Ρεπορτάζ

Μπήκαμε πρώτοι στο νέο Μουσείο Γουλανδρή στο Παγκράτι – και μας κόπηκε η ανάσα

Από , -

Σαν να δανείστηκε το χρώμα από τη διπλανή εκκλησία του Άγιου Σπυρίδωνα, να πήρε το γεωμετρικό σχήμα από το μεσοπολεμικό κτίριο που βρίσκεται στα πόδια του επί της Ερατοσθένους και να επέμεινε στην αρχιτεκτονική πρωτοπορία που απαιτεί ένα σύγχρονο μουσείο, το πολυώροφο κτίριο με πρόσοψη-πλάκες πωρόλιθου που αποκαλύφθηκε στο Παγκράτι είναι το νέο διαμάντι της Αθήνας. Όπως ήταν αναμενόμενο, η πρώτη εικόνα του νέου Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή είναι τόσο αποστομωτική όσο και τα ονόματα που έχουν ακουστεί ότι φέρει στη συλλογή του. Πικάσο, Βαν Γκογκ, Μονέ, Ελ Γκρέκο, Ντε Κίρικο, Μιρό και πόσοι ακόμη. Τελικά, μετά από αρκετές αναποδιές και δυσκολίες, το όνειρο του ζεύγους Γουλανδρή γίνεται πραγματικότητα: η αμύθητης αξίας συλλογή που είχαν χτίσει τα χρόνια που συμπορεύονταν βρίσκει μόνιμη έδρα στην πρωτεύουσα και ανοίγεται στο κοινό, σε έναν πολύ εντυπωσιακό μάλιστα χώρο.

Μόλις περάσεις τη βαριά πύλη του μουσείου, από την πλευρά της πλατείας που πλέον έχει αναπλαστεί και είναι πιο πράσινη από ποτέ, βλέπεις στο βάθος του ισογείου την Ελίζα Γουλανδρή διά χειρός Σαγκάλ. Δεν αδίκησε καθόλου την ομορφιά της Αθηναίας ο Γάλλος καλλιτέχνης. Ανάμεσα σε μια πανδαισία χρωμάτων, με τα μεγάλα καστανά της μάτια και την κομψή κορμοστασιά, η σικάτη και διορατική καλλονή που βρισκόταν δίπλα στο γόνο της τρανής εφοπλιστικής οικογένειας αποτυπώνεται γεμάτη υπερηφάνεια – σαν να προοικονομεί άθελά της τη σημερινή ημέρα.

Βρισκόμαστε μια ανάσα πριν από την 2η Οκτωβρίου και τα επίσημα θυρανοίξια. Σε λίγο χιλιάδες κόσμου θα στέκεται μπροστά από αυτό το πορτρέτο. «Είναι από την δεκαετία του ’70, όταν το ζευγάρι έμενε στο Παρίσι», μου λέει με ενθουσιασμό ο διευθυντής του νέου μουσείου, Κυριάκος Κουτσομάλλης. «Είχαν στον κύκλο τους καλλιτέχνες, συγγραφείς, διευθυντές μουσείων, όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής, όπως ο η Κάλλας και o Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, ο Σαγκάλ, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Σεζάρ και ο Μπαλτίς, ο Τσαρούχης και ο Μπουζιάνης. Στα γεύματα που έκαναν τότε υπήρχε μια μαγική μείξη ανθρώπων. Πολλές φορές τα άτομα ξεπερνούσαν τα εξήντα ενώ ανάμεσά τους είχα βρεθεί κι εγώ. Καθόντουσαν δίπλα-δίπλα επιφανείς των τεχνών και των γραμμάτων, εφοπλιστές και επιχειρηματίες, γεννώντας πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις για τέχνη, πολιτική, φιλοσοφία και ό,τι μπορείς να φανταστείς».

