Focus

Μια περιπλάνηση στις διπλωματικές του ΜΕΤ στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών

Ξένια Παπαδοπούλου, λεπτομέρεια της εγκατάστασης «Η παγίδα»
Ξένια Παπαδοπούλου, λεπτομέρεια της εγκατάστασης «Η παγίδα»

Στο βάθος του κήπου της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, πάνω από το εργαστήριο της γλυπτικής, βρίσκεται το κτήριο του Μεταπτυχιακού Εικαστικών Τεχνών (ΜΕΤ). Η περιπλάνηση στις δέκα διπλωματικές παρουσιάσεις των αποφοίτων ήταν σύντομη, σε μια συγκυρία δύσκολη, εν μέσω πανδημίας covid-19.

Θάνος Φούντας, «I’ll take that too»
Θάνος Φούντας, «I’ll take that too»

Μπαίνοντας στο κτήριο στα δεξιά μας συναντάμε πρώτατο εργαστήριο του Θάνου Φούντα, ο οποίος μοιάζει κυριολεκτικά σαν να «τα μαζεύει και να φεύγει» μιας και ολοκλήρωσε τον κύκλο σπουδών του. Όπως αναφέρει ο ίδιος με αυτοσαρκαστική διάθεση: «Όταν δεν υπήρχε τίποτα άλλο τριγύρω να πάρω, προσπάθησα να κουνήσω το καρότσι. Μάταια όμως, το καρότσι δεν μπορούσε να κουνηθεί. Βλέπετε, είχα ξεχάσει τα τρία λάστιχα».

Σε ένα καρότσι σούπερ μάρκετ, έχει τοποθετήσει περίτεχνα –ώστε να μην χαθεί το κέντρο βάρους– όλα του τα υπάρχοντα καθώς ετοιμάζεται για μια νέα περιπλάνηση στον κόσμο. Το έργο προκύπτει από ένα πλήθος «άχρηστων» αντικειμένων που ο ίδιος συλλέγει ως «λάφυρα» των περιπλανήσεών του, στη συνέχεια τα επεξεργάζεται, τα μεταποιεί και τα ανασυνθέτει μέσα σε νέο νοηματικό πλαίσιο. Ο θεατής καλείται να περιηγηθεί γύρω από την εγκατάσταση-γλυπτό «I’ll take that too», πραγματοποιώντας το προσωπικό του ταξίδι μέσα από του δικούς του συνειρμούς. Οι αναφορές ποικίλες, από τα λάστιχα του Alan Kaprow το 1961 στο Yard, έως την έννοια του flaneur(πλάνη) ή του ανθρώπου του πλήθους.

Σωτήρης Φωκέας, «Window»
Σωτήρης Φωκέας, «Window»

Με περιπαικτική διάθεση παρουσιάζεται και το έργο του Σωτήρη Φωκέα «Window». Τέσσερα ζωγραφικά τελάρα συνθέτουν ένα QR Code, το οποίο εφόσον σκαναριστεί, ανοίγει τη σελίδα του καλλιτέχνη στο Instagram, ο οποίος εμφανίζεται με το ψευδώνυμο #soteur(γίνεται και από εδώ μέσω της εφαρμογής-μια δοκιμή θα σας πείσει!). Εκεί, μπορεί κανείς να δει τα έργα του, τα οποία σχεδιάστηκαν εξ’ αρχής για τη διαδικτυακή πλατφόρμα και όχι φωτογραφίες έργων που βρίσκονται στον φυσικό χώρο. Σε μια εποχή που ο ρόλος της τεχνολογίας, των social media και συνακόλουθα των influencers μοιάζει κυρίαρχος, ο ίδιος δημιουργεί ένα παράθυρο στον θεατή όπου θα αναζητήσει έργα με αποκλειστική κατοικία τον ψηφιακό κόσμο. Το διαδίκτυο αρχίζει σταδιακά να αντικαθιστά τον φυσικό χώρο έκθεσης, προσφέροντας δυνατότητα θέασης σε οποιονδήποτε από οπουδήποτε, μια συνθήκη που τελικά ενισχύεται εν μέσω πανδημίας.

Βούλα Κούκκου, «Νερό κι Αλάτι»
Βούλα Κούκκου, «Νερό κι Αλάτι»

Στον αντίποδα μιας εφήμερης και επίπλαστης ευτυχίας βρίσκεται η εγκατάσταση της Βούλας Κούκκου «Νερό κι Αλάτι». Η εγκατάσταση συνίσταται από τρία μέρη: δώδεκα παραπετάσματα κερωμένων φωτογραφιών από ανθρώπινα δάκρυα που η ίδια συλλέγει, επεξεργάζεται και μεγεθύνει μέσα από το μικροσκόπιο, πλάκες από αλάτι με κρυμμένα δείγματα δακρύων και γυάλινα κουτιά με δοκιμαστικούς σωλήνες με φωτογραφίες δακρύων στο εσωτερικό τους. Παρότι οι περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν να προβάλουν τις στιγμές της ευτυχίας τους, θεωρώντας πως αυτό απαιτεί το σύγχρονο life-style του facebook και του instagram, εκείνη επιλέγει μια πιο εσωτερική, αληθινή και προσωπική στιγμή των ανθρώπων γύρω της· επιλέγει τα δάκρυα ως τεκμήρια μιας συγκίνησης που έχει πια χαθεί.

