Συνέντευξη

Οι υποψήφιοι δήμαρχοι της Αθήνας μιλούν για τον πολιτισμό και τις παρεμβάσεις που θα αλλάξουν τη ζωή στην πόλη

Από , -

Ως πολιτιστική μητρόπολη αλλά και ως αναδυόμενος ταξιδιωτικός προορισμός, με αρκετά παρ’ όλα αυτά σημεία του κέντρου να χρήζουν ανάδειξης και σχεδίου, η Αθήνα του πολιτισμού, της διασκέδασης και της καθημερινότητας των πολιτών που ζουν κι επιχειρούν σε αυτή θέτει προκλήσεις στον επόμενο δήμαρχο. Από τα πολλά ανοιχτά θέματα της πόλης, που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η νέα δημοτική αρχή, το «αθηνόραμα» επικεντρώνεται σε αυτά που αφορούν τον πολιτισμό, την εικόνα της πόλης και το πώς η Αθήνα μπορεί να αναπτυχθεί και να γίνει πιο βιώσιμη μέσα από την καινοτομία, τις παρεμβάσεις στον αστικό ιστό και τις «έξυπνες» υπηρεσίες, θέτοντας αντίστοιχα ερωτήματα στον Παύλο Γερουλάνο, τον Νάσο Ηλιόπουλο και τον Κώστα Μπακογιάννη.

Παύλος Γερουλάνος «Φεστιβάλ πολιτισμού σε κάθε γειτονιά της Αθήνας»

© Γιώργος Αδάμος
© Γιώργος Αδάμος

Θεωρώντας ότι για πολλά χρόνια οι γειτονιές της πόλης μας νιώθουν παραμελημένες, ο Παύλος Γερουλάνος πιστεύει ότι η Αθήνα χρειάζεται παρεμβάσεις ισορροπίας και ο πολιτισμός μπορεί να παίξει ρόλο σε αυτό. Θεωρεί το παράδειγμα της ανάπλασης του Εμπορικού Τριγώνου αντιπροσωπευτικό μιας πολύ καλής πρακτικής ως προς τη συνεργασία δήμου, ιδιωτικών φορέων και κατοίκων, που αξίζει να λειτουργήσει ως οδηγός για πολλές γειτονιές της Αθήνας, ξεκινώντας από έναν ολικό σχεδιασμό της Ομόνοιας.

Για τον Παύλο Γερουλάνο «κάθε γειτονιά της Αθήνας είναι κέντρο». Και θέλει να τη δει να αλλάζει από μέσα. Το σχέδιό του για την Αθήνα είναι να δώσει πνοή σε κάθε γωνιά της και όχι να επικεντρωθεί σε «φαραωνικά έργα βιτρίνας». Περπατώντας στον καταπράσινο αρχαιολογικό χώρο του Λυκείου του Αριστοτέλη, όπου διάλεξε να φωτογραφηθεί, μας επισημαίνει πως όταν προχώρησε, ως υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού, στην ανάδειξη του συγκεκριμένου χώρου, που βρέθηκε κάτω από την αλάνα όπου ως παιδί έπαιζε μπάλα, επέλεξε ένα σχεδιασμό λιγότερο φαραωνικό και πιο ήπιο από αυτόν που είχαν επιλέξει οι προκάτοχοί του, χρησιμοποιώντας σημαντικό μέρος από τα προβλεπόμενα για το έργο χρήματα για τον καθαρισμό και την ανάδειξη της Ακαδημίας Πλάτωνα.

Πιστεύει ότι ο πολιτισμός πρέπει να απλωθεί σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας και όχι μόνο στο κέντρο, το ίδιο και η ποιότητα ζωής. «Έχουμε φτιάξει μια ομάδα που εργάζεται σκληρά αυτήν τη στιγμή ώστε σε τέσσερα χρόνια ο Αθηναίος να περπατάει σε πεζοδρόμια χωρίς εμπόδια, που απευθύνονται σε όλους και όχι μόνο σε αρτιμελείς νέους. Να χαίρεται να γυρίζει στη γειτονιά του, επειδή θα είναι καθαρή και φροντισμένη. Να έχει στο πλευρό του το δήμο, ο οποίος θα έχει οργανωθεί με τέτοιον τρόπο ώστε οι υπηρεσίες να επικοινωνούν μεταξύ τους, ενώ θα υποστηρίζει κι επιχειρήσεις που αγωνίζονται να βρουν χρηματοδότηση».

«Ο δήμος μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην προσέλκυση επενδύσεων στην οπτικοακουστική παραγωγή. Ο πολιτισμός όμως, πάνω απ’ όλα, είναι κοινωνικό αγαθό. Το δικό μας πρόγραμμα περιλαμβάνει ένα φεστιβάλ πολιτισμού σε κάθε διαμέρισμα, με την ενεργοποίηση των πολιτιστικών κέντρων κάθε κοινότητας».

Ζώντας στο κέντρο, όπου βρίσκεται και το γραφείο του, κινείται στην πόλη σε μεγάλο βαθμό με τα πόδια και τα περισσότερα ραντεβού του τα κάνει σε καφέ στο Εμπορικό Τρίγωνο, του οποίου η ανάπλαση θεωρεί ότι αξίζει να λειτουργήσει ως οδηγός για πολλές γειτονιές της Αθήνας. Στον προσωπικό του χρόνο θα τον συναντήσεις με τη σύζυγό του Λάρα Μπαράζι σε ταβερνάκια της Ομόνοιας, στην Πλάκα με φίλους από το εξωτερικό και με τις κόρες του Κυριακές στα μουσεία, στο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Ζάππειο, στο Θησείο, όπου αγοράζει καρφίτσες των Ολυμπιακών Αγώνων για τη συλλογή του, ή στο Μοναστηράκι και στην Πρωτογένους για βινίλια και συζητήσεις για το μέλλον τους αλλά και για την πολιτική: «Είναι πολύ ώριμες οι κόρες μου και οι συζητήσεις μαζί τους πάντα με μαθαίνουν κάτι».

