Συνέντευξη

Νίκο Μάντη, πώς μετατρέπεις την ελληνική κρίση και την άνοδο του Σύριζα στην εξουσία σε ένα τεχνολογικό θρίλερ;

Από -

Στο «Σφάλμα Συστήματος» ο απολογισμός μιας γενιάς που ξεκίνησε από το σχολικό συγκρότημα της Γκράβας και κατέληξε πρωτοσέλιδο παίρνει τη μορφή ενός τεχνολογικού θρίλερ με στοιχεία ιλαροτραγωδίας που διαβάζεται μονορούφι και θα μπορούσε να αποτελεί μια «λοξή» απόπειρα για ένα «μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα». Ο βραβευμένος συγγραφέας ολοκληρώνει την τριλογία που έχει σαν αφετηρία μυθοπλαστικής αναζήτησης εκείνο που μάθαμε να αποτελούμε «ελληνική κρίση», και μας εξηγεί γιατί προτιμά να διαβάσει κανείς το «Σφάλμα Συστήματος» χωρίς απαραίτητα αναγωγές στα πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα.

Πώς αποφασίσατε να καταπιαστείτε με ένα τόσο πρόσφατο και φορτισμένο θέμα;
Το «Σφάλμα Συστήματος» αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την ολοκλήρωση μιας τριλογίας που σαν βάση (ή σαν αφετηρία μυθοπλαστικής αναζήτησης) έχει εκείνο που την τελευταία δεκαετία μάθαμε να αποτελούμε «ελληνική κρίση». Ωστόσο, τόσο σε τούτο, όσο και στα δύο προηγούμενα βιβλία, η αφορμή για μένα δεν υπήρξε πρωτίστως κάποια ανάγκη να μιλήσω πολιτικά ή να σχολιάσω την επικαιρότητα, όσο το γεγονός ότι ένιωσα την Αθήνα και την σύγχρονη ζωή που περικλείει, εν μέσω της δεδομένης συνθήκης, να αποτελούν ένα ανεπανάληπτα εύφορο έδαφος για την δημιουργία ιστοριών και αφηγήσεων.

Αν και μυθοπλαστικά, η αφήγηση της ανόδου του Σύριζα στην εξουσία υιοθετεί μια σε μεγάλο βαθμό κυρίαρχη αντίληψη για την προδοσία της αριστερής ιδεολογίας και τη διαφθορά της εξουσίας. Μέσα στο μυαλό του Άρη τα γεγονότα της τελευταίας πενταετίας αποκτούν τις διαστάσεις game και η ουτοπία καταλήγει σε βλάβη. Στο δικό σας; 
Θέλω να ελπίζω ότι η μυθιστορηματική πραγμάτευση της ανόδου στην εξουσία ενός κόμματος που παραπέμπει στον Σύριζα (χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται με αυτόν, μιας και δεν απεμπολώ το δικαίωμα της «ποιητικής αδείας») παραμένει σχετικά ανοιχτή στα μάτια του αναγνώστη του βιβλίου, με την ερμηνεία της να εξαρτάται από την ξεχωριστή οπτική γωνία που υιοθετεί.
Άλλος δηλαδή θα ταυτιστεί με τον αναρχικό Άρη, που είδε την άνοδο αυτή σαν ένα «επαναστατικό γεγονός» με ενδεχομένως εκρηκτική έκβαση, άλλος θα αντιμετωπίσει τον εν λόγω χαρακτήρα ως μέρος ή σύμπτωμα του ίδιου του κρισιακού περιβάλλοντος (θεωρώντας την εξιστόρησή του ως προϊόν ενός εξ αρχής «αναξιόπιστου αφηγητή») ενώ ένας τρίτος ίσως να αποφύγει τελείως τις παρόμοιες αναγωγές και να απολαύσει (ευελπιστώ) την ιστορία ως ένα ψυχολογικό θρίλερ.
Τέλος, για να απαντήσω στο τελευταίο σκέλος της ερώτησής σας, και μιλώντας για την τρέχουσα πολιτική (και όχι για την αφήγηση του βιβλίου, όπου η κατάσταση εκτροχιάζεται εντελώς οδηγούμενη σε φανταστικά μονοπάτια) θεωρώ ότι στην ελληνική περίπτωση ουδέποτε υπήρξε ζήτημα ουτοπικής ή έστω επαναστατικής τροπής των πραγμάτων, και όσοι πίστεψαν κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν είχαν μεγάλη επαφή με την (όποια) πραγματικότητα.

Ήταν αναπόφευκτο να καταδυθώ, όσο γινόταν, στον ψυχισμό και των τριών κεντρικών χαρακτήρων, τόσο για την ίδια την αφηγηματική ηδονή που κάτι τέτοιο προσφέρει, όσο και επειδή ήταν το προσφορότερο μέσο για να καταδείξω την άβυσσο που απλώνεται ανάμεσα στις πράξεις, στις προθέσεις και στις εσώτερες ανάγκες ακόμα και των πιο κοντινών μεταξύ τους ανθρώπων, και την αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Θεωρώ ότι η συνειδητοποίηση του γεγονότος αυτού ανήκει στα πιο σημαντικά διδάγματα που μας πρόσφεραν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.