Ο επικεφαλής του νέου μουσείου, ο οποίος είναι διευθυντής και στο ομώνυμο μουσείο του ιδρύματος στην Άνδρο, συνδέεται βαθιά με την οικογένεια Γουλανδρή – σχέση που πάει πολλά χρόνια πίσω. Ο Κυριάκος Κουτσομάλλης, όταν το ’68 πήγε στη Γαλλία για σπουδές πάνω στην ιστορία και την ιστορία της τέχνης, γνώρισε συμπτωματικά το ζεύγος. Γρήγορα ο Βασίλης και η Ελίζα εκτίμησαν το ποιόν του και τον προσέλαβαν. Οι ικανότητες γραφής του ήταν άριστες σε ελληνικά και γαλλικά, οπότε ανέλαβε στην αρχή χρέη γραμματέα: κρατούσε την ατζέντα τους, δακτυλογραφούσε κείμενα και τους ενημέρωνε για όλα τα πολιτιστικά δρώμενα του Παρισιού. Σιγά-σιγά του εμπιστεύτηκαν την επιμέλεια της συλλογής, από την καταγραφή και τη φροντίδα των έργων μέχρι τις ανταλλαγές σε εκθέσεις και τις δημοπρασίες.

Πρόκειται για οκτακόσιες καρτέλες, στις οποίες έχουμε διακόσια έργα ξένων καλλιτεχνών και περίπου τετρακόσια Ελλήνων, καθώς και αντικείμενα χωρίς μουσειακή αξία – σύνολο που έχει κοστολογηθεί στα τρία δισεκατομμύρια δολάρια από εκτιμητές και δημοσιογράφους του ξένου Τύπου. Από αυτά θα εκτίθενται εκ περιτροπής εκατόν ογδόντα έργα, λόγω περιορισμένου χώρου.

«Λες και ήταν γεννημένο για την τέχνη αυτό το ζευγάρι», συνεχίζει ο ίδιος, «ίσως είναι ο λόγος που παντρεύτηκαν». Οι δυο τους συναντήθηκαν τη δεκαετία του ’50 στην Νέα Υόρκη: εκείνη είχε πάει για σπουδές και εκείνος –ένας, κατά κοινή ομολογία, οξυδερκής επιχειρηματίας– είχε αναλάβει τα ηνία της οικογενειακής εφοπλιστικής εταιρίας, ύστερα από τον πρόωρο θάνατο του αδερφού του. Παντρεύτηκαν και έγιναν εραστές του πολιτισμού. «Η ζωή τους μοιραζόταν σε μουσεία και εκθέσεις, όπερες και θεατρικές παραστάσεις ή μουσικές εκδηλώσεις, ενίσχυαν με χορηγίες πολιτιστικές εκδηλώσεις και υποστήριζαν νέους κυρίως καλλιτέχνες στο ξεκίνημά τους – ήταν πραγματικοί μαικήνες». Αυτό συνεχίστηκε αγόγγυστα μέχρι το θάνατό τους.

Έτσι, με πολλή προσπάθεια και ενδελεχή έρευνα ανά έργο (στους συνεργάτες και συμβούλους της οικογενείας ήταν επίσης ο Μπεγιελέρ, ένας από τους κορυφαίους εμπόρους τέχνης που αυτή τη στιγμή έχει δικό του ίδρυμα στην Βασιλεία), από τις δημοπρασίες κυρίως στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και αλλού, προέκυψε η περιβόητη συλλογή που τώρα παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο σύνολό της, διαλευκαίνοντας όσες αμφιβολίες είχαν ακουστεί όλα αυτά τα χρόνια. Πρόκειται για οκτακόσιες καρτέλες, στις οποίες έχουμε διακόσια έργα ξένων καλλιτεχνών και περίπου τετρακόσια Ελλήνων, καθώς και αντικείμενα χωρίς μουσειακή αξία – σύνολο που έχει κοστολογηθεί στα τρία δισεκατομμύρια δολάρια από εκτιμητές και δημοσιογράφους του ξένου Τύπου. Από αυτά θα εκτίθενται εκ περιτροπής εκατόν ογδόντα έργα, λόγω περιορισμένου χώρου.