Η Αθήνα είναι μια πολιτιστική μητρόπολη με χιλιάδες εκδηλώσεις κι επιλογές για τους κατοίκους της. Η θεατρική της σκηνή είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, η κινηματογραφική της αγορά σημαντική, εκατοντάδες μουσικές παραγωγές φιλοξενούνται στους πολλούς διαθέσιμους χώρους σε όλη την πόλη, η εικαστική σκηνή είναι ανερχόμενη και τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα αναβαθμισμένο είναι και το φεστιβαλικό προϊόν (μουσικό και γενικότερα). Τι κίνητρα μπορεί να δώσει ο δήμος στην ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και τι μπορεί να οργανώσει ο ίδιος με στόχο την περαιτέρω αναβάθμιση του πολιτιστικού προϊόντος; Έμφαση στην ποσότητα ή στην ποιότητα;
Η λύση βρίσκεται στη χρυσή τομή. Οι δήμοι συχνά διολισθαίνουν σε μια επιφανειακής σύλληψης ιδέα για το είδος του πολιτισμού που πρέπει να προσφέρουν στους δημότες τους, κατασπαταλώντας χρήματα για ένα βράδυ με κάποιο μεγάλο όνομα ή μισή ώρα με εντυπωσιακά πυροτεχνήματα. Οι ευκαιρίες είναι μπροστά μας. Για παράδειγμα, στο ζήτημα του σινεμά, τα προηγούμενα χρόνια δεν δίνονταν κίνητρα προσέλκυσης επενδύσεων στην οπτικοακουστική παραγωγή. Αυτό οδεύει προς την αλλαγή, μια αλλαγή για την οποία είχαμε δουλέψει και όταν ήμουν στο υπουργείο Πολιτισμού.
Ο δήμος μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στο επόμενο στάδιο, βοηθώντας στη συνεργασία με τις ομάδες παραγωγής, στη διευκόλυνση σε θέματα γραφειοκρατίας ή εύρεσης τοποθεσιών κ.λπ. Ο πολιτισμός όμως, πάνω απ’ όλα, είναι κοινωνικό αγαθό. Το δικό μας πρόγραμμα περιλαμβάνει ένα φεστιβάλ πολιτισμού σε κάθε διαμέρισμα, με την ενεργοποίηση των πολιτιστικών κέντρων κάθε κοινότητας. Ο πολιτισμός πρέπει να απλωθεί σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας και όχι μόνο στο κέντρο. Παράλληλα θα στηρίξουμε τους νέους καλλιτέχνες της πόλης, δημιουργώντας πυρήνες οικονομικής και τεχνικής υποστήριξης και συγκροτώντας καλλιτεχνικούς χώρους για την ανάδειξη του έργου τους.

Το Ιστορικό Κέντρο είναι η βιτρίνα της πόλης και βασικό σημείο εξόδου για τους Αθηναίους. Τα τελευταία χρόνια, λόγω της αύξησης της δημοφιλίας του αλλά και του τουρισμού και της δημιουργίας αντίστοιχης αγοράς, οι επιχειρήσεις στην περιοχή κλίνουν σχεδόν μονομερώς προς τα μαγαζιά διασκέδασης και φαγητού. Κρίνετε ότι η κατάσταση αυτή είναι πιθανό να δημιουργήσει πρόβλημα ως προς το χαρακτήρα του; Και αν ναι, υπάρχει κάποια πρόβλεψη στο πρόγραμμά σας;
Το παράδειγμα της ανάπλασης του Εμπορικού Τριγώνου στο Ιστορικό Κέντρο είναι αντιπροσωπευτικό μιας πολύ καλής πρακτικής που αξίζει να λειτουργήσει ως οδηγός για πολλές γειτονιές της Αθήνας. 
Η συνεργασία δήμου, ιδιωτικών φορέων και κατοίκων, πάνω απ’ όλα, που έχουν ενώσει τις δυνάμεις τους με πολύ μεράκι και αγάπη για την περιοχή τους αλλά και με θέληση για συνεργασία και σύμπλευση, μας δείχνει το δρόμο. Ένας από τους σημαντικούς λόγους που ο τρόπος με τον οποίο οργανώνονται οι κάτοικοι και οι καταστηματάρχες της περιοχής μάς εμπνέει και μας κινητοποιεί είναι ότι αντιμετωπίζουν την ισορροπία ανάμεσα στις διαφορετικές χρήσεις των επιχειρήσεων με ανοιχτό μυαλό και ειλικρινή διάθεση για διά­λογο. Η απάντηση είναι πως, ναι, χρειάζεται ισορροπία για να διατηρηθεί ο χαρακτήρας του Ιστορικού Κέντρου χωρίς να στερούνται οι Αθηναίοι αυτήν τη ζωντανή γειτονιά. Και αυτή η ισορροπία θα προκύψει μέσα από τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Εκεί βρίσκεται για μας η ουσία, και στο μοντέλο συνεργασίας μεταξύ των Αθηναίων το οποίο θα επιδιώξουμε την επόμενη μέρα.

«Ο δήμος πρέπει να προσφέρει υποστήριξη και διευκόλυνση στην πρόσβαση επιχειρήσεων σε χρηματοδοτήσεις, λειτουργώντας ως “γέφυρα” με τις τράπεζες. Παράλληλα μπορεί να δοθεί κίνητρο για τη στέγαση σε επιβαρυμένες περιοχές, με την παραχώρηση κτιρίων που ανήκουν στο δήμο –με χαμηλό ενοίκιο– σε νεοφυείς επιχειρήσεις».

Η αναβάθμιση της Πατησίων και της ευρύτερης περιοχής της Κυψέλης, με άξονα τον πολιτισμό, όπως και της Σταδίου με τα πολλά άδεια κτίρια, τους παροπλισμένους χώρους πολιτισμού αλλά και το επενδυτικό ενδιαφέρον για ξενοδοχεία είναι θέματα που απασχολούν. Είναι ζητούμενο για το δήμο να βοηθήσει προς αυτήν την κατεύθυνση και με ποιον τρόπο; Ποια άλλα σχέδια αστικής παρέμβασης θεωρείτε ότι πρέπει να προχωρήσουν κατά προτεραιότητα και πώς;
Η απάντηση είναι αυτονόητη. Ασφαλώς και είναι ζητούμενο για το δήμο. Στο πρόγραμμά μας περιλαμβάνεται η αναγέννηση της ιστορικής Λεωφόρου Πατησίων από άκρη σ’ άκρη! Είχαμε μάλιστα την ευκαιρία να παρουσιάσουμε τους δημοτικούς και διαμερισματικούς μας συμβούλους σε δύο όμορφους κινηματογράφους της περιοχής και το θέμα της αναβάθμισής της μονοπώλησε τη συζήτηση. Να διευκρινίσουμε όμως κάτι: η αφετηρία, γεωγραφικά και συμβολικά, της παρακμής που περιγράφετε βρίσκεται στην Πλατεία Ομονοίας. Μια πλατεία την οποία παλιότερες δημαρχίες και κακές πρακτικές υποβάθμισαν από κέντρο της Αθήνας σε συγκοινωνιακό κόμβο χωρίς χαρακτήρα, με αποτέλεσμα σήμερα να έχει μετατραπεί σε ένα δημόσιο χώρο που κανείς δεν θέλει να επισκέπτεται. Ωστόσο, τα νέα ρεύματα τουρισμού και η άνθηση του πολιτισμού που αναφέρετε δημιουργούν σήμερα μια ευκαιρία. Το δικό μας πρόγραμμα περιλαμβάνει την Ομόνοια όπως τη θέλουμε. Μια ανάπλαση που θα προκύψει από διαβούλευση με τους πολίτες της Αθήνας, και όχι από αναμασημένα οράματα πολιτικών. Είναι δεδομένο ότι η ανάπλαση της Ομόνοιας χρειάζεται να συμπεριλαμβάνει και τις οδούς, τις λεωφόρους και τις γειτονιές που την περιβάλλουν. Ο σχεδιασμός πρέπει να είναι ολικός. Από εκεί θα ξεκινούσα τη συζήτηση λοιπόν.