Με ποιον από τους χαρακτήρες σας νιώθετε πιο κοντά και γιατί;
Για κάποιο λόγο, ο χαλασμένος Δημήτρης με τις αντιφάσεις και τα αγιάτρευτα χάσματα στον ψυχισμό του, είναι ένας χαρακτήρας που αγαπώ και μισώ ταυτόχρονα. Η ζωή του δεν έχει κοινά στοιχεία με τη ζωή μου, η αδυναμία του ωστόσο να αυτοπροσδιοριστεί οριστικά, δηλητηριάζοντας με αυτό τον τρόπο ό,τι αγγίζει, μου ασκεί μια σκοτεινή έλξη.

Στους χαρακτήρες σας βλέπουμε μια πειστική, ρεαλιστική και γκροτέσκα ταυτόχρονα ενσάρκωση μοτίβων που έχουν περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο της ελληνικής κοινωνίας αλλά και από υποκουλτούρες όπως αυτή της σύγχρονης τέχνης. Σκεφτήκατε ότι γράφετε ένα «μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα» αν υπάρχει τέτοιος όρος;
Δεν ξέρω αν υφίσταται ένας τέτοιος όρος στην ελληνική πεζογραφία, κατ’ αναλογία προς την αέναη αναζήτηση του «μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος», η οποία αποτελεί θρυλικό μαράζι και απωθημένο μιας τεράστιας αγοράς, μπροστά στην οποία η δική μας δείχνει απλώς να φυτοζωεί. (Πόσο μάλλον όταν αρκετοί από τους κήνσορες της εγχώριας λογοτεχνίας φροντίζουν να επαναλαμβάνουν σε τακτά διαστήματα ότι εκείνα που αξίζουν από την ελληνική παραγωγή είναι πρωτίστως η ποίηση και το διήγημα.) Σε κάθε περίπτωση, το ερώτημά σας -αν εκληφθεί κυριολεκτικά- είναι οπωσδήποτε κολακευτικό. Η απάντηση ωστόσο είναι ένα ειλικρινές «όχι».

Ποια μυθιστορήματα που καταπιάνονται μυθοπλαστικά με την ιστορία και την πολιτική ξεχωρίζετε;
Είναι πολλά τα ελληνικά μυθιστορήματα αυτής της κατεύθυνσης που τα θεωρώ οδηγούς. Δεν θα πρωτοτυπήσω αν αναφέρω τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, ολόκληρη την εργογραφία του Αλέξανδρου Κοτζιά, καθώς και εμβληματικά έργα του Βασιλικού, της Δούκα και του Πανσέληνου. Στο παρόν έργο, και δεδομένου ότι ασχολήθηκα με ένα θέμα πρόσφατης πολιτικής ιστορίας, είχα διαρκώς στη σκέψη μου τον τρόπο που ο Βασίλης Βασιλικός καταπιάστηκε με τα πρόσωπα και τα πράγματα του 1963 στο «Ζ», όπως επίσης και με το 1989 στο λιγότερο γνωστό «Κ» (μολονότι στο «Σφάλμα Συστήματος» δίνεται λιγότερο βάρος -θεωρώ- στα δημόσια πάθη, και περισσότερο στα ιδιωτικά).

Θέλω να ελπίζω ότι η μυθιστορηματική πραγμάτευση της ανόδου στην εξουσία ενός κόμματος που παραπέμπει στον Σύριζα (χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται με αυτόν, μιας και δεν απεμπολώ το δικαίωμα της «ποιητικής αδείας») παραμένει σχετικά ανοιχτή στα μάτια του αναγνώστη του βιβλίου, με την ερμηνεία της να εξαρτάται από την ξεχωριστή οπτική γωνία που υιοθετεί.

Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο αφηγηματικό εργαλείο των παράλληλων αφηγήσεων; Ποιες είναι οι επιρροές σας;
Κάθε φορά επιλέγω τον αφηγηματικό τρόπο που πιστεύω ότι εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες του συγκεκριμένου κειμένου. Το παρόν βιβλίο έχει στο επίκεντρο ένα ισοσκελές τρίγωνο προσώπων, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται ο Άρης, ενώ στις υπόλοιπες γωνίες η Ρίτα και ο Δημήτρης. Για μένα ήταν αναπόφευκτο να καταδυθώ, όσο γινόταν, στον ψυχισμό και των τριών κεντρικών χαρακτήρων, τόσο για την ίδια την αφηγηματική ηδονή που κάτι τέτοιο προσφέρει, όσο και επειδή ήταν το προσφορότερο μέσο για να καταδείξω την άβυσσο που απλώνεται ανάμεσα στις πράξεις, στις προθέσεις και στις εσώτερες ανάγκες ακόμα και των πιο κοντινών μεταξύ τους ανθρώπων, και την αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Θεωρώ ότι η συνειδητοποίηση του γεγονότος αυτού ανήκει στα πιο σημαντικά διδάγματα που μας πρόσφεραν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.

iΤο «Σφάλμα Συστήματος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη