Nicolas Bourriaud, Ξένια Καλπακτσoγλου, Poka Yio

Η Μπιενάλε του παραλόγου

Από -

«Μας ρωτάνε: γιατί συνεχίζετε; Αλλά δεν υπάρχει λογική απάντηση να δώσουμε». Η πιο do-it-yourself Μπιενάλε στον κόσμο επιστρέφει αυτή την εβδομάδα σε διάφορους χώρους ανά την πόλη και σε πείσμα των καιρών, με μια διοργάνωση που όπως λένε οι άνθρωποί της έχει ως βασικό χαρακτηριστικό… το παράλογο! Η Δέσποινα Ζευκιλή μίλησε με τους επιμελητές της Ξένια Καλπακτσόγλου και Poka Yio (ή αλλιώς X&Y), τον Nicolas Bourriaud, τον διάσημο Γάλλο curator που συνεπιμελείται την έκθεση, αλλά και με τον αποχωρήσαντα Αυγουστίνο Ζενάκο.

Ξένια Καλπακτσόγλου, Poka Yio: «Η Ελλάδα είναι μια κατεστραμμένη χώρα και θα έχει μια κατεστραμμένη Μπιενάλε»

Γιατί διαλέξατε τον τίτλο «Μονόδρομος»; Μπορεί μια μπιενάλε να εκφέρει (πολιτικό) λόγο για το τι συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα και με ποιον τρόπο;
Μάθαμε μέσω της κοινής μας πορείας ότι αυτό που μοιάζει ο ορθός δρόμος είναι απλώς μια αντίληψη που εγκλωβίζει. Αναπαράγεται παντού μια αίσθηση νομοτελειακής καταστροφής και η τέχνη οφείλει να αναρωτηθεί για την ύπαρξη ή μη άλλων δρόμων. Φυσικά το να περιμένει κανείς η Μπιενάλε να καλύψει την αδιαμφισβήτητη έλλειψη πολιτικού λόγου είναι αφελές αν όχι γελοίο. Η τέχνη είναι πολιτική, δεν κάνει πολιτική.

Στην Ελλάδα δεν έχουμε δει τα τελευταία χρόνια πολλούς καλλιτέχνες να ασχολούνται με κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Η έρευνά σας σας έχει αποδείξει κάτι διαφορετικό;
Kavecs, Νίκος Χαραλαμπίδης, Παναγιώτης Λάμπρου, Γιάννης Οικονομίδης, Βασίλης Μπαλατσός, Under Construction, Σπύρος Στάβερης, Βασίλης Μαζωμένος, Κώστας Μπασάνος, Μαρία Παπαδημητρίου, Ινώ Βαρβαρίτη, Βαγγέλης Βλάχος, Βίκυ Περικλέους είναι μερικοί από τους Έλληνες καλλιτέχνες των οποίων τα έργα που παρουσιάζονται στον «Μονόδρομο» ασχολούνται με κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Μάλλον έχουμε διαφορετική εντύπωση για την ελληνική σκηνή, εκτός αν μιλάμε για «περιγραφικά» παραδείγματα που αισθητικοποιούν την πολιτική, ένα ιδίωμα που απεχθανόμαστε αλλά αναγνωρίζουμε ότι έχει κάποιους φίλους.

Με ποιον τρόπο οι ξένοι καλλιτέχνες προσεγγίζουν τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα σήμερα;
Με τεράστιο ενδιαφέρον και επιθυμία εμπλοκής. Φέτος προσφέρουμε τις δυσκολότερες συνθήκες και παρόλα αυτά θέλουν να συμμετέχουν, κάνοντας, τις περισσότερες φορές, συγκινητικές υπερβάσεις.

