Συνέντευξη

Ο Σπύρος Γραμμένος κουρεύει πολύ καλύτερα από όσο νομίζεις

Από , -

Εύστροφος και ετοιμόλογος, χύμα και αυτοσαρκαστικός, ο Σπύρος Γραμμένος έχει πάντα έναν άσσο στο μανίκι του για να σε εκπλήξει. Ο μεσιέ με τις κόκκινες τιράντες και το αξύριστο μούσι, που –στο μυαλό των περισσότερων, μάλλον και του ιδίου– θα τριγυρνά για πάντα τις Κυκλάδες «Από παγκάκι σε παγκάκι» ως αιώνιος δεκαεξάρης που αρνείται να αφήσει το ρομαντισμό του, έχει πλέον τρεις ολοκληρωμένους δίσκους στο ενεργητικό του και ετοιμάζει τον τέταρτο, έχει περάσει από το ραδιόφωνο και τη θεατρική πρόζα, το βιβλίο και το παιδικό κοινό, ενώ τους τελευταίους μήνες συχνάζει σε ένα σύγχρονο μπαρμπέρικο στα βόρεια.

Εκεί, έχοντας έτοιμα ψαλίδια, ξυριστικές μηχανές και πετσέτες λουσίματος, παρουσιάζει το «The Barber Show»: μια εκπομπή στο YouTube που καλεί διάφορους φίλους και γνωστούς, ανθρώπους από το χώρο της κωμωδίας, της μουσικής ή του θεάματος γενικότερα, και τους παίρνει συνέντευξη ενώ παράλληλα τους κουρεύει. Όχι, δεν κάνει πως τους κουρεύει, τους κουρεύει. Για όσους δεν το γνωρίζουν, ο Σπύρος «γεννήθηκε ένα Σάββατο από κομμώτρια μάνα», όπως γράφει στα στιχάκια του σι-βι του, και αυτό δεν άφησε ανεπηρέαστη την επαγγελματική του πορεία: για αρκετά χρόνια, πριν έρθει στην Αθήνα και κυνηγήσει τη μουσική του καριέρα, δούλευε ως κομμωτής – και μάλιστα με πολύ μεγάλη επιτυχία.

Αντιστρέφοντας τους ρόλους στο κομμωτήριο του «The Barber Show», καθίσαμε τον Γραμμένο στην καρέκλα του συνεντευξιαζόμενου (χωρίς να ρισκάρουμε το κομμάτι του κουρέματος) και πιάσαμε τα πράγματα από την αρχή: ιστορίες με τρίχες και περμανάντ σε ένα συνοικιακό κομμωτήριο στα Γιάννενα, η εποχή «Από παγκάκι σε παγκάκι» και η φάση της μουσικής στο δρόμο, το παιδικό «Φανταστικό Χωριό» και η παράσταση που συμμετέχει στο Φεστιβάλ Αθηνών.

Δέκα χρόνια αφού σταμάτησες να κουρεύεις, επιστρέφεις στα κομμωτήρια. Δείχνει μήπως κάποιο απωθημένο όλο αυτό;
Μου αρέσει να λέω πως μια φορά κομμωτής σημαίνει για πάντα κομμωτής. Αν το δοκιμάσεις, δεν ξεφεύγεις (γέλια). Όταν αποφάσισα να αφήσω το σχολείο, το κομμωτήριο της μητέρας μου ήταν μία από τις επαγγελματικές επιλογές που είχα. Αλλά φοβόμουν πολύ αυτή τη δουλειά. Ενώ γενικά έπιαναν τα χέρια μου σε διάφορα πράγματα, το να κουρέψω ένα κεφάλι ήταν κάτι πολύ αγχωτικό για μένα. Πιστεύω πως αν τα μαλλιά δεν ξαναμάκραιναν, το κούρεμα θα πληρωνόταν όπως ένα έργο τέχνης. Τελικά, μπαίνοντας στο κομμωτήριο, εξοικειώθηκα πολύ γρήγορα και ξεκίνησα να κουρεύω.

Μιλάμε για ένα συνοικιακό κομμωτήριο στην επαρχεία, με ό,τι κι αν συνεπάγεται αυτό, που σίγουρα έχει αρκετό ψωμί για κάποιον που κάνει κωμωδία.
Ναι, πριν από τρία χρόνια είχα κάνει και τις «Ιστορίες του Κουρέα», που όλα ήταν αλήθεια. Η καθημερινότητα στο κομμωτήριο είχε και πολύ αστεία αλλά και πολύ σοβαρά πράγματα. Η μέρα ξεκίναγε πάντα με αναγγελία θανάτου, ας πούμε. Αλλά από σουρεάλ άλλο τίποτα. Είχα ένα παιδί που κουρευόταν σε εμένα και κάθε φορά ερχόταν με την μητέρα του. Εκείνος ήθελε να κάνει κάτι εξτρίμ με τα μαλλιά του αλλά εκείνη δεν συμφωνούσε. Έτσι, κατέληγα να τον κουρεύω και ανάμεσά μας να βρίσκεται η μητέρα του για να ελέγχει. Μέχρι που της απαγόρευσα να έρχεται (γέλια).