© Γιώργος Αδάμος
© Γιώργος Αδάμος

Η καινοτομία και η υποστήριξη της νεοφυούς επιχειρηματικότητας αποτελούν ζητούμενο για μια σύγχρονη μητρόπολη. Σχεδιάζετε να δώσετε συγκεκριμένα κίνητρα προς αυτήν την κατεύθυνση;
Πράγματι, έτσι είναι. Η Αθήνα οφείλει να έχει το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Και αν το κλειδί της οικονομίας το κρατάει το κεντρικό κράτος, πιστεύω βαθιά ότι ένας δήμος μπορεί και πρέπει να στέκεται στο πλευρό των ανθρώπων που θέλουν να επιχειρήσουν στην πόλη. Βασικός στόχος να μειώσουμε το κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης στην Αθήνα και να αυξήσουμε τις δυνατότητές της για κερδοφορία. Για μας ο δήμος πρέπει να προσφέρει υποστήριξη και διευκόλυνση στην πρόσβαση επιχειρήσεων σε χρηματοδοτήσεις, λειτουργώντας ως «γέφυρα» ανάμεσα σε όσους τις έχουν ανάγκη και στο τραπεζικό σύστημα. Παράλληλα μπορεί να δοθεί κίνητρο για τη στέγαση σε επιβαρυμένες περιοχές, με την παραχώρηση κτιρίων που ανήκουν στο δήμο –με χαμηλό ενοίκιο– σε νεοφυείς επιχειρήσεις. Χρήσιμες είναι επίσης η επέκταση των αρχών λειτουργίας των εκκολαπτηρίων επιχειρήσεων (hubs) σε ευρύτερο φάσμα χρήσεων και ηλικίας επιχειρηματιών αλλά και η συνεισφορά του δήμου στο πάντρεμα νέων τεχνολογιών και προϊόντων πολιτισμού.

Με ποιες κινήσεις μπορεί η Αθήνα να γίνει μια πιο «έξυπνη» πόλη; Υπάρχουν παραδείγματα από ξένες μητροπόλεις που κρίνετε ότι θα ταίριαζαν στην Αθήνα και θα θέλατε να υλοποιήσετε;
Πριν από λίγες εβδομάδες επισκέφθηκα τον δήμαρχο του Τελ Αβίβ, μιας πόλης-πρότυπο στην αξιοποίηση των έξυπνων τεχνολογιών (πρόσφατα βραβεύτηκε και στα Smart Cities Awards στη Βαρκελώνη), με τον οποίο συζητήσαμε για το όφελος των δημοτών από την ψηφιακή μεταμόρφωση μιας πόλης. Εδώ πρέπει να σας πω ότι ο δήμαρχος είναι 75 χρόνων και βρίσκεται σε αυτήν τη θέση 20 χρόνια, άρα οι τεχνολογίες που χρησιμοποιεί δεν υπήρχαν όταν ξεκίνησε. Κι όμως, πέτυχε να κάνει το Τελ Αβίβ την πιο έξυπνη πόλη στον κόσμο κοιτάζοντας την τεχνολογία με ανθρώπινα μάτια. Αντί να πει «οποιαδήποτε τεχνολογία εγώ τη θέλω», είπε «τι θέλω να γίνει η πόλη μου;». Στη συνάντηση που είχαμε μου ανέλυσε την άποψή του ότι η αρχαία Αθήνα ήταν μια έξυπνη πόλη. Δεν είχε τεχνολογίες, αλλά ήταν έξυπνη διότι εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ανθρώπων. Το να κάνουμε μια πόλη πραγματικά «έξυπνη» σημαίνει ότι εμπλέκουμε τους πολίτες σε μια δια­δικασία που βελτιώνει ουσιαστικά την καθημερινότητά τους και δημιουργεί πλούτο για την πόλη. Οπότε αυτό το νέο κεφάλαιο πρέπει να προκύψει σε απόλυτη συνεργασία με εμάς τους Αθηναίους.

Νάσος Ηλιόπουλος «Αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του δήμου για πολιτιστικές και κοινωνικές δράσεις και στέγαση της καινοτόμας επιχειρηματικότητας»

Έμφαση στους δημόσιους χώρους ως εστίες πολιτισμού και αναψυχής, όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στις γειτονιές, αξιοποίηση του κτιριακού αποθέματος του δήμου για τον πολιτισμό, την κοινωνική κατοικία και την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, «πράσινες» ταράτσες, Ενιαία Ψηφιακή Πύλη είναι μερικά από τα σχέδια του Νάσου Ηλιόπουλου, ο οποίος πιστεύει ότι, για να γίνει η πόλη βιώσιμη, κάθε παρέμβαση πρέπει καταρχήν να έχει πολιτική αντίληψη.

Οι ελεύθεροι χώροι της πόλης, με άξονα τον πολιτισμό και τη δημιουργία, αποτελούν προτεραιότητα για τον τριανταεξάχρονο πρώην υφυπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που διάλεξε, όχι τυχαία, να μας συναντήσει στο βράχο του Αρείου Πάγου στην Ακρόπολη, σημειώνοντας ότι με τις πιέσεις της παράταξης της Ανοιχτής Πόλης ο δήμος διεκδίκησε έκταση 13 στρεμμάτων απέναντι από την Ακρόπολη που επρόκειτο να καταλήξει στα χέρια του ΤΑΙΠΕΔ.

«Είναι δυνατό σήμερα το Παγκράτι να μη διαθέτει ένα ανοιχτό πολιτιστικό κέντρο, όπου ο κάθε πιτσιρικάς να πηγαίνει και να διαβάζει  Ή να ακούει μουσική, να παρακολουθεί μαθήματα; Δική μου δέσμευση είναι η ίδρυση πολιτιστικών χώρων –με αξιοποίηση των εγκαταΛΕλειμμένων κτιρίων του δήμου– σε κάθε δημοτική κοινότητα».

Προτεραιότητα για τον Νάσο Ηλιόπουλο αποτελεί η αξιοποίηση του κτιριακού αποθέματος του δήμου, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, 15 πρώην βιομηχανικούς χώρους 40 στρεμμάτων, για την ίδρυση ανοιχτών χώρων πολιτιστικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας αλλά και για κοινωνική κατοικία για νέους Αθηναίους και Αθηναίες και κίνητρα για εμπορικές και βιοτεχνικές χρήσεις. Άλλωστε, κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο Εργασίας είδε από κοντά παραδείγματα επανάχρησης κτιρίων στο κέντρο της πόλης για κοινωνικούς κι επιχειρηματικούς σκοπούς.