Βέβαια, από μέσα, το μέγεθος του μουσείου αποδεικνύεται αρκετά μεγαλύτερο από όσο φαινόταν εξωτερικά. Το επτά χιλιάδων και διακοσίων τετραγωνικών μέτρων κτίριο εξελίσσεται κατά το ήμισυ μέσα στη γη: πέντε από τους έντεκα ορόφους βρίσκονται στο «μείον» του ασανσέρ. Για να ξεκινήσουμε από πάνω προς τα κάτω έχουμε τέσσερα υπέργεια εκθεσιακά επίπεδα για τα έργα της συλλογής –δύο αφιερωμένα στην ελληνική τέχνη και δύο στη διεθνή–, έχουμε το ισόγειο όπου φιλοξενείται το όμορφο πωλητήριο του μουσείο, το -1 για τις περιοδικές εκθέσεις, τη βιβλιοθήκη με τους 5.000 τόμους τέχνης και το παιδικό εργαστήριο στο -2 και ένα πλήρως εξοπλισμένο αμφιθέατρο χωρητικότητας 190 ατόμων με αυτόνομο φουαγιέ και βεστιάριο (συν οθόνη προβολής, μεταφραστική καμπίνα, control room με κονσόλα ήχου και μικρό στούντιο ηχογράφησης) στον όροφο ακριβώς από κάτω. Στα υπόλοιπα μη επισκέψιμα επίπεδα, βρίσκονται τα γραφεία, οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις και λοιποί λειτουργικοί χώροι. Στο κτίριο αναπτύσσονται, επίσης, δύο καφέ-εστιατόρια – το ένα σε πανέμορφο αίθριο-αστικός κήπος και το άλλο σε ταράτσα που βλέπει Ακρόπολη.

Το πιο αξιομνημόνευτο από τα νέο αρχιτεκτόνημα στην Ερατοσθένους, του οποίου η μελέτη ανήκει στο γραφείο Ι. & Α. Βικέλας, είναι πως παρότι εξωτερικά αντιλαμβάνεσαι δύο διαφορετικά κτίριο –αφενός το διατηρητέο μεσοπολεμικό τριώροφο που υπήρχε επί της Ερατοσθένους και αφετέρου το πολυώροφο νέο κτίριο του μουσείο–, εσωτερικά κινείσαι σε ένα ενιαίο χώρο. Οι όροφοι έχουν σχεδιαστεί στο ίδιο ύψος και έχουν ενοποιηθεί. Έτσι, αυξήθηκαν τα τετραγωνικά. Το τελικό αποτέλεσμα δικαιώνει την πολύχρονη αναμονή.

Η ιστορία του κτιρίου που θα στέγαζε το αθηναϊκό μουσείο του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή μας πηγαίνει στο 1992, όταν προτάθηκε στην κυβέρνηση (επί πρωθυπουργίας Μητσοτάκη) να δοθεί ένας χώρος για τη συλλογή. Η απάντηση ήταν θετική αλλά η εξέλιξη γεμάτη εμπόδια. Πρώτα το σενάριο για την Ρηγίλλης, όπου σκάβοντας βρέθηκαν ευρήματα από το Λύκειο του Αριστοτέλη και ματαιώθηκε η διαδικασία, έπειτα στο πάρκο Ριζάρη, όπου αντέδρασαν οι κάτοικοι γιατί ήθελαν (δικαίως) να διατηρήσουν τον πράσινο πνεύμονα στην επιβαρυμένη περιοχή τους, και τέλος, το 2009, η Ερατοσθένους στο Παγκράτι. Έπειτα, προέκυψαν προβλήματα με υπόγεια ύδατα (όπως και στην Εθνική Πινακοθήκη), μεγάλα έξοδα που δεν είχαν υπολογίσει, πολλά γραφειοκρατικά κωλύματα – συν τις διαρκείς εκκρεμότητες που είχε να αντιμετωπίσει το ίδρυμα με τις αλλεπάλληλες δίκες και τις ενδοοικογενειακές κόντρες.