«Μια φορά κομμωτής, για πάντα κομμωτής. Αν το δοκιμάσεις, δεν ξεφεύγεις».

Σαν παιδί ο Σπύρος Γραμμένος πως ήταν;
Η αλήθεια είναι πως ήμουν αρκετά αντιδραστικός από μικρός. Θα σου πω αυτό που έλεγαν οι δάσκαλοί μου στην Ηγουμενίτσα: Ήμουν πάρα πολύ καλό παιδί αλλά δεν μπορούσα να μπω σε κανένα καλούπι.

Όταν φτάνεις τα τριάντα, αποφασίζεις να κατέβεις Αθήνα για να κυνηγήσεις αυτό που αγαπάς. Πώς σου φάνηκε στην αρχή εδώ;
Μετακόμισα μέσα Αυγούστου και δεν υπήρχε καθόλου ζωή, οπότε δεν ήταν και πολύ αντιπροσωπευτική η πρώτη εικόνα που είχα. Μετά από καμιά δεκαριά ημέρες με παίρνουν τηλέφωνο για μια συναυλία στα Προπύλαια και μετά ξεκίνησαν όλα να κυλούν. Ξέρεις, στην αρχή είναι όπως στη δίαιτα, που χάνεις γρήγορα κιλά και περνάει ο χρόνος χωρίς να το καταλάβεις. Μετά από αυτή τη συναυλία, ανεβαίνω Θεσσαλονίκη, με μαθαίνουν πάρα πολλοί και μετά από μερικούς μήνες, το καλοκαίρι του ’10, κάνω παρουσίαση δίσκου στο Θέατρο Βράχων, που έγινε απίστευτος χαμός και η συναυλία συνεχίστηκε στο Σύνταγμα. Μετά ήρθε καλοκαίρι και γύρναγα την Ελλάδα παίζοντας στο δρόμο. Πολύ όμορφα τότε.

Τότε γυρνούσες «Από παγκάκι σε παγκάκι»;
Ναι, έτσι ήταν. Μάζεψα όσα λεφτά είχα στην άκρη, παίρνω το αμάξι και πηγαίνω στην Αλεξανδρούπολη. Πιάνω θέση κάτω από το Φάρο, απλώνω ένα καπέλο μπροστά και παίζω μουσική. Μετά φτάνω Γιάννενα, από εκεί πάω Πάτρα, περνάω από Αθήνα και με το καράβι πηγαίνω Νάξο, Ηρακλειά και στις υπόλοιπες Κυκλάδες. Σε κάθε μέρος καθόμουν δυο-τρεις μέρες μένοντας σε σκηνές οργανωμένου ή ελεύθερο, μέχρι που φτάνω Αμοργό και κάθομαι δεκαοχτώ ημέρες. Έτσι έβγαλα και το κομμάτι.

Ακόμη παίζεις στο δρόμο;
Ναι, αλλά πολύ πιο σπάνια. Πέρσι, ας πούμε, τον Μάιο πήγα για τη φάση στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Το να παίζεις έξω στο δρόμο είναι πολύ ωραίο, είναι σαν τις «Πατάτες Χωρίς Μεσάζοντες» (γέλια). Δεν υπάρχει καμία σύμβαση μεταξύ του καλλιτέχνη και του κοινού. Ως μουσικός πηγαίνω εκεί επειδή γουστάρω, παίζω μόνο τα κομμάτια που θέλω και κάθομαι όσο θέλω, και αντίστοιχα όποιος κάτσει να με ακούσει, το κάνει επειδή θέλει και για όσο θέλει. Είναι μια ειλικρινέστατη σχέση.

Επιμένεις να δηλώνεις δεκαεξάρης, παρά την ηλικία της ταυτότητας;
Εννοείται. Η ηλικία της εφηβείας νομίζω είναι αυτή που σε χαρακτηρίζει ως άνθρωπο. Μπαίνει η αρχή για αυτό που θα εξελιχθεί μετά. Τότε βλέπεις που θα το πας, ξεκινάς να διαβάζεις, να ακούς πράγματα.

Είναι κάτι που αλλάζει πάνω σου μεγαλώνοντας – πέρα από τα μαλλιά και τα κιλά (γέλια);
Νιώθω ότι έχω γίνει πιο αυστηρός με κάποια πράγματα. Παλαιότερα συγχωρούσα τα πάντα και ήμουν πάρα πολύ συγκαταβατικός με τα λάθη των άλλων, τόσο που με ενοχλούσε. Πλέον θέλω να είναι υγιές το περιβάλλον μου. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει τα τελευταία δύο χρόνια – είχα καλή ψυχοθεραπεύτρια (γέλια).