Ζώντας ο ίδιος στα Πατήσια, θεωρεί σημαντική την αποκέντρωση των πολιτιστικών δράσεων και την υποστήριξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας στις γειτονιές και, κοιτάζοντας την πόλη από ψηλά, μας καλεί να φανταστούμε τα 400 σχολεία της Αθήνας ως πράσινα σημεία με φωτοβολταϊκά στις ταράτσες. Υποστήριξη των συνεργατικών επιχειρηματικών προσπαθειών, σύνδεση της πρότυπης επιχειρηματικότητας με τα δημοτικά τέλη αλλά και μια ψηφιακή, εκδημοκρατισμένη πόλη στην κατεύθυνση της Βαρκελώνης είναι μερικά από τα σημεία στα οποία εστιάζει, καθώς πιστεύει ότι, για να αλλάξει την πραγματικότητά μας, κάθε παρέμβαση πρέπει καταρχήν να έχει πολιτική αντίληψη.

Η προσωπική του σχέση με τον πολιτισμό επικεντρώνεται στο βιβλίο στην παραδοσιακή μορφή του (και το «αθηνόραμα» το διαβάζει στο έντυπο), στην Ιστορία, στον Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ («Ο “Μετρ και η Μαργαρίτα” είναι για μένα Μπάρτον πριν από τον Μπάρτον!») αλλά και στο γαλλικό νεο-νουάρ, από τον Ζαν Κλοντ Ιζό στον Φρεντερίκ Φαζαρντί, και στους «λερωμένους χαρακτήρες» του. Θα ήθελε να δει όλες τις ταινίες του αγαπημένου του Χαγιάο Μιγιαζάκι στη μεγάλη οθόνη, όπως και του Αγγελόπουλου, ενώ στη μικρή οθόνη σταθμό θεωρεί το «Wire».

Η Αθήνα είναι μια πολιτιστική μητρόπολη με χιλιάδες εκδηλώσεις κι επιλογές για τους κατοίκους της. Η θεατρική της σκηνή είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, η κινηματογραφική της αγορά σημαντική, εκατοντάδες μουσικές παραγωγές φιλοξενούνται στους πολλούς διαθέσιμους χώρους σε όλη την πόλη, η εικαστική σκηνή είναι ανερχόμενη και τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα αναβαθμισμένο είναι και το φεστιβαλικό προϊόν (μουσικό και γενικότερα). Τι κίνητρα μπορεί να δώσει ο δήμος στην ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και τι μπορεί να οργανώσει ο ίδιος με στόχο την περαιτέρω αναβάθμιση του πολιτιστικού προϊόντος; Έμφαση στην ποσότητα ή στην ποιότητα;
Αρχικά θα ήθελα να πω ότι συμφωνώ απολύτως μαζί σας ότι η Αθήνα είναι μια πολιτιστική μητρόπολη. Και ο λόγος που επιμένω σε αυτό είναι απλός: έχω κουραστεί να βλέπω τη συστηματική απαξίωση της Αθήνας από τον κ. Μπακογιάννη και τα μέσα ενημέρωσης που αρέσκονται να παρουσιάζουν την πόλη μας ως μια έρημο ανομίας και χάους. Η Αθήνα προφανώς έχει σοβαρά προβλήματα. Την ίδια στιγμή όμως έχει και απεριόριστες δυνατότητες. Το πεδίο του πολιτισμού συμπυκνώνει αυτήν τη γοητευτική αντίφαση. Έχουμε μια δυναμική και ριζοσπαστική καλλιτεχνική άνθηση, ενώ την ίδια στιγμή ο δήμος εστιάζει πρωτίστως στον πολιτισμό της βιτρίνας.
Στη δική μου οπτική προτεραιότητα είναι η αποκέντρωση των πολιτιστικών δράσεων και η υποστήριξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας στις γειτονιές. Μεγάλωσα στα Κάτω Πατήσια κι εκεί, όταν ήμουν έφηβος, δεν θυμάμαι ποτέ το δήμο να δημιουργεί υποδομές ή να στηρίζει πρωτοβουλίες καλλιτεχνικές, πέρα από μερικές περιστασιακές εκδηλώσεις. Είναι δυνατό σήμερα το Παγκράτι να μη διαθέτει ένα ανοιχτό πολιτιστικό κέντρο, όπου ο κάθε πιτσιρικάς να πηγαίνει και να διαβάζει, να γράφει ή να ακούει μουσική, να παρακολουθεί μαθήματα; Δική μου δέσμευση είναι η ίδρυση τέτοιων χώρων –με αξιοποίηση των εγκαταλελειμμένων κτιρίων του δήμου– σε κάθε δημοτική κοινότητα.
Αλλά και στο κέντρο της πόλης, το Ακροπόλ και το Ολύμπια μπορούν να στεγάσουν ποιοτικά θεάματα με πρωτοποριακό χαρακτήρα, αναδεικνύοντας τη μεγάλη δραστηριότητα που αναπτύσσεται στην πόλη. Αφορά αυτό την ποιότητα ή την ποσότητα; Κατά τη γνώμη μου εξασφαλίζει την πρόσβαση των πολλών στην καλλιτεχνική δημιουργία και ταυτόχρονα τροφοδοτεί την ανάδυση και την ενίσχυση του καινοτόμου και πρωτοποριακού.

Το Ιστορικό Κέντρο είναι η βιτρίνα της πόλης και βασικό σημείο εξόδου για τους Αθηναίους. Τα τελευταία χρόνια, λόγω της αύξησης της δημοφιλίας του αλλά και του τουρισμού και της δημιουργίας αντίστοιχης αγοράς, οι επιχειρήσεις στην περιοχή κλίνουν σχεδόν μονομερώς προς τα μαγαζιά διασκέδασης και φαγητού. Κρίνετε ότι η κατάσταση αυτή είναι πιθανό να δημιουργήσει πρόβλημα ως προς το χαρακτήρα του; Και αν ναι, υπάρχει κάποια πρόβλεψη στο πρόγραμμά σας;
Έχετε δίκιο. Και θα πρόσθετα σε αυτήν την εικόνα τη νέα εξέλιξη, που είναι η έξωση των κατοίκων του κέντρου υπό την πίεση του airbnb και της αύξησης των ενοικίων. Η δική μας απάντηση είναι απλή: εφαρμογή κανόνων και ορίων. Δεν θέλουμε μια πόλη για τουρίστες, θέλουμε μια πόλη για επισκέπτες –ανθρώπους δηλαδή που θα έρχονται στην Αθήνα και θα μαθαίνουν την Αθήνα– και για τους κατοίκους της.
Αυτό συνεπάγεται κανόνες στη βραχυχρόνια μίσθωση και καταπολέμηση του φαινομένου επιχειρηματικοί όμιλοι να αγοράζουν πολυκατοικίες και να τις μετατρέπουν σε διαμερίσματα για τουρίστες. Ως προς τα καταστήματα που αναφέρετε, ομοίως χρειαζόμαστε κανόνες –που θα εφαρμόζονται– για τα τραπεζοκαθίσματα, την ηχορρύπανση και, επιμένω σε αυτό, για τους όρους εργασίας των νέων και παλιών εργαζομένων στον κλάδο.