Όταν περπατάς μπροστά από τις προθήκες των τεσσάρων εκθεσιακών ορόφων, συνολικής έκτασης επτακοσίων τετραγωνικών μέτρων, είναι σαν να ξεφυλλίζεις κάποιο βαρύ βιβλίο ιστορίας της τέχνης με τις πιο σημαντικές καλλιτεχνικές υπογραφές των τελευταίων αιώνων, μόνο που τα έργα δεν είναι σε σελίδες αλλά μπροστά σου, μπορείς να τα πλησιάσεις, να δεις την κάθε λεπτομέρεια, να τα αισθανθείς. Σαν ένα ονειρικό μπουκέτο κάλλους που διαστέλλει τις κόρες των ματιών.

«Εγώ, έχοντας εμπειρία από το Παρίσι και το Κέντρο Ζωρζ Πομπιντού, το πολιτιστικό κέντρο που κάποτε ήταν λαχαναγορά και σταδιακά έγινε μια από τις πιο περιζήτητες γειτονιές της γαλλικής πρωτεύουσας, κατάλαβα εξ αρχής πως εδώ είναι το τέλειο σημείο: μια μεσοαστική συνοικία που παλιότερα κατοικούταν από ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων, αργότερα έφυγαν προς τα προάστια και πλέον επιστρέφουν», μου λέει ο Κυριάκος Κουτσομάλλης, όσο κατευθυνόμαστε προς τους εκθεσιακούς χώρους. Το φιλόδοξο αρχιτεκτονικό σχέδιο που επιλέχθηκε αρχικά από τον φημισμένο Κινέζο Ι. Μ. Πέι –ένα κράμα αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής και βυζαντινού ρυθμού– έμεινε στις σχεδιαστικές μακέτες, όμως, βλέποντας το μουσείο σήμερα, δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι πιο ταιριαστό από αυτό που αντικρίζω.

«Χρειάστηκαν έξι χρόνια για το αποτέλεσμα που βλέπετε, όπου κάθε εβδομάδα κάναμε δύο φορές συσκέψεις με μελετητές, αρχιτέκτονες, μουσειολόγους, στατικούς, συμβούλους φωτισμού και ήχου». Κάθε λεπτομέρεια είναι προσεγμένη στην εντέλεια, από τις πόρτες ασφαλείας μέχρι τη στροβιλιστή φωτιζόμενη σκάλα που ενώνει τους ορόφους.

Και πάμε στο κυρίως πιάτο του μουσείου: τα έργα. Όταν περπατάς μπροστά από τις προθήκες των τεσσάρων εκθεσιακών ορόφων είναι σαν να ξεφυλλίζεις κάποιο βαρύ βιβλίο ιστορίας της τέχνης με τις πιο σημαντικές καλλιτεχνικές υπογραφές των τελευταίων αιώνων, μόνο που τα έργα δεν είναι σε σελίδες αλλά μπροστά σου, μπορείς να τα πλησιάσεις, να δεις την κάθε λεπτομέρεια, να τα αισθανθείς. Το πράο βλέμμα του Ελ Γκρέκο, η νεκρή φύση του Βαν Γκογκ, μια αυτοπροσωπογραφία του Σεζάν, η γεωμετρική ακρίβεια του Μπρακ και η γραμμή του Λωτρέκ, ένα έργο από την πρώιμη περίοδο του Πικάσο, η πολύχρωμη αρμονία του Καντίνσκι και οι μηχανές του Φερνάν Λεζέ, η περιβόητη γλυπτική «Αιώνια Άνοιξη» του Ροντέν και μια μπρούτζινη μπαλαρίνα του Ντεγκά, μικρά αριστουργήματα από τον Ντε Κίρικο και τον Πόλοκ –του οποίου τα έργα είναι εξαιρετικά σπάνια, καθώς απεβίωσε νωρίς–, πρόσωπα του Κλέε, αρκετά έργα του Σεζάν (ήταν το πρώτο όνομα που αγόρασε το ζεύγος), σχέδια του Μπαλτίς καθώς και πίνακες του Γκογιέν, του Μιρό, του Πωλ Γκωγκέν – όλα σε λίγα μέτρα απόσταση, σαν ένα ονειρικό μπουκέτο κάλλους που διαστέλλει τις κόρες των ματιών.

