"Σε ενεστώτα χρόνο" στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Χρόνος αόριστος

Από -

Αποφεύγοντας να αρθρώσει μια συγκεκριμένη θέση, η έκθεση «Νέοι Έλληνες Καλλιτέχνες» του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης καταλήγει σε μια μάλλον αμήχανη παρουσίαση ενός υποτιθέμενου πλουραλιστικού προσώπου της τοπικής εικαστικής παραγωγής.

Κρίνοντας τόσο από τις δηλώσεις των επιμελητών (Δάφνη Βιτάλη, Τίνα Πανδή, Σταμάτης Σχιζάκης) όσο και από τις επιλογές και το στήσιμο της έκθεσης «Σε ενεστώτα χρόνο», το ζητούμενο μοιάζει να είναι η παρουσίαση της σύγχρονης ελληνικής παραγωγής ως ένα πλουραλιστικό σκηνικό, όπου οι καλλιτέχνες δουλεύουν με πληθώρα μέσων (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό στην εποχή μας) και καταπιάνονται με διαφορετικά ζητήματα. Το όριο ηλικίας από το 1965 και μετά οριοθετεί μια μάλλον μεγαλύτερη περίοδο από αυτήν που υπονοεί ο υπότιτλος «Νέοι Έλληνες καλλιτέχνες» – συνειδητή επιλογή, προκειμένου να διαχωριστεί η παρούσα έκθεση από αντίστοιχες που εστίαζαν σε καλλιτέχνες των τελευταίων τριών χρόνων.
Είναι σαφές ότι με αυτή του την κίνηση το μουσείο θέλει να δώσει την αίσθηση του «αντικειμενικού» παρατηρητή, ο οποίος δεν αρκείται στην καταγραφή των τάσεων που φαίνεται να κυριαρχούν στην Αθήνα σήμερα και συνδέονται με συγκεκριμένες γκαλερί, επιμελητές και φορείς. Με ποιον τρόπο όμως πιστεύει ότι θα το πετύχει αυτό; Επιλέγοντας μια αμήχανη αντιπροσώπευση διαφορετικών κατευθύνσεων, αντί να εστιάσει και να αναδείξει τάσεις που δεν έχουν διερευνηθεί; Αποκλείοντας καλλιτέχνες οι οποίοι έχουν ταυτιστεί με μια συγκεκριμένη αισθητική και αντικαθιστώντας τους με άλλους που δεν έχουν, ωστόσο, να επιδείξουν σοβαρή παρουσία και εκθεσιακή δραστηριότητα; Η προσπάθεια των επιμελητών να αναδείξουν τους προβληματισμούς της νεότερης γενιάς μέσω της φωτογραφικής διαδικασίας έχει ενδιαφέρον. παρόλα αυτά οι επιλογές τους περιορίζονται κυρίως σε καταξιωμένους καλλιτέχνες, που το έργο τους γίνεται καλύτερα αντιληπτό στο πλαίσιο μιας προηγούμενης γενιάς και αισθητικής κατεύθυνσης, χωρίς πραγματικά να διατυπώνεται μια νέα πρόταση ή να διαφαίνεται μια συνέχεια. Ενώ στις μέχρι τώρα εκθέσεις του το μουσείο έχει επιδείξει μια σαφή ιδεολογική κατεύθυνση, στην περίπτωση των Ελλήνων καλλιτεχνών μοιάζει να κρύβεται πίσω από το ιδεολόγημα του «πλουραλισμού», υιοθετώντας μια πιο άβουλη στάση. Ξεχνώντας ότι αυτό που έχει ανάγκη η τοπική σκηνή, ιδιαίτερα από το μουσείο, δεν είναι να κρατήσει τις ισορροπίες, αλλά να αρθρώσει ένα λόγο.

