Θέμα

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης: Οι συντάκτες του «α» διαλέγουμε το αγαπημένο μας ποίημα

Από , , , , , -

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης που γιορτάζεται παραδοσιακά την 21η Μαρτίου, επιλέγουμε μερικά σπουδαία κείμενα από όλο τον κόσμο.

Τα Δώρα // Μίλτος Σαχτούρης

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες*
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

(Μίλτος Σαχτούρης, Παραλογαίς, 1948)


«Σήμερα φόρεσα ένα ζεστό κόκκινο αίμα» γράφει ο Σαχτούρης στην ασύλληπτη υπερρεαλιστική εκκίνηση του ποιήματος «Τα Δώρα», που συμπυκνώνει μέσα στις ελάχιστες λέξεις του τη ζωογόνο πνοή, τη βάρβαρη ειλικρίνεια, την απελευθερωτική φαντασία και τράνταγμα που προκαλεί στην ψυχή του αναγνώστη η ποίηση. Γιάγκος Αντίοχος

Περιδέραιο // Μίνος Ζώτος

Ν' αποξεχνιέμαι
Κι ώρες να σε κυττάζω εκστατικός
Σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως
Να πνέω και να διαλυέμαι
Να μην ταράσσει
Την αίσθησή μου, ουδ' όσο φύλλων θρος
Τα ησυχασμένα δάση.
Ω έσφιξαν τώρα οι μέρες.
Οι ώρες στένεψαν πολύ
Η ωραία στιγμή περίτρομο πουλί
Που καρτερεί την μπόρα.
Μαζί να πλέμε
Κι εγώ να σε κυττάζω εκστατικός.
Σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως
Να πνέω και να διαλυέμαι.

(Μίνος Ζώτος, Άπαντα Ποιήματα, Αλληλογραφία, Εργοκριτική / εκδ. Ειρήνη Αλετρά-Μαρούδα, 2016)

«Ο Ζώτος, ο άρρωστος ποιητής με τη θλιμμένη φάτσα, κάποιο τραγούδι σιγανά απαγγέλλει με λυγμούς» γράφει ο Ορέστης Λάσκος σε μια στροφή του «Μπάγκειον», για τον Μίνω Ζώτο, έναν από τους παραγνωρισμένους ποιητές της «χαμένης γενιάς» του Μεσοπολέμου, ο οποίος πέρναγε ώρες στο θρυλικό υπόγειο του ξενοδοχείου στην πλατεία Ομονοίας. Πότε πίνοντας αψέντι, πότε κρασί, πάντα όμως γράφοντας για τον ανεκπλήρωτο έρωτα της ζωής του, τη Μαρία Πολυδούρη. Αν και υπάρχουν συγκεχυμένες πληροφορίες για την πραγματική τους σχέση, το βέβαιο είναι πως ο Ζώτος έγραψε τα ομορφότερα ποιήματά του για εκείνη. Ίσως το «Περιδέραιο», ένα από τα διασημότερα του Ζώτου, να ανήκει σε αυτά. Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης πάντως, λέει ο μύθος, από τη συγκίνηση έριξε το χειρόγραφο όταν διάβασε τους στίχους για πρώτη φορά. Όσο για τον Ζώτο ο οποίος για χρόνια ταλαιπωριόταν από τη φυματίωση, όπως η Πολυδούρη, υπέκυψε στην ασθένεια σε ηλικία μόλις 27 ετών. Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος

Τα χέρια // Αργύρης Χιόνης

Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα.

Επιμύθιο Ι: Καλύτερα ν’ αποχτήσεις κάτι κι ας το χάσεις, παρά να μην αποχτήσεις ποτέ τίποτε.
Επιμύθιο ΙΙ: Πατάτε με σεβασμό την άσφαλτο. Από κάτω της υπάρχουν πέτρες που ονειρεύονται κήπους.

(Αργύρης Χιόνης, Φωνή της Σιωπής, εκδ. Νεφέλη)

Ο Αργύρης Χιόνης με κάνει να θέλω ν απλώσω τα χέρια μου, να ψηλώσω το θέλω μου, να ανοίξω την αγκαλιά μου. Μαρία Κρύου

Αν (μπορείς) // Ράτγιαρντ Κίπλινγκ

Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι
τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,
στον εαυτό σου αν μπορείς να ’χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν
μα κι αδιάφορος να ’σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,
αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν’ αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,
ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ’ το ψέμα
κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,
κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,

αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,
αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,
αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,
να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,
αν μπορείς να υποφέρεις ν’ ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,
στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,
ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,
κι αφού σκύψεις, ν’ αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,

αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ’ αγαθά και τα κέρδη σου όλα,
κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις
και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ’ την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,
και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,
κι αν μπορείς ν’ αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,
να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,
και ν’ αντέξεις σ’ αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα ’χεις
άλλο εξόν απ’ τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,

αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,
ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,
κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,
τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ’ άλλον,
αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας
στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,
τότε θα ’ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,
και —περισσότερο ακόμα— θε να ’σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.