«Εκθέτουμε τα εμβληματικά έργα, πάνω στα οποία δομείται η αίγλη αυτού του χώρου», συνεχίζει ο διευθυντής, «έργα που μπορούν να ανοίξουν δρόμος προς τα μεγάλα πρωτοποριακά κινήματα που άρχισαν από τα μέσα της δεκαετίας του 19ου αιώνα – αυτό που ο Σαρλ Μπωντλαίρ αποκάλεσε “modernité” για να δώσει έμφαση στις μεγάλες ανατροπές και ανακατατάξεις που γίνονταν στην τέχνη». Παίρνοντας αφορμή από τα αριστουργήματα της συλλογής, μπορείς να μιλήσεις για διαφορετικές φιλοσοφίες και θεωρίες, διαφορετικά βλέμματα πάνω στην τέχνη.

Με τον «Καθεδρικό ναό της Ρουέν» του Μονέ, για παράδειγμα, ανοίγεις το κεφάλαιο ιμπρεσιονισμός, όπου κύριο μέλημα ήταν ο τρόπος επιρροής του φωτός πάνω στο αντικείμενο. Ο Γάλλος ζωγράφος, το χειμώνα του ’92, είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο απέναντι από την περίφημη εκκλησία και έστησε μια σειρά από καβαλέτα· ανά μία ώρα σχεδίαζε τον επόμενο πίνακα, προκειμένου να δει τις διαφορές στις αποχρώσεις. Στο Μουσείο Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή εκτίθεται η ροζ απόχρωση, που ανταποκρίνεται σε πρωινή ώρα. Άλλο παράδειγμα είναι ο αποστεωμένος άνθρωπος-γλυπτό του Τζιακομέτι, «Ο άνθρωπος που βαδίζει»: άμεσα συνδεδεμένος με τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο Ελβετός γλύπτης φέρνει τον άνθρωπο κοντά στην καταστροφή για να επιστρέψει στις ρίζες του, προτάσσοντας τα ερωτήματα του υπαρξισμού. Ή η ελαιογραφία «Η Ακρίδα» του Χουάν Μιρό, όπου φυσικά δεν υπάρχει ακρίδα στο έργο και μπαίνουν οι αρχές του υπερρεαλισμού.

Ταυτόχρονα, εκτίθεται το πιο άξιο δυναμικό της ελληνικής καλλιτεχνικής παραγωγής: Γιάννης Γαΐτης, Γιώργος Μπουζιάνης, Δημήτρης Μυταράς, Αλέκος Φασιανός, Γιάννης Μόραλης, Παναγιώτης Τέτσης, Κωνσταντίνος Παρθένης, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Γιάννης Τσαρούχης, Γιώργος Ζογγολόπουλος αλλά και από πιο σύγχρονους Παύλος Σάμιος, Σοφία Βάρη, Μιχάλης Τόμπρος, Γιώργος Ρόρρης, Σωτήρης Σόρογγας και Κώστας Τσόκλης, μεταξύ άλλων. Στην ενότητα των νεότερων Ελλήνων υπάρχει η μεγαλύτερη ποικιλία του ιδρύματος, οπότε ανά έτος τα έργα θα αλλάζουν δίνοντας τη θέση τους σε άλλα αντίστοιχα.

Στα εκθεσιακά επίπεδα υπάρχουν, επίσης, δύο ξεχωριστά δωμάτια: το ένα περιλαμβάνει αποκλειστικά σχέδια σε χαρτί (από Ματίζ, Μπρακ και Πικάσο μέχρι δύο διπλά έργα του Μπαλτίς στη μέση), όπου ο εξαιρετικός φωτισμός κάνει τα έργα να λάμπουν στο σκοτάδι, καθώς και μια αίθουσα αφιερωμένη στη σημαντική συλλογή του ζεύγους από γαλλικά έπιπλα υπογεγραμμένα από τους διασημότερους ébénistes και αντικείμενα τέχνης, χρονολογούμενα από το 18ο αιώνα, καθώς και κινεζικά αντικείμενα τέχνης από νεφρίτη ή πορσελάνη.