Το σε ποιο βαθμό μπορεί να διαπιστωθεί μια συγχρονικότητα ανάμεσα στους καλλιτέχνες, τα έργα και την εποχή τους είναι ένα από τα ερωτήματα που προκύπτουν από την έκθεση. Χωρίς να λείπουν οι εξαιρέσεις, η μνημειακότητα, η «γλυπτικότητα», η «ζωγραφικότητα», η έμφαση στο αντικείμενο και όχι στη διαδικασία αποτελούν κυρίαρχα στοιχεία. Ακόμη και έργα που ασχολούνται με το Ίντερνετ, όπως αυτό του Άγγελου Πλέσσα, δεν διερευνούν τις νέες επικοινωνιακές πραγματικότητες σε όλο τους το εύρος, οικειοποιούνται όμως στοιχεία τους, μεταφέροντάς τα σε έναν πιο συμβατικό χώρο. Η ενασχόληση του Στέφανου Τσιβόπουλου με τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, παρόλη την ιδιαιτερότητα του θέματος για την ελληνική κοινωνία, μένει κυρίως στη διερεύνηση της ίδιας της ιδέας της αναπαράστασης. Το έργο του Γιώργου Δρίβα δίνει πληροφορίες για το πώς διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές φιλοδοξίες προβάλλονται στη μνημειακή αρχιτεκτονική του Βερολίνου –από τις σοσιαλιστικές πολυκατοικίες μέχρι τα malls–, αν και η αφήγησή του είναι κάπως σχηματική.
Συγκρίνοντας τις παρατηρήσεις των επιμελητών με αυτές της προ δεκαετίας έκθεσης «Metro – Νέες τάσεις στη σύγχρονη ελληνική τέχνη» στο ΔΕΣΤΕ, η επιχειρηματολογία σχετικά με την ταυτότητα της τοπικής παραγωγής μοιάζει να είναι λίγο-πολύ η ίδια. Και τότε τονίζονταν ο πλουραλισμός, η έντονη ατομικότητα –αντί για μια συλλογική ταυτότητα–, η υπέρβαση κάθε έννοιας «τοπικότητας», η συνδιαλλαγή με ένα ευρύτερο μητροπολιτικό περιβάλλον που διευκολύνεται και από τις νέες τεχνολογίες. Όμως, δέκα χρόνια μετά, ιδιότητες όπως η συνδιαλλαγή με το διεθνές γίγνεσθαι και η υπέρβαση της τοπικότητας δεν είναι αντιληπτές με τον ίδιο τρόπο. Πάει καιρός που η ρητορική της παγκοσμιοποίησης τίθεται υπό αμφισβήτηση, ενώ αλλού στον κόσμο διερευνώνται οι δυνατότητες που μπορεί να προκύψουν από τη δημιουργία καλλιτεχνικών μικρο-δομών και από την επανενεργοποίηση της τοπικής ιστορίας ως πράξεις «αντίστασης» σε ένα ομογενοποιημένο διεθνές περιβάλλον κανοναρχούμενο από την αγορά. Το γιατί οι νέες δυναμικές που αναπτύχθηκαν σ' αυτήν τη δεκαετία δεν φαίνεται να έχουν επηρεάσει τη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή και την επιμελητική συνείδηση στην Ελλάδα είναι ένα ερώτημα που πρέπει να μας απασχολήσει.
Κάπως «ιδρυματικός» (τουλάχιστον σε μέγεθος) ο κατάλογος, σε αντίθεση με πιο εύχρηστες εκδόσεις παλιότερων εκθέσεων του μουσείου. Απουσιάζουν, επίσης, κάποια κείμενα συγγραφέων ενεργών τη χρονική περίοδο που εξετάζει η έκθεση ή έστω κάποιες αποσπασματικές αναδημοσιεύσεις κειμένων που θα άνοιγαν, πιθανόν, μια συζήτηση για το πλαίσιο εντός του οποίου τοποθετείται η δράση των καλλιτεχνών. Αντίθετα, ένα υπερβολικά μεγάλο μέρος του καταλόγου αφιερώνεται, χωρίς λόγο, σε εκτενή βιογραφικά, πράγμα οξύμωρο για μια έκθεση νέων καλλιτεχνών.

INFO
ΕΘΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ, Μέγαρο Μουσικής, Νέα πτέρυγα, Βασ. Σοφίας & Κόκκαλη, 2109242111. Μέχρι 31/3.

banner