«Το πρώτο βήμα για την αναβάθμιση συγκεκριμένων γειτονιών είναι η αξιοποίηση του κτιριακού αποθέματος του δήμου. Τι σημαίνει αυτό; Κοινωνική κατοικία για νέους Αθηναίους και Αθηναίες, κίνητρα για εμπορικές και βιοτεχνικές χρήσεις, ίδρυση ανοιχτών χώρων πολιτιστικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας».

Η αναβάθμιση της Πατησίων και της ευρύτερης περιοχής της Κυψέλης, με άξονα τον πολιτισμό, όπως και της Σταδίου με τα πολλά άδεια κτίρια, τους παροπλισμένους χώρους πολιτισμού αλλά και το επενδυτικό ενδιαφέρον για ξενοδοχεία είναι θέματα που απασχολούν. Είναι ζητούμενο για το δήμο να βοηθήσει προς αυτήν την κατεύθυνση και με ποιον τρόπο; Ποια άλλα σχέδια αστικής παρέμβασης θεωρείτε ότι πρέπει να προχωρήσουν κατά προτεραιότητα και πώς;
Φυσικά. Και το πρώτο βήμα είναι η αξιοποίηση του κτιριακού αποθέματος του δήμου. Τι σημαίνει αυτό; Κοινωνική κατοικία για νέους Αθηναίους και νέες Αθηναίες, κίνητρα για εμπορικές και βιοτεχνικές χρήσεις, ίδρυση –όπως προείπα– ανοιχτών χώρων πολιτιστικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το θλιβερό έως τώρα είναι ότι ο δήμος είχε τη δυνατότητα και τα χρηματοδοτικά εργαλεία προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά έχει κάνει πολύ λίγα. Είχα την τύχη στο υπουργείο Εργασίας να δω ένα επιτυχημένο παράδειγμα επανάχρησης κτιρίων στο κέντρο της πόλης για κοινωνικούς κι επιχειρηματικούς σκοπούς.
Από εκεί και πέρα, θα πρόσθετα ακόμη μία παράμετρο. Η Αθήνα έχει 400 σχολεία. Μπορούμε να τα φανταστούμε ως πράσινα σημεία με φωτοβολταϊκά στις ταράτσες; Εμείς λέμε «ναι». Θα πρόσθετα ως κρίσιμη προτεραιότητα την αναβάθμιση του ΟΠΑΝΔΑ, με διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων για τον πολιτισμό και τον αθλητισμό, προκειμένου οι υπηρεσίες του να είναι πιο ευέλικτες και πιο αποτελεσματικές, να γίνει ο κόμβος που θα συντονίσει την αξιοποίηση των χώρων και τους διαφορετικούς φορείς δράσης.
Στόχος μας είναι να στηριχτούν οι πρωτοβουλίες που θα προωθήσουν την πολιτιστική δραστηριότητα για να ζωντανέψουν οι γειτονιές και να ενισχυθεί το αίσθημα ασφάλειας στην πόλη. Για να χρησιμοποιήσω ως παράδειγμα την περίπτωση της Λεωφόρου Πατησίων που αναφέρατε, έχουμε επιπλέον προβλέψει συγκεκριμένα: ανακατασκευή πεζοδρομίων με σήμανση και ράμπες για άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένους και μητέρες με καροτσάκια (προϋπολογισμός: 400.000 ευρώ, πηγή χρηματοδότησης: Ολοκληρωμένες Χωρικές Επεμβάσεις) και καθαρισμό κι εξωραϊσμό προσόψεων κτιρίων (προϋπολογισμός: 200.000 ευρώ, πηγή χρηματοδότησης: ΠΕΠ Αττικής 2014-2020).

Η καινοτομία και η υποστήριξη της νεοφυούς επιχειρηματικότητας αποτελούν ζητούμενο για μια σύγχρονη μητρόπολη. Σχεδιάζετε να δώσετε συγκεκριμένα κίνητρα προς αυτήν την κατεύθυνση;
Το σχέδιο της Ανοιχτής Πόλης για την επανάχρηση του κτιριακού αποθέματος του δήμου προφανώς αφορά τη στέγαση της καινοτόμας και νεοφυούς επιχειρηματικότητας. Πρέπει να υποστηρίξουμε ιδιαίτερα τις συνεργατικές προσπάθειες που δημιουργούν υποδείγματα μιας νέας αντίληψης για το επιχειρείν και βρίσκονται σε διάλογο με τη σύγχρονη συζήτηση για τα «κοινά». Από εκεί και πέρα, ένα συγκεκριμένο κίνητρο είναι η σύνδεση της πρότυπης επιχειρηματικότητας με τα δημοτικά τέλη.
Η επιχειρηματική ανάπτυξη θα πρέπει να ενισχύεται ακόμη στο βαθμό που συμβάλλει στη φροντίδα για μια βιώσιμη πόλη, φιλική –επιτέλους– προς τους κατοίκους της. Η ανακύκλωση, για παράδειγμα, δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα για την πόλη. Στο πνεύμα αυτό σχεδιάζουμε ένα πρόγραμμα επιβράβευσης, μέσα από τη μείωση των δημοτικών τελών, των επιχειρήσεων και των πολιτών που θα συμμετέχουν ενεργά στην ανακύκλωση. Και είναι προφανές ότι σε ένα τέτοιο πρόγραμμα οι καινοτόμες επιχειρήσεις δεν θα είναι απλώς συμμέτοχες, αλλά θα πρέπει να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Με ποιες κινήσεις μπορεί η Αθήνα να γίνει μια πιο «έξυπνη» πόλη; Υπάρχουν παραδείγματα από ξένες μητροπόλεις που κρίνετε ότι θα ταίριαζαν στην Αθήνα και θα θέλατε να υλοποιήσετε;
Έξυπνη πόλη του 21ου αιώνα είναι η ψηφιακή πόλη. Το σχέδιό μας περιλαμβάνει μια Ενιαία Ψηφιακή Πύλη του δήμου που θα συγκεντρώνει όλες τις παρεχόμενες υπηρεσίες του κράτους στους πολίτες και θα λειτουργεί ως ένα one-stop-shop για πολίτες κι επιχειρήσεις, μέσω ψηφιοποίησης των εγγράφων που παρέχονται από το δήμο και ολοκλήρωσης της χρήσης ψηφιακών υπογραφών, ώστε να μειώσουμε τη φυσική συναλλαγή των δημοτών με τις υπηρεσίες αλλά και των υπηρεσιών μεταξύ τους.
Ακόμη περισσότερο το έργο «Smart Athina» αφορά έξυπνα συστήματα ελεγχόμενης στάθμευσης, εφαρμογές έξυπνης διαχείρισης απορριμμάτων, εφαρμογές έξυπνου οδοφωτισμού, έξυπνη διαχείριση υδάτων με σκοπό τη βελτίωση της καθημερινότητας και τη διασύνδεση της βιώσιμης αστικής ανάπτυξης με την τεχνολογία και των εφαρμογών Internet of Things (ioT). Τέλος, σχεδιάζουμε μια πλατφόρμα διαβούλευσης αλλά και άμεσης επικοινωνίας των πολιτών με την εκλεγμένη δημοτική αρχή και τη διοίκηση με σκοπό την ενίσχυση των υπηρεσιών σε κάθε γειτονιά ώστε να ανταποκρίνονται σε αιτήματα, παράπονα και καταγγελίες.
Αξίζει στην Αθήνα να είναι κέντρο καινοτομίας. Όταν αναφερόμαστε στις εφαρμογές διοίκησης, εννοούμε ότι τα εργαλεία για μια έξυπνη πόλη δομούν τη συμμετοχή και άρα τη δημοκρατία. Ξέρουμε ότι δεν ανακαλύπτουμε τον τροχό. Αν με ρωτάτε προσωπικά, θα σας παρέπεμπα στο πρόγραμμα Barcelona Digital City. Διότι στην περίπτωση της Βαρκελώνης η ψηφιακή αντίληψη της έξυπνης πόλης συνδυάζεται με μια πολιτική για τα δικαιώματα όλων, την προστασία των κατοίκων και την προώθηση μέτρων που δίνουν περισσότερα σε όσους ζουν κι εργάζονται σε αυτήν. Δίχως πολιτικό πρόγραμμα, δηλαδή πολιτική αντίληψη, καμία ψηφιακή καινοτομία δεν μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα που μας περιβάλλει.