«Ο Βασίλης Γουλανδρής, έχοντας ως καταγωγή την Άνδρο, ήθελε ό,τι κάνει να αφορά όλο τον κόσμο, να μην περιορίζεται στην ελίτ», εξηγεί ο Κυριάκος Κουτσομάλλης στο τέλος της διαδρομής. «Η τέχνη είναι πνευματικό αγαθό και αφορά τους πάντες. Ναι μεν στόχος μας είναι να αναπτυχθεί η πολιτιστική συνείδηση και η ταυτότητα, αλλά με πνεύμα ανοιχτοσύνης: θέλουμε το μουσείο να ακουμπά τους πάντες, να μην μένει κανείς εκτός, θέλουμε να εντάξουμε τους πρόσφυγες, τους μετανάστες και γενικά τις κοινωνικά ευπαθείς ομάδες μέσω των εκπαιδευτικών προγραμμάτων – όχι στα λόγια αλλά στην πράξη».

«Το ζήτημα είναι να φύγει η έννοια του απαρχαιωμένου, σκονισμένου μουσείου, θέλουμε ένα διαπολιτισμικό κέντρο, όπως το εννοούσαν τα φωτισμένα μυαλά του 18ου αιώνα: να ακουμπάει παντού, να εκφέρει λόγο, να φέρνει επισκέπτες και μέσα σε αυτό το κλίμα να δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά να φαντάζονται και να ονειρεύονται ελεύθερα».

Όπως χαρακτηριστικά είχε πει και παλαιότερα ο διευθυντής του μουσείου, «στόχος είναι η κοινωνική ανεξιθρησκία: σε όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκουμε να είμαστε ίσοι». Αυτή ήταν άλλωστε η πάγια θέση των ιδρυτών του ιδρύματος. Για τους ίδιους, η τέχνη δεν αφορούσε μια μικρή κάστα ανθρώπων αλλά το σύνολο του λαού, μια και αποτελεί πνευματικό αγαθό που απευθύνεται σε μεγάλους και νέους, μορφωμένους και αγράμματους, μυημένους και αμύητους.

«Θέλουμε να ανοίξουμε ένα νέο κεφάλαιο μέσα στην αθηναϊκή καθημερινότητα», προσθέτει ο ίδιος, «να έχει ο επισκέπτης τη δυνατότητα να έρθει ξανά και ξανά, εξού και η μεγάλη έμφαση στα μουσειοπαιδαγωγικά προγράμματα. Το ζήτημα είναι να φύγει η έννοια του απαρχαιωμένου, σκονισμένου μουσείου, θέλουμε ένα διαπολιτισμικό κέντρο, όπως το εννοούσαν τα φωτισμένα μυαλά του 18ου αιώνα: να ακουμπάει παντού, να εκφέρει λόγο, να φέρνει επισκέπτες και μέσα σε αυτό το κλίμα να δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά να φαντάζονται και να ονειρεύονται ελεύθερα».

Καλή αρχή να ευχηθούμε, με τη σειρά μας, σε ένα μουσείο που, μαζί με την ιστορία και την εμπειρία που φέρει από το ομώνυμο μουσείο της Άνδρου αλλά και την εμφανή πρόθεση των επικεφαλής να δουν τον όρο «μουσείο» με ανανεωμένη οπτική, έχει όλα τα φόντα για να πετύχει τους στόχους του – και η Αθήνα το χρειάζεται.

iΜουσείου Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή | Ερατοσθένους 13, Παγκράτι | 2107252895 | Εγκαίνια: 2 Οκτωβρίου | Τρ.-Κυρ.: 10 π.μ.-6 μ.μ., Παρ.: 10 π.μ.-8 μ.μ. | Γενική είσοδος: € 8, μειωμένο εισιτ.: € 6 (άτομα άνω των 65 ετών, παιδιά και έφηβοι 12-17 ετών, φοιτητές, άνεργοι, υπηρετούντες την στρατιωτική τους θητεία)

Σχετικά Θέματα