείμενο που αναφέρεται στον πραγματικό αλλά και τον μεταφορικό χώρο που κάθε γυναίκα συγγραφέας, εντός της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης, που επί αιώνες κυριαρχείται από άνδρες, καλείται να διεκδικήσει ώστε να σπάσει ο φαύλος κύκλος των κοινωνικών διακρίσεων και να κατακτηθεί η ελευθερία της έκφρασης.

Πρόσφατα ανακάλυψα τα ποιήματα της Σερβο-ιταλίδας συρεαλίστριας ζωγράφου Μιλένα Πάβλοβιτς Μπαρίλι (1909 – 1945), που υπήρξε μία από τις πιο αξιόλογες καλλιτεχνικές προσωπικότητες της Ευρώπης του μεσοπολέμου. Πατέρας της ήταν ο σημαντικός Ιταλός συνθέτης και δοκιμιογράφος Bruno Barilli. Η μητέρα της, Ντάνιτσα Πάβλοβιτς, ήταν απόγονος του οίκου των Καραγεώργεβιτς και είχε κάνει καλλιτεχνικές σπουδές. Η Μιλένα φοίτησε αρχικά στη Βασιλική Σχολή Τεχνών στο Βελιγράδι και στη συνέχεια στο Μόναχο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 έκανε πολλά ταξίδια. Κατά την παραμονή της στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσές γνώρισε τον Ζαν Κοκτώ και τον Αντρέ Μπρετόν, και επηρεάστηκε από πολλές δυτικές σχολές και καλλιτέχνες, όπως από τον ντε Κίρικο. Μετά το 1939 έζησε στη Νέα Υόρκη, μέχρι τον θάνατό της το 1945, από ατύχημα ενώ ίππευε. Στη Νέα Υόρκη εργάστηκε ως σχεδιάστρια μόδας της Vogue, καθώς και σχεδιάστρια σκηνικών και κοστουμιών για διάφορες σκηνές. Τα θέματα των έργων της ποικίλουν από πορτραίτα μέχρι ευφάνταστες ερμηνείες βιβλικών θεμάτων. Τα μοτίβα της περιλαμβάνουν ονειρικές καταστάσεις, πέπλα, αγγέλους, αγάλματα της θεάς Αφροδίτης, και Αρλεκίνους. Πολλά από τα έργα της είναι τμήματα μόνιμων εκθέσεων στη Ρώμη και στη Νέα Υόρκη.

Θα απεικονίσω τα προαναφερθέντα με δύο σύντομα ποιήματά της και δύο πίνακες:
Σε μια γωνιά
της θάλασσας
ενώνοντας τα κύματα
και τ' αστέρια
περίμενα
μια ζωή.

...ο χώρος είναι η ταχύτητα του νου
που τυλίγεται γύρω από τον εαυτό του
αιωρούμενος στο κενό,
ερχόμενος κι απερχόμενος στο χρόνο...

ΤΟΠΟ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ!

Σχετικά Θέματα