(Ράτγιαρντ Κίπλινγκ, Rewards and Fairies, 1910, μτφ στα ελληνικά Άγγελος Δόξας)

Το πιο δημοφιλές ποίημα της βρετανικής λογοτεχνίας σύμφωνα με δημοσκόπηση του BBC που έγινε το 1995, το «Αν» του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 1910 ως μέρος της συλλογής φανταστικών ιστοριών «Rewards and Fairies». Επεξηγεί πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στην επιτυχία και την αποτυχία και παροτρύνει τον αναγνώστη να διατηρήσει την ηθική και ψυχική του ακεραιότητα. Λόγω της θεματικής του, το ποίημα του Βρετανού συγγραφέα, ο οποίος είναι επίσης γνωστός για το «Βιβλίο της ζούγκλας», έγινε διάσημο και στα σχολεία, καθώς χρησιμοποιόταν ως γραπτή τιμωρία, γι' αυτό και ο ίδιος αποδοκιμαζόταν από τους μαθητές. Χρύσα Πασιαλούδη

Πρωινό γεύμα // Ζακ Πρεβέρ

Έβαλε τον καφέ
Μέσα στο φλιτζάνι
Έβαλε το γάλα
Μέσα στο φλιτζάνι του καφέ
Έβαλε τη ζάχαρη
Μέσα στον καφέ με το γάλα
Με το μικρό κουτάλι
Ανακάτεψε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Κι ακούμπησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έβαλε τις στάχτες
Μέσα στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε
Φόρεσε
Στο κεφάλι το καπέλο του
Έβαλε
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Κάτω από τη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Κι εγώ πήρα
Το κεφάλι μου στα χέρια
Κι έκλαψα.

(Ζακ Πρεβέρ, Paroles, 1946)

«Ο ζωγράφος της σύγχρονης γαλλικής ποίησης», όπως τον αποκάλεσε ο Πικάσο, είναι ο σπουδαιότερος λαϊκός Γάλλος ποιητής του περασμένου αιώνα. Καθημερινές εικόνες, μπολιασμένες με υπερρεαλιστικά στοιχεία, συνθέτουν το αταξινόμητο ύφος του Πρεβέρ, ο οποίος ξεπερνώντας είδη και συμβάσεις, ο οποίος δημιούργησε μερικά απ’ τα πιο τρυφερά αλλά και δηκτικά έργα. Πότε τρίστιχα και άλλοτε ολόκληρα κείμενα, πειραματίστηκε με τη φόρμα, μελοποιήθηκε από τους μεγάλους συνθέτες, έγραψε σενάρια για θέατρο και σινεμά και κληροδότησε στη γαλλική ποίηση τη στάση ζωής του: μποέμικη, αντικομφορμιστική και βαθιά ανθρωπιστική. Άννα Φαρδή

Ωδή στις τηγανητές πατάτες // Πάμπλο Νερούδα

Τσιτσιρίζει το λάδι ζεσταίνοντας τη χαρά του κόσμου•
οι τηγανητές πατάτες μπαίνουν στο τηγάνι
σαν χιονισμένα φτερά πρωινού κύκνου
και βγαίνουν χρυσωμένες από το τσιτσιριστό κεχριμπάρι της ελιάς.

Το σκόρδο τούς προσθέτει το γήινο άρωμά του
το πιπέρι, σκόνη που πέρασε από τους υφάλους,
και ντυμένες ξανά με φιλντισένιο κοστούμι,
γεμίζουν το πιάτο με την επανάληψη της αφθονίας τους
και τη γήινη γευστική τους απλότητα.

(Πάμπλο Νερούδα, μτφ. Ρήγας Καππάτος)

Η σχέση μου με την ποίηση ξεκίνησε στα νεανικά (γυμνασιακά) χρόνια με τον Διονύσιο Σολωμό και τον Pablo Neruda που, πριν από τα «Ερωτικά» και το «Canto General» του, ήρθα σ’ επαφή με το παραπάνω, δικό του αριστούργημα. Γιώργος Χαρωνίτης