Ρεπορτάζ

Πρώτη γεύση από τη μεγάλη έκθεση του Μουσείου Κυκλαδικής για το ’21– Τώρα διαθέσιμη και online

Καθώς τα μουσεία παραμένουν κλειστά για σχεδόν πέντε μήνες, με τη μοναδική τους διέξοδο να καθορίζεται από ψηφία και οθόνες, το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης προέβη σε διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου για την επετειακή έκθεση την οποία έχει σχεδιάσει και τοποθετήσει στο Μέγαρο Σταθάτου από τον περασμένο Δεκέμβριο, αλλά λόγω της αναστολής δεν έχει παρουσιαστεί ακόμη σε επισκέπτες. Πλέον, μια ιστοσελίδα προσφέρει τρισδιάστατη αναπαράσταση ώστε να πάρουμε μια γεύση.

banner

Πρόκειται για το «Αρχαιολατρεία και Φιλελληνισμός», ένα αφιέρωμα που ξεκινάει από την (πλούσια αλλά άγνωστη στο ευρύ κοινό) συλλογή Θανάση και Μαρίνας Μαρτίνου με έργα του 18ου-19ου αιώνα και επεκτείνεται σε αυθεντικές αρχαιότητες από μουσεία της Ελλάδας και της Ιταλίας, προκειμένου να δείξει πόσο έντονες ήταν οι αναφορές στην Αρχαία Ελλάδα από τους Φιλέλληνες, τόσο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης όσο και αργότερα.

«Η αρχαιολατρία βρίσκεται στον πυρήνα της εικόνας που είχαν οι Ευρωπαίοι για την Ελλάδα από την εποχή της Αναγέννησης», ανέφερε η ιστορικός τέχνης Φανή-Μαρία Τσιγκάκου που ανέλαβε την επιμέλεια της έκθεσης μαζί με τον καθηγητή και διευθυντή του Μουσείου, Νίκο Σταμπολίδη, «εν συνεχεία, κορυφώνεται κατά τον Διαφωτισμό, μετατρέπεται σταδιακά σε δίοδο επανεκτίμησης των Ελλήνων και, τελικά, μετασχηματίζεται σε κίνημα συμπαράστασης προς τους αγωνιζόμενους της Επανάστασης».

banner

Για του λόγου το αληθές, συναντάμε αγωνιστές να μάχονται συμβολικά ανάμεσα στα αρχαία ερείπια, όπως στον περίφημο πίνακα του Πέτερ φον Ες με τον καπετάνιο, είτε να ορκίζονται σε αρχαία κιονόκρανα προτού αναχωρήσουν για τη μάχη. Βλέπουμε τις «Σουλιώτισσες» στη ρομαντική αποτύπωση του Αρί Σεφέρ αλλά και έναν τυφλό λυράρη στο Ναύπλιο διά χειρός του Καρλ φον Χάιντεκ που παραπέμπει, φυσικά, στον Όμηρο. Είναι μερικά παραδείγματα από τους επιφανέστερους καλλιτέχνες που συνδέθηκαν με το φιλελληνικό κίνημα και παρουσιάζονται στο αφιέρωμα ως μέρος των εξήντα έργων από τη συλλογή Μαρτίνου.

«Δεν είναι μόνο οι εικονογραφικές λεπτομέρειες που εμπνέουν τους μεγάλους καλλιτέχνες του 18ου και 19ου αιώνα, αλλά και μια άυλη διάσταση σύνδεσης που μπορούμε να αναγνώσουμε», σημείωσε ο Νίκος Σταμπολίδης.

Πέρα από τις ελαιογραφίες, στην έκθεση σταχυολογούνται γλυπτά και ανδριάντες Αγωνιστών, ακρόπρωρα καθώς και διάφορα αντικείμενα λαϊκής τέχης με φιλελληνικές-αρχαιολατρικές αναπαραστάσεις (τα οποία ήταν της μόδας στην Ευρώπη κατά την περίοδο της Επανάστασης), όπως ρολόγια, χρηστικές και διακοσμητικές πορσελάνες, έπιπλα, κοσμήματα, αμφορείς αλλά και μία πανοραμική ταπετσαρία τοίχου (17 επί 2,5 μ.) που «παντρεύει» διάφορα ηρωικά ενσταντανέ. Τόσο μέσα απ’ τις αναφορές όσο και απ’ τα μοτίβα, η παρουσία της Αρχαίας Ελλάδας είναι διάχυτη σε όλο το σύνολο: οι μεν φιλέλληνες της Ευρώπης την προώθησαν ως σύμβολο για να «εξυψώσουν» τον Αγώνα, οι δε καλλιτέχνες του ελληνικού Νεοκλασικισμού ως όχημα συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας.

Ο διάλογος με την αρχαιότητα υπογραμμίζεται, επίσης, από τις (λιγοστές αλλά καίριες στο αφήγημα) αρχαιότητες που ταξίδεψαν από μουσεία της Ελλάδας και της Ιταλίας – ταξίδι καθόλου εύκολο εν μέσω Covid, αφού για το πρωτόκολλο ελέγχου των δανειζόμενων έργων κατά την παράδοση, χρειάστηκαν πολλές ώρες ζωντανής αναμετάδοσης με βίντεο προς τους αρμόδιους των οργανισμών από τη γείτονα χώρα. Πρωταγωνιστική θέση σε αυτή την κατηγορία κατέχει το μαρμάρινο άγαλμα της «Πληγωμένης Αμαζόνας» από τα Μουσεία του Καπιτωλίου της Ρώμης, το οποίο τοποθετήθηκε στο ευήλιο εσωτερικό αίθριο του Μεγάρου: είναι το αντίγραφο του Σωσικλή για το έργο που φιλοτέχνησε ο Πολύκλειτος τον 5ος αι. π.Χ. (δεν σώζεται το αυθεντικό), κερδίζοντας με τη δεξιοτεχνία του τους καλύτερους γλύπτες της εποχής για το άγαλμα που θα κοσμούσε τον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο της Μικράς Ασίας

Ωστόσο, «δεν είναι μόνο οι εικονογραφικές, στιλιστικές λεπτομέρειες της Αρχαίας Ελλάδας που αντιγράφονται ή εμπνέουν τους μεγάλους καλλιτέχνες του 18ου και 19ου αιώνα», όπως σημείωσε ο Νίκος Σταμπολίδης, «αλλά και μια άυλη διάσταση σύνδεσης που μπορούμε να αναγνώσουμε». Για να δώσει ένα παράδειγμα ανέφερε το διάλογο που αναπτύσσεται ανάμεσα στο αγαλματίδιο του πολυμήχανου Οδυσσέα από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Βενετίας με το γλυπτό του Ανδρούτσου με τον σκύλο του από τον 19ο αιώνα. Εδώ, από το καλπάκι που φορούν αμφότεροι οδηγούμαστε στο κοινό τους όνομα και έπειτα στον ηρωισμό που διαπνέει τις ιστορίες τους.

Σημειωτέον πως πάνω από δώδεκα μήνες χρειάστηκαν για να φτάσει το αφιέρωμα «Αρχαιολατρεία και Φιλελληνισμός» στην τελική του μορφή, καθώς πριν από την εγκατάσταση των έργων προηγήθηκαν πολλές κτιριακές εργασίες, προκειμένου το Μέγαρο Σταθάτου –ένα εξαιρετικό νεοκλασικό αρχιτεκτόνημα από το τέλος του 19ου αιώνα με την υπογραφή του Τσίλλερ– να δίνει την εντύπωση μιας αυθεντικής μεγαλοαστικής οικίας εσωτερικά, όπως άλλωστε ήταν έως το 1938 για την οικογένεια Όθωνος και Αθηνάς Σταθάτου.

Στη σκηνογραφική επιμέλεια βρίσκεται η Χλόη Ομπολένσκι, σε συνεργασία με τον Ανδρέα Γεωργιάδη που επιλήφθηκε του μουσειογραφικού σχεδιασμού. «Θέλαμε να διαμορφώσουμε μια ατμόσφαιρα πιστή στο θέμα της εποχής», λέει η ίδια, ώστε να προσληφθούν με ηρεμία τα έργα απ’ τον επισκέπτη, μέσα στο φυσικό τους περιβάλλον. Οι παρεμβάσεις έγιναν με τέτοιον τρόπο, ώστε ο επισκέπτης να μην ξεχωρίζει εάν πρόκειται για σκηνικό ή την κανονική εικόνα του κτιρίου, γεγονός το οποίο χρήζει επίσκεψης από μόνο του και, φυσικά, δεν δύναται να μεταφερθεί διά της οθόνης, παρά την πολύ αξιόλογη προσπάθεια που έγινε στην ψηφιακή πλατφόρμα.