Κώστας Μπακογιάννης «Η Αθήνα δεν θα γίνει το νέο Βερολίνο. Τη νέα Αθήνα θέλουμε, που μπορεί να είναι μια ατελείωτη σκηνή»

Ο Μεγάλος Περίπατος της Αθήνας, με την ενοποίηση συγκεκριμένων αρχαιολογικών χώρων, ανάδειξη της Ομόνοιας αλλά κι «επίθεση πολιτισμού» στα Εξάρχεια, η οποία θα προσφέρει ανανέωση τόσο στην Πατησίων όσο και στην Κυψέλη, είναι μερικές από τις προτεραιότητες που θέτει ο Κώστας Μπακογιάννης, πιστεύοντας ότι έχει έρθει η ώρα της Αθήνας να εξελιχτεί σε νέα μήτρα παγκόσμιας, σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής.

Η Αθήνα για τον Κώστα Μπακογιάννη είναι «μια πόλη­-ιδέα». Ο πρώην περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας, με πετυχημένες πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις που αφορούν στην οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία σύγχρονων υποδομών στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, με άξονα ιδιαίτερα τα περιβαλλοντικά έργα αλλά και τη διασύνδεση πολιτισμού και την τουριστική ανάπτυξη με το Film Office, οραματίζεται μια Αθήνα διεθνή πολιτιστική μητρόπολη, πιστεύοντας ότι έχει έρθει η ώρα για κάτι τέτοιο.

Πολιτιστικές διαδρομές βρίσκονται στη βάση των σχεδίων του προς αυτήν την κατεύθυνση, όπως μας είπε, διαλέγοντας ως σημείο της συνάντησης μας το «Black Duck Garden» στον κήπο του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών. Παράλληλα, προγράμματα για την ενίσχυση της πολύμορφης εμπορικής δραστηριότητας του Εμπορικού Τριγώνου, το οποίο θέλει να κλείσει για τα αυτοκίνητα μέσω πεζοδρομήσεων και δρόμων ήπιας κυκλοφορίας, αλλά και παραχώρηση κτιρίων σε νεοφυείς επιχειρήσεις και ψηφιακές υπηρεσίες κι επιβράβευση των κινήσεων για μια πιο έξυπνη πόλη είναι μερικά από τα σχέδια του προγράμματός του. «Η Αθήνα είναι μια πόλη για να τη ζεις. Και για να τη ζεις πρέπει να μπορείς να την περπατάς».

«Η πρότασή μας για τη δημιουργία του Μεγάλου Περιπάτου της Αθήνας, από τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου έως την Ομόνοια και την Πλατεία Αιγύπτου, είναι ένα έργο πλήρως μελετημένο και κοστολογημένο, το οποίο θα δώσει πνοή σε πολλά σημεία της πόλης».

Στρατηγικό ρόλο σε κάτι τέτοιο φιλοδοξεί να παίξει η δημιουργία του Μεγάλου Περιπάτου της Αθήνας. Άλλωστε, και ο ίδιος αγαπά να περπατά την πόλη, από τα μπαράκια της Πλατείας Αγίας Ειρήνης και το Παγκράτι μέχρι τα στέκια για παϊδάκια και τα αιθιοπικά ταβερνάκια. Δεν είναι τυχαίο ότι από τότε που γύρισε στην Αθήνα μετά τις σπουδές του δεν παρέλειπε να αγοράζει το «αθηνόραμα» κάθε Πέμπτη. Δηλώνει άνθρωπος της παρέας και όχι της μοναχικής διαδρομής και των πολλών εσωτερικών αναζητήσεων. Αγαπά να καταλαβαίνει ότι έρχεται η άνοιξη επειδή μύρισαν οι νεραντζιές, αγαπά «το μαζί στο οποίο σε σπρώχνει αυτή η πόλη».