Εξηγήστε μας λίγο τη δήλωση «δεν είναι πλέον καίριο –ούτε και ηθικό ακόμη– να συνεχίζει κάποιος απλώς να φτιάχνει εκθέσεις με τον τρόπο που συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια».
Με τον ίδιο τρόπο που δεν είναι καίριο ή ηθικό να κάνεις πολιτική όπως συνηθιζόταν. Ακόμα και ο τρόπος που μιλάμε ή συνεργαζόμαστε, ο τρόπος που λειτουργεί κάθε υπηρεσία, κάθε «γραφείο εξυπηρέτησης κοινού», όλα πρέπει να αλλάξουν και αλλάζουν. Η Ιστορία μοιάζει να επιταχύνεται και ενώ έχουμε διδαχθεί πως η τέχνη προπορεύεται της εποχής της σήμερα μοιάζει να την ακολουθεί. Το μόνο που δεν φαίνεται να αλλάζει είναι η μισαλλοδοξία και ο αυτισμός κάποιων στο χώρο της τέχνης.

Με ποιον τρόπο είναι οργανωμένη η έκθεση; Θα υπάρχουν παράλληλες εκδηλώσεις;
Η Ελλάδα είναι μια κατεστραμμένη χώρα και θα έχει μια «κατεστραμμένη» Μπιενάλε, ένα «μουσείο υπό κατάρρευση». Ζήσαμε τον μύθο μας, τώρα είναι ώρα να ξυπνήσουμε από ονειρώξεις μεγαλοϊδεατισμού του τύππου «η Ελλάδα κέντρο των Βαλκανίων, της Ανατολικής Μεσογείου, της Εγγύς Ανατολής» κ.ο.κ., πολιτικάντικες μπουρδολογίες, κενά γράμματα, που μας έχουν οδηγήσει σε έναν δημοσιοϋπαλληλικού είδους πολιτισμό. Ολόκληρη η 3η Μπιενάλε είναι μια παράλληλη εκδήλωση του χαμού που γίνεται στη χώρα μας. Έχουμε μπουχτίσει από παράλληλες εκδηλώσεις που δίνουν την εντύπωση ότι η τέχνη ζει σε παράλληλο σύμπαν.

Πώς καταλήξατε στην επιλογή του Nicolas Bourriaud και με ποιον τρόπο αυτός ανταποκρίθηκε μέχρι σήμερα στην όλη διαδικασία;
Ο Nicolas δουλεύει μαζί μας στην πιο δύσκολη συνθήκη που θα μπορούσε κανείς να συναντήσει. Αν αντέξει μέχρι τέλους, θα πρέπει να παρασημοφορηθεί. Συχνά μας ρωτάει: Γιατί συνεχίζετε; Αλλά δεν υπάρχει λογική απάντηση να του δώσουμε. Φέτος μια λέξη χαρακτηρίζει το όλο εγχείρημα: παράλογο.

banner

Nicolas Bourriaud: «Τώρα είμαστε όλοι Έλληνες πολίτες»

Δεδομένου ότι η Μπιενάλε της Αθήνας επιχειρεί να συνδιαλεχθεί με την τρέχουσα πραγματικότητα της Ελλάδας πώς βλέπετε τη δική σας εμπλοκή σ’ αυτό το εγχείρημα;
Η ελληνική κρίση δεν είναι καθαρά εθνική, επηρεάζει ολόκληρο τον πλανήτη και προκύπτει από ένα διεθνές οικονομικό πλαίσιο. Είναι η τοπική απόκλιση από την έκρηξη μιας οικονομικής φούσκας που αγγίζει κάθε κοινωνία σήμερα. Πώς θα ήταν δυνατόν να την περιγράψει κανείς χωρίς μια διασταύρωση των προοπτικών; Ο καλύτερος τρόπος για να αντικατοπτρίσουμε αυτή την κατάσταση ήταν να οργανώσουμε μια επιμελητική πιστολιά, να αντιμετωπίσουμε τις θέσεις μας για το ελληνικό τοπίο. Δεν πρέπει να αφήσουμε την Ελλάδα μόνη της – στην πραγματικότητα, τώρα είμαστε όλοι Έλληνες πολίτες... Το να διατηρήσουμε την Μπιενάλε ως έχει ήταν από μόνη της μια πολιτική απόφαση, και θέλω να αποτίσω φόρο τιμής στους διοργανωτές τους, την Ξένια, τον Poka-Yio και τον Αυγουστίνο, παρόλο που η βαθιά του δέσμευση στην πολιτική κατάσταση τον οδήγησε τελικά μακριά από την οργάνωση αυτής της έκθεσης. Ο «Μονόδρομος» δείχνει ότι η τέχνη δεν είναι συμπλήρωμα σε ένα πλαίσιο ευμάρειας, αλλά ένα ουσιαστικό στοιχείο των κοινωνικών διαπραγματεύσεων μέσα σε μια δεδομένη κοινωνία.