Ναταλία Μαντά, «Ουρανός»
Ναταλία Μαντά, «Ουρανός»

Μπαίνοντας στο εργαστήριο της Ναταλίας Μαντά αρχικά δίνεται η αίσθηση ενός ταξιδιού στον χρόνο και στη μνήμη, όμως τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Κεντρικό στοιχείο της εγκατάστασης είναι το κατακόρυφο γλυπτό που θυμίζει τοτέμ και συμβολίζει το «ιερό» και τη λατρεία, ή θα μπορούσε ακόμα και να διαγράφει ένα φανταστικό ανθρώπινο σώμα. Η στήλη ενώνεται περιμετρικά με έξι βαμβακερά πανό σαν λάβαρα, τυπωμένα με την τεχνική της κυανοτυπίας που αναπαριστούν μια φιγούρα σε διαφορετική διάταξη το καθένα (μετωπική, προφίλ, πλάτη κ.ο.κ), ώστε να υποδηλώνεται η περιστροφική κίνησή της στον χώρο. Παράλληλα, μια εγκατάσταση από εκατόν είκοσι κεραμικά γλυπτά που ονομάζει «memorial tools», λειτουργούν σαν ένα κατασκευασμένο cabinet de curiosités με συλλογή αντικείμενων από μακρινούς πολιτισμούς, ή μια φανταστική προσωπική αρχαιολογία που παραπέμπει σε ευρήματα ανασκαφής, όπως εργαλεία ή χρηστικά αντικείμενα, σε μια συνομιλία με την ιστορική μνήμη.

Στην εγκατάσταση της Ξένιας Παπαδοπούλου ένα μεγάλο δίχτυ από χάρτινο κορδόνι δεσπόζει στον χώρο και παραπέμπει στην αρχετυπική κατασκευή της παγίδας. Η έννοια της παγίδας είναι διττή· από τη μια μας μεταφέρει πίσω στον χρόνο στην ιδιότητα του «κυνηγού- θηρευτή», και από την άλλη σε μια μεταφορική έννοια του κυνηγιού όπως τη βιώνει ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος και εν προκειμένω η καλλιτέχνις. Πρόκειται για το αέναο κυνήγι της επιτυχίας, τον συνεχή αγώνα για την εκπλήρωση κάθε ανθρώπινης φιλοδοξίας, την ανάγκη για πρωτοτυπία και διάκριση. Ταυτόχρονα όμως η ύφανση του ιστού –ακόμη κι αν στο τέλος αποδειχθεί παγίδα–δείχνει τη διαδικασία: το πείσμα και την υπομονή που απαιτείται για να φτάσει ο άνθρωπος τον στόχο του σε μια εποχή που κυριαρχεί η ταχύτητα και λίγοι επενδύουν ουσιαστικό χρόνο για να γίνουν πράγματι οι κυνηγοί των «ονείρων» τους. Το έργο συμπληρώνεται από τον μαγνητοσκοπημένο ήχο που αποτυπώνει ημερολογιακά τη διαδικασία ύφανσης και από εικοσιεννέα (γύψινες, εξώγλυφες) πλάκες με αναπαριστώμενα μέρη της παγίδας, οι οποίες παραπέμπουν σε επιγραφές, σε επιτύμβιες ή φωτογραφικές πλάκες.

Irene Ragusini, «Camminando nel Mare, Nuotando sul Monte», οδοιπορικό
Irene Ragusini, «Camminando nel Mare, Nuotando sul Monte», οδοιπορικό

Φαινομενικά ασύνδετα, μα αισθητικά καλαίσθητα αντικείμενα συναντά κανείς στον χώρο της Irene Ragusini, που εν τέλει συνθέτουν τα κομμάτια ενός παζλ· το project «Camminando nel Mare, Nuotando sul Monte» είναι ο ενδιάμεσος τόπος ανάμεσα σε μια προσωπική αφήγηση και τη δημόσια εκδοχή της. Πρόκειται για το οδοιπορικό της καλλιτέχνιδος στην Ιταλία, για τη μεταφορά ενός κύβου αμμωνίτη, ένα υλικό που χρησιμοποιείται ευρέως στην ιταλική αρχιτεκτονική. Ο κύβος έπειτα από επεξεργασία εκτίθεται μαζί με τον υπόλοιπο χρηστικό εξοπλισμό που συνέβαλε στη μεταφοράτου όπως το καρότσι, το ένδυμα και το σακίδιότης καλλιτέχνιδος που μαρτυρούν πως η ίδια βρισκόταν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια. Το ταξίδι θυμίζει χορογραφία σε ένα σκηνικό που δημιουργείται μέσα από τη γήινη χρωματική παλέτα της τερακότας – του πηλού, ώστε βιομηχανικά και φυσικά υλικά να μοιάζουνόλα εξίσου βγαλμένα μέσα από τη γη. Η ίδια αντιλαμβάνεται τη διαδικασία ως ένα είδος slow performance που εξελίσσεται σταδιακά και θεωρεί τη διαδικασία του ταξιδιού εξίσου σημαντική με το τελικό αποτέλεσμα.

Ελένη Τσαμαδιά, «Körper/Leibκ.α.», © Julius C Schreiner
Ελένη Τσαμαδιά, «Körper/Leibκ.α.», © Julius C Schreiner

Τη ζωγραφική εγκατάσταση της Ελένης Τσαμαδιά «Körper/Leib κ.α.» συνθέτει μια σειρά αυτό-