Η Αθήνα είναι μια πολιτιστική μητρόπολη με χιλιάδες εκδηλώσεις κι επιλογές για τους κατοίκους της. Η θεατρική της σκηνή είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, η κινηματογραφική της αγορά σημαντική, εκατοντάδες μουσικές παραγωγές φιλοξενούνται στους πολλούς διαθέσιμους χώρους σε όλη την πόλη, η εικαστική σκηνή είναι ανερχόμενη και τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα αναβαθμισμένο είναι και το φεστιβαλικό προϊόν (μουσικό και γενικότερα). Τι κίνητρα μπορεί να δώσει ο δήμος στην ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και τι μπορεί να οργανώσει ο ίδιος με στόχο την περαιτέρω αναβάθμιση του πολιτιστικού προϊόντος; Έμφαση στην ποσότητα ή στην ποιότητα;
Αυτήν τη στιγμή η Αθήνα σφύζει από σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία. Αυτό που χρειάζεται η νέα αυτή καλλιτεχνική ορμή είναι, κατά τη γνώμη μου, δύο πράγματα: εξωστρέφεια κι ελευθερία. Το ζητούμενο είναι η ουσιαστική συνεργασία, για να έχουν οι δημιουργοί τη δυνατότητα να βιώνουν την πόλη ως δική τους, σύγχρονη και φιλική στο ταλέντο τους.
Πώς ξεκινάμε, λοιπόν; Με τη λογική των δικτύων. Δια­συνδέουμε όλους τους αρχαιολογικούς χώρους και δημιουργούμε ολοκληρωμένες πολιτιστικές διαδρομές που θα συνδέουν αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία, πινακοθήκες, βιβλιοθήκες και σκηνές με θεατρικά ή μουσικά δρώμενα. Πάμε όμως και πιο πέρα. Για εμάς η Τεχνόπολη είναι ανάγκη να μετατραπεί σε έναν κόμβο σύγχρονου πολιτισμού, ο οποίος θα φέρνει στο προσκήνιο νέους δημιουργούς. Το ίδιο θέλουμε να πετύχουμε και σε άλλους σημαντικούς χώρους, όπως το Θέατρο Ολύμπια και το Κέντρο Τεχνών στο Πάρκο Ελευθερίας. Και, βέβαια, στόχος μας είναι να συνδέσουμε τον πολιτιστικό κορμό της πόλης με ελεύθερους χώρους πρασίνου και πάρκα που θα φιλοξενούν πολιτιστικές δράσεις στις γειτονιές.
Η Αθήνα έχει πάρα πολλούς χώρους, οι οποίοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν αποκλειστικά στο πλαίσιο του πολιτισμού. Γι’ αυτό χρησιμοποιούμε άδεια κτίρια, κενά οικόπεδα, υπόγεια, στοές κι αίθρια ως σκηνικά για πολιτιστικές δράσεις. Η Αθήνα δεν θα γίνει το νέο Βερολίνο. Τη νέα Αθήνα θέλουμε. Τη νέα Αθήνα που μπορεί να είναι μια ατελείωτη σκηνή. Και που πιστεύω βαθιά ότι έχει έρθει η ώρα της. Παλιότερα ήταν η Νέα Υόρκη και το Παρίσι, μετά το Βερολίνο και στη συνέχεια η Κωνσταντινούπολη. Τώρα πιστεύω ότι έχει έρθει η ώρα της Αθήνας ως νέας μήτρας παγκόσμιας, σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής. Και δεν υπάρχει πιο δυναμικό πράγμα από μια πόλη που έχει έρθει η ώρα της.

Το Ιστορικό Κέντρο είναι η βιτρίνα της πόλης και βασικό σημείο εξόδου για τους Αθηναίους. Τα τελευταία χρόνια, λόγω της αύξησης της δημοφιλίας του αλλά και του τουρισμού και της δημιουργίας αντίστοιχης αγοράς, οι επιχειρήσεις στην περιοχή κλίνουν σχεδόν μονομερώς προς τα μαγαζιά διασκέδασης και φαγητού. Κρίνετε ότι η κατάσταση αυτή είναι πιθανό να δημιουργήσει πρόβλημα ως προς το χαρακτήρα του; Και αν ναι, υπάρχει κάποια πρόβλεψη στο πρόγραμμά σας;
Κοιτάξτε, σε όλες τις μεγάλες ιστορικές πρωτεύουσες αυτό συμβαίνει. Και μέχρι ενός σημείου είναι και λογικό. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε εδώ το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες του τουρισμού και της εστίασης σε αυτήν την πόλη έχουν κάνει πολύ σημαντικές επενδύσεις και το συνολικό προϊόν που προσφέρεται είναι υψηλού επιπέδου και σε πολλές διαφορετικές εκδοχές. Η Αθήνα έχει ζήσει μια γαστριμαργική άνοιξη τα τελευταία χρόνια.
Και να συμφωνήσουμε ότι για άλλη μία φορά αυτό επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, διότι ούτε το κράτος ούτε ο δήμος βοήθησαν πουθενά. Αντιθέτως. Και τι ζητούν οι άνθρωποι αυτοί από εμάς; Τα αυτονόητα: να μη βγαίνει ο τουρίστας έξω από το ωραίο του ξενοδοχείο και να βρομάει ο τόπος, να περπατάει σε πλυμένα πεζοδρόμια και, όταν τρώει στο ωραίο του εστιατόριο ή πίνει τον καφέ του, να μην το κάνει δίπλα σε σκουπίδια. Να μπορούν να συνεννοηθούν για έναν κάδο ανακύκλωσης και να μην τους κλείνουν τους δρόμους κάθε τρεις και πέντε. Έχουμε καταντήσει σε αυτήν τη χώρα να χρειαζόμαστε ρουσφέτια για τα αυτονόητα. Και αυτό έχει γίνει συνειδητά. Ε, πρέπει να τελειώνει κάποτε!
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όλη η ανάπτυξη μιας πόλης μπορεί να προέρχεται μόνο από τον τομέα της εστίασης και της διασκέδασης. Θέλοντας, λοιπόν, η Αθήνα να φιλοξενεί όλα τα είδη επιχειρηματικότητας, ιδιαίτερα τα παραδοσιακά εκείνα επαγγέλ­ματα που της δίνουν χρώμα, έχουμε σχεδιάσει έναν αναπτυξιακό χάρτη που σέβεται την κάθε γειτονιά και προβλέπει αρχικά τη δημιουργία Ανοιχτών Κέντρων Εμπορίου, τα οποία θα λειτουργούν σε συνεργασία με επιχειρηματικούς και κοινωνικούς φορείς. Στην ίδια λογική έχουμε σχεδιάσει συγκεκριμένα προγράμματα για την ενίσχυση της πολύμορφης εμπορικής δραστηριότητας του Εμπορικού Τριγώνου, το οποίο στόχο έχουμε να κλείσει για τα αυτοκίνητα μέσω πεζοδρομήσεων και δρόμων ήπιας κυκλοφορίας.

Η αναβάθμιση της Πατησίων και της ευρύτερης περιοχής της Κυψέλης, με άξονα τον πολιτισμό, όπως και της Σταδίου με τα πολλά άδεια κτίρια, τους παροπλισμένους χώρους πολιτισμού αλλά και το επενδυτικό ενδιαφέρον για ξενοδοχεία είναι θέματα που απασχολούν. Είναι ζητούμενο για το δήμο να βοηθήσει προς αυτήν την κατεύθυνση και με ποιον τρόπο; Ποια άλλα σχέδια αστικής παρέμβασης θεωρείτε ότι πρέπει να προχωρήσουν κατά προτεραιότητα και πώς;
Οι περιοχές στις οποίες αναφερθήκατε συνδέονται άμεσα με την πρότασή μας για τη δημιουργία του Μεγάλου Περιπάτου της Αθήνας. Πρόκειται για ένα έργο πλήρως μελετημένο και κοστολογημένο, που θα δώσει πνοή σε πολλά σημεία της πόλης. Με αφετηρία την ενοποίηση συγκεκριμένων αρχαιολογικών χώρων και με τις απαραίτητες πεζοδρομήσεις, προχωράμε στη δημιουργία μιας διαδρομής που ξεκινάει από την Αρεοπαγίτου και ακολουθούν οι Βασ. Αμαλίας, Ηρώδου Αττικού, Βασ. Σοφίας, Πανεπιστημίου, Αθηνάς, Ερμού μέχρι την Πλατεία Αγίων Ασωμάτων, με πρόβλεψη για την Πατησίων, από την Ομόνοια έως και την Πλατεία Αιγύπτου. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η δέσμευσή μας για προκήρυξη ανοιχτού αρχιτεκτονικού διαγωνισμού για την Πλατεία Ομονοίας, ώστε να καταστεί λειτουργική και να αναδειχτούν, επιτέλους, τα ιστορικά της χαρακτηριστικά. Και να γίνει εστία ζωής αντί να κόβει ουσιαστικά την πόλη στη μέση, σε καλές και κακές περιοχές, όπως συμβαίνει σήμερα.
Όμως, όπως σημειώσατε κι εσείς, η Αθήνα αναβαθμίζεται και στην κατεύθυνση του πολιτισμού. Γι’ αυτό προβλέπουμε μια «επίθεση πολιτισμού» στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων, η οποία θα προσφέρει την απαραίτητη ανανέωση τόσο στην Πατησίων όσο και στην ιστορική Κυψέλη. Μέσα από την ενοποίηση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου με το ξενοδοχείο «Ακροπόλ» και το Πολυτεχνείο, πιστεύουμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα νέο τρίγωνο ομορφιάς και ανάπτυξης. Η Αθήνα είναι μια πόλη για να τη ζεις. Και για να τη ζεις, πρέπει να μπορείς να την περπατάς. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