Εξηγήστε μας λίγο τη δήλωση «δεν είναι πλέον καίριο –ούτε και ηθικό ακόμη– να συνεχίζει κάποιος απλώς να φτιάχνει εκθέσεις με τον τρόπο που συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια».
Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε γίνει μάρτυρες της εμφάνισης των μπιενάλε ως προγραμματισμένων μπλοκμπάστερ, στενά συνδεδεμένων με την αγορά, που αναδεικνύουν μια τοπική σκηνή ή συμβάλλουν στο μάρκετινγκ μιας πόλης. Η οικονομική κρίση όμως μας έκανε να σκεφτούμε ότι μια μπιενάλε μπορεί επίσης να είναι μια παύση, μια στιγμή περισυλλογής, ένας τρόπος να αμφισβητήσουμε τις αισθητικές μας αξίες και τις σχέσεις τους με την πολιτική και την ηθική. Η 3η Μπιενάλε της Αθήνας, που έχει συλληφθεί σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης και έχει παραχθεί με πολύ πενιχρά μέσα, απαντά σ’ εκείνη τη μερίδα του κόσμου της τέχνης που έχει καταντήσει σκέτο θέαμα, με την έννοια που του έδωσε ο Γκι Ντεμπόρ. Εδώ δεν θα υπάρχει θεαματική πτυχή: ο «Μονόδρομος» θέλει να ενώσει τα κομμάτια ενός παζλ το οποίο θα αντιμετωπίσει το «εδώ και τώρα».

Μπορεί μια μπιενάλε να αρθρώσει πολιτικό λόγο σήμερα σε τοπικό και διεθνές επίπεδο;
Η παγκοσμιοποίηση δεν φταίει για τα σημερινά γεγονότα. Φταίει μόνο μια συγκεκριμένη ιδέα της: αυτή ενός καθαρά οικονομικού κινήματος, τυφλού μπροστά στην ανθρώπινη σφαίρα, το οποίο εστιάζει μόνο σε αλγόριθμους και αφηρημένες σκέψεις. Πιστεύω ότι μια νέα μοντερνικότητα ξεπροβάλλει, η οποία συνδέεται με την ανάπτυξη και την εμβάθυνση των ιδιομορφιών, μακριά από το διεθνικό, τυποποιημένο ρεύμα που αποτελούσε το παράδειγμα του μοντερνισμού του 20ού αιώνα. Αποκαλώ αυτό το κίνημα «altermodern» αναφερόμενος στα ρεύματα που επιχειρούν να δημιουργήσουν εναλλακτικές στην μπουλντόζα της παγκοσμιοποίησης. Ας μην πετάξουμε την πιθανότητα μιας διεθνούς κουλτούρας. ελάτε να τη χτίσουμε σε αντίθεση με την οικονομική παγκοσμιοποίηση.

Αυγουστίνος Ζενάκος: «Δεν χρειαζόμαστε δομές, χρειάζεται να γκρεμίσουμε ό,τι υπάρχει»

Στην προηγούμενη Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης είχε εκφραστεί το αίτημα για διερεύνηση του ρόλου της τέχνης ως μέσου πολιτικής εκπαίδευσης και ιστορικής αποσαφήνισης. Πιστεύετε ότι κάτι τέτοιο είναι σημαντικό;
Είναι περισσότερο από σημαντικό. θα έλεγα ότι είναι αναγκαίο. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε μία ακόμη αναγκαιότητα: τον πειραματισμό. Η ιστορική αποσαφήνιση –και αυτό είναι ένα από τα σημεία-κλειδιά της σκέψης του Βάλτερ Μπένγιαμιν από τον οποίο εμπνευστήκαμε τον «Μονόδρομο»– είναι ένας τρόπος να κρατήσουμε ζωντανό το παρόν. Οι καλλιτέχνες διερευνούν το παρελθόν, αλλά με στόχο να ξεθάψουν κάποια ξεχασμένα ή περιφρονημένα στοιχεία που μπορούν να μας θρέψουν ή να μας ξυπνήσουν… Ο σημερινός μονόδρομος στον οποίο έχουμε παγιδευτεί μπορεί να είναι το αντίθετο με αυτήν την ετεροχρονία που ανήκει στην ίδια μας τη μοντερνικότητα: οι καλλιτέχνες χρησιμοποιούν είτε το παρελθόν, είτε το παρόν, είτε το μέλλον, παρουσιάζοντας τον κόσμο ως μια περίπλοκη συσκευή οι πιθανότητες λειτουργίας της οποίας είναι ανεξάντλητες.

Γιατί αποφάσισες να αποχωρήσεις από τη θέση του επιμελητή της 3ης Μπιενάλε της Αθήνας;
Καθώς οι XYZ σκεφτόμασταν την 3η Μπιενάλε της Αθήνας, αισθανόμουν ότι υπάρχουν κι άλλες δραστηριότητες που θεωρώ σημαντικές σε σχέση με ό,τι συμβαίνει. Με την πεποίθηση ότι η πολιτική κατάσταση έχει γίνει τρομακτικά οξυμένη, θέλησα να συμμετάσχω, μαζί με άλλους δημοσιογράφους, και σε άλλες πρωτοβουλίες, κυρίως σε νέου ήθους ΜΜΕ, όπως το διαδικτυακό The Press Project και το έντυπο «Unfollow», το οποίο θα κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο, να κάνω ραδιοφωνικές εκπομπές και να προσπαθήσω να καταγράψω από το έδαφος τις αντιδράσεις που έχουν κατακλύσει τη χώρα. Ακόμη περισσότερο, με ενδιαφέρει η προσπάθεια να αποκαλύπτεται ο συστηματικός χαρακτήρας της παρούσας πολιτικής, η οποία παρουσιάζεται ως αυτονόητη σειρά τεχνικών ρυθμίσεων, ενώ στην πραγματικότητα είναι το πρόγραμμα που κρύβεται πίσω από μια ιδεολογία μεθοδικά αναπαραγόμενη από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Μέσα από αλλεπάλληλες συζητήσεις, λοιπόν, η Ξένια, ο Poka-Yio κι εγώ αποφασίσαμε ότι θα ήταν πιο παραγωγικό να επικεντρωθούμε φέτος σε διαφορετικά πράγματα ο καθένας, τα οποία ωστόσο συμπορεύονται ως προς το ενδιαφέρον τους για την πολιτική κατάσταση. Γι’ αυτό και, μολονότι δεν είμαι συνεπιμελητής, θα συμμετάσχω στον «Μονόδρομο» με τη διοργάνωση ομιλιών και δράσεων.

Έχεις δει Έλληνες καλλιτέχνες οι οποίοι συνδιαλέγονται με την επικαιρότητα ή το τοπικό παράδειγμα με ουσιαστικό τρόπο;
Θα αναφέρω σε έναν μόνο καλλιτέχνη, όχι για να υποτιμήσω άλλους, αλλά επειδή έχω εντυπωσιαστεί από τότε που ανακάλυψα τις φωτογραφίες του: τον Παναγιώτη Λάμπρου, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, συμμετέχει στον «Μονόδρομο». Η φωτογραφία του Λάμπρου που κέρδισε το 2ο Βραβείο Taylor Wessing ή η σειρά του «Untitled History», με τις φωτογραφίες από την κατασκήνωση ανθρώπων με σύνδρομο Down, δεν έχουν σχέση με την επικαιρότητα. Κατά κάποιον τρόπο έχουν σχέση με το τοπικό παράδειγμα, αλλά και πάλι όχι ευθέως. Είναι, όμως, ενδιαφέρουσες από πολιτική άποψη, καθώς αποτυπώνουν δεδομένες σχέσεις εξουσίας.

Εξήγησέ μας τη δήλωση ότι «δεν είναι πλέον καίριο –ούτε και ηθικό ακόμη– να συνεχίζει κάποιος απλώς να φτιάχνει εκθέσεις με τον τρόπο που συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια». Εσύ ο ίδιος έχεις αλλάξει πεποιθήσεις σχετικά με την τέχνη και το ρόλο της όλα αυτά τα χρόνια που ασχολείσαι ενεργά με το χώρο;
Η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό: μεταμφιέζει κάθε θεμελιώδες πρόβλημα σε τεχνικό. Η αφήγηση που μας θέλει να βλέπουμε προβλήματα τεχνικής φύσης –δημοσιονομικά, λογιστικά κ.λπ.– αντί για θεμελιώδεις ανισότητες στην κατανομή του πλούτου και για βάρβαρη επιβολή των συμφερόντων των λίγων είναι ακριβώς η κυρίαρχη ιδεολογία. Αυτή η ιδεολογία ήταν μέχρι ένα σημείο συμπαγής: η Ελλάδα προόδευε, η ευημερία της αυξανόταν. Μπορεί να μην είχαμε λύσει κάθε ζήτημα, όμως «πηγαίναμε καλά». Το ζητούμενο ήταν να φτιάξουμε δομές, να ενισχύσουμε την πρόοδό μας. Εκεί το πρόβλημα παρουσιαζόταν ως τεχνικό: θα μπορούσε κανείς να φτιάξει μια δομή που να βελτιώνει τα πράγματα, να προάγει την καλλιτεχνική αναζήτηση, να ανοίγεται στο κοινό, να διευκολύνει την οικονομία της τέχνης; Οι μπιενάλε –όλου του κόσμου, όχι μόνο της Αθήνας– είναι γεννήματα αυτής της συνθήκης, προϋποθέτουν κατ’ αρχήν μια ευημερούσα κοινωνία ή, τουλάχιστον, την ευαγγελίζονται. Η πρακτική αυτή παύει να είναι καίρια και ηθική από τη στιγμή που η κυρίαρχη ιδεολογία δεν είναι πλέον συμπαγής. Από τη στιγμή που η πολιτική σταματάει να γίνεται αντιληπτή με τους όρους μιας εξιστόρησης και γίνεται αντιληπτή με τους όρους μιας σύγκρουσης. Έχω λοιπόν αλλάξει πεποιθήσεις, ναι. Πιστεύω ότι είναι μια πλάνη να εξακολουθεί κανείς να πιστεύει πως χτίζει δομές για την πρόοδο μιας δημοκρατικής πολιτείας. Δεν χρειαζόμαστε δομές. χρειάζεται να γκρεμίσουμε ό,τι υπάρχει. Και αυτό δεν είναι δημοκρατική πολιτεία ούτε πρέπει να «προοδεύσει». Πρέπει να γίνει συντρίμμια.

Χορηγός επικοινωνίας της Μπιενάλε είναι ο Best Radio 92,6.