Αν «κούρευες» κάτι από την εμφάνισή σου μια για πάντα, θα ξύριζες γένια ή θα έβγαζες τις τιράντες;
Ξεκάθαρα τιράντες. Ένα βράδυ πριν από τρία χρόνια, γύρισα κάπως μεθυσμένος σπίτι, πήρα τη μηχανή και ξυρίστηκα γουλί. Ήμουν ό,τι πιο αστείο υπάρχει. Ήταν να πάω σε ένα φεστιβάλ τότε και τους είπα στο τηλέφωνο πως έρχεται ο αδερφός μου. Μόλις έφτασα, όχι μόνο δεν με κατάλαβε κανένας, αλλά και με όσους μίλησα έλεγαν πως δεν μοιάζω καθόλου με τον αδερφό μου…

Ολοκληρώθηκε ο πρώτος κύκλος της παιδικής παράστασης «Φανταστικό χωριό» σε δικό σου κείμενο, το οποίο πλέον κυκλοφορεί στο ομώνυμο βιβλίο από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Πώς είναι να μιλάς σε παιδικό κοινό;
Αντίθετα με αυτό που λένε πολλοί, εγώ είδα ότι τα παιδιά είναι το καλύτερο κοινό, αρκεί να έχεις κάτι να τους πεις. Αν γίνεις ένα μαζί τους, τα παρασύρεις, τα έχεις κερδίσει. Το έργο φαντάσου το είδαν παιδιά κάθε ηλικίας –έχω παίξει και σε νηπιαγωγεία– και δεν είχαμε ποτέ πρόβλημα. Από όσα έχω κάνει μέχρι στιγμής, το «Φανταστικό Χωριό», το θέατρο δηλαδή με παιδιά, είναι αυτό που θα μπορούσα να κάνω κάθε πρωί, με την ίδια ευχαρίστηση.

«Το να παίζεις έξω στο δρόμο είναι πολύ ωραίο. Δεν υπάρχει καμία σύμβαση μεταξύ του καλλιτέχνη και του κοινού, είναι μια ειλικρινέστατη σχέση».

Έχεις ανέβει σε αρκετές αντιρατσιστικές συναυλίες, σε σκηνές αλληλεγγύης, είχες υπάρξει στο κίνημα των Αγανακτισμένων. Τι ρόλο έχει η μουσική στην πολιτική ζύμωση, πιστεύεις;
Συμπληρωματικό. Η τέχνη μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή. Αυτό που έγω θέλω όταν ανεβαίνω σε μια τέτοια σκηνή είναι ο θεατής να ξέρει για ποιο λόγο γίνεται η συναυλία – κάτι που δυστυχώς συμβαίνει πολύ σπάνια. Έχει τύχει να φεύγω από αντιρατσιστικό φεστιβάλ και να ακούω κάποιον να λέει ήμουν στη συναυλία του τάδε, ή όταν έπαιζα στη συναυλία στα Προπύλαια για τους δώδεκα Αφγανούς που είχαν ράψει το στόμα τους, είχε ελάχιστα άτομα.

Τι θα δούμε στην παράσταση «Κανένα ρετούς. Θέλω την πραγματικότητα» που συμμετέχεις στο Άνοιγμα στην Πόλη του Φεστιβάλ Αθηνών;
Κάναμε μια συρραφή κειμένων του σπουδαίου λογοτέχνη Μάριου Χάκκα και την παρουσιάζουμε με θεατρικούς όρους μαζί με την Αριάδνη Καβαλιέρου, σε σκηνοθεσία της Ζωής Ξανθοπούλου. Πρόκειται για ένα τρομερά συγκινητικό αλλά και αστείο τρόπο γραφής, πολύ βιωματικό και συνδεδεμένο με το μέρος που έζησε ο Χάκκας, την Καισαριανή, που εμείς μεταφέρουμε  σε μια σύνθεση που έχει αφήγηση, μουσική επί σκηνής και βιογραφικά στοιχεία. Μαζί με κάτοικους της περιοχής στήνουμε την παράσταση, από τις 6 έως τις 8 Ιουνίου στην πλατεία «Εργατικά» – ένα ακάλυπτο χώρο ανάμεσα από τέσσερις πολυκατοικίες.

Για να κλείσουμε, ποιον θα ήθελες να κουρέψεις και να του πάρεις συνέντευξη, αλλά ξέρεις πως είναι αδύνατο;
Τον Τομ Γουέιτς, κι αν είχε και τα μούσια όπως στο «H Μπαλάντα του Μπάστερ Σκραγκς» ακόμη καλύτερα.

iΤην εκπομπή «The Barber Show» θα τη βρείτε στο ytb κανάλι του Σπύρου Γραμμένου | Το «Φανταστικό Χωριό» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ (€ 10) |  Το «Κανένα ρετούς. Θέλω την πραγματικότητα» έρχεται στην  πλατεία «Εργατικά» (Κέννεντυ, Βρυούλων & Μανωλίδη) στις 6-8 Ιουνίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών (είσοδος ελεύθερη) Περισσότερες πληροφορίες για τον Σπύρο Γραμμένο θα βρείτε στην επίσημη ιστοσελίδα του αλλά και στα social pages εδώ κι εδώ