«Προβλέπουμε μια “επίθεση πολιτισμού” στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων, που θα προσφέρει την απαραίτητη ανανέωση τόσο στην Πατησίων όσο και στην Κυψέλη. Μέσα από την ενοποίηση του Αρχαιολογικού Μουσείου με το “Ακροπόλ” και το Πολυτεχνείο μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα νέο τρίγωνο ομορφιάς και ανάπτυξης».

Η καινοτομία και η υποστήριξη της νεοφυούς επιχειρηματικότητας αποτελούν ζητούμενο για μια σύγχρονη μητρόπολη. Σχεδιάζετε να δώσετε συγκεκριμένα κίνητρα προς αυτήν την κατεύθυνση;
Η λέξη «startup» έχει γίνει πολύ της μόδας τελευταία και στην πολιτική. Όλοι μιλούν γι’ αυτό και τίποτα στην ουσία δεν κάνουν. Ο δήμος δεν είναι μάγος, ούτε μπορεί να τα λύσει όλα. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα με ψηφιακές υπηρεσίες και δομές, στο οποίο θα εντάσσονται όλες οι startup, ώστε να μπορούν να απελευθερώσουν τη δυναμική τους. Παράλληλα πρέπει να ενισχυθούν και να αξιοποιηθούν όλα τα χρηματοδοτικά και θεσμικά εργαλεία, όπως το Συμβούλιο Επιχειρηματικότητας και ο Κόμβος Καινοτομίας κι Επιχειρηματικότητας στην Τεχνόπολη.Επειδή πιστεύουμε βαθιά στις συνεργασίες, προβλέπουμε την υποστήριξη κάθε σύμπραξης μεταξύ νεοφυών και καθιερωμένων επιχειρήσεων μέσα από την παροχή υπηρεσιών συμβουλευτικής και υποδομών.
Και κάτι τελευταίο: γνωρίζοντας πολύ καλά το κτιριακό απόθεμα του δήμου, προβλέπουμε την παραχώρηση κτιρίων σε νεοφυείς επιχειρήσεις. Έχουμε αρκετά παραδείγματα startup επιχειρήσεων, οι οποίες γεννήθηκαν στην Ελλάδα και ταξίδεψαν στο εξωτερικό ή εξαγοράστηκαν από ξένους κολοσσούς πολύ γρήγορα. Είναι αυτονόητο, λοιπόν, ότι η τοπική οικονομία της Αθήνας πρέπει να γεμίσει από καινοτομία, συνεργασίες, συμπράξεις και δικτυώσεις με ακαδημαϊκά κι ερευνητικά ιδρύματα. Και σε αυτό ο δήμος πρέπει να πρωτοστατήσει.

Με ποιες κινήσεις μπορεί η Αθήνα να γίνει μια πιο «έξυπνη» πόλη; Υπάρχουν παραδείγματα από ξένες μητροπόλεις που κρίνετε ότι θα ταίριαζαν στην Αθήνα και θα θέλατε να υλοποιήσετε;
Αυτήν τη στιγμή που μιλάμε η Βαρκελώνη, το Βερολίνο και το Λονδίνο χρησιμοποιούν τις περισσότερες έξυπνες εφαρμογές. Το στοίχημα όμως είναι πώς θα εφαρμόσουμε με τον καλύτερο τρόπο τα παραδείγματα αυτά στην πόλη μας, ώστε να διευκολύνουμε τους δημότες καθημερινά. Όταν μιλάμε για νέες τεχνολογίες και για έξυπνη πόλη, τείνουμε να ξεχνάμε ότι στην πραγματικότητα όλες αυτές οι τεχνολογίες δεν είναι ούτε τόσο νέες ούτε τόσο ακριβές και ιδιαίτερες όσο νομίζουμε. Θεωρούνται δεδομένες στις μεγάλες πρωτεύουσες του εξωτερικού.
Απλώς εδώ αρνούμαστε να ξεφύγουμε από παλιές λογικές. Μια έξυπνη πόλη αναπτύσσεται, κατά τη γνώμη μας, σε δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση του πολίτη. Κι εκεί εντάσσονται, μεταξύ άλλων, ο σχεδιασμός μας για την έκδοση –μέσα στους πρώτους έξι μήνες– των δέκα δημοφιλέστερων πιστοποιητικών ηλεκτρονικά, χωρίς φυσική επαφή, η δημιουργία ψηφιακών ολοκληρωμένων διαδρομών για ΑμεΑ και το wi-fi στους δημόσιους χώρους.
Ο δεύτερος άξονας αφορά τον εκσυγχρονισμό της ίδιας της λειτουργίας του δήμου. Ενισχύουμε τη διαφάνεια και τη λογοδοσία με τη δημιουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας καταγραφής και παρακολούθησης των στόχων και της αποτελεσματικότητας του δήμου. Χρησιμοποιώντας τις νέες ψηφιακές υποδομές, οι πολίτες θα ενημερώνονται σε πραγματικό χρόνο για την κυκλοφορία στην πόλη και θα καθοδηγούνται κατάλληλα σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Στην ίδια λογική δημιουργούμε ηλεκτρονικά περιβαλλοντικά παρατηρητήρια, ενώ ενισχύουμε την ανακύκλωση με προγράμματα επιβράβευσης, βάσει των «πράσινων επιδόσεων» που θα καταγράφονται στο κινητό του δημότη. Για να τα πετύχουμε όλα αυτά, τοποθετούμε αισθητήρες καταγραφής των δραστηριοτήτων και των λειτουργιών όλης της Αθήνας. Να φτάσουμε την εποχή μας καταρχάς και τα υπόλοιπα θα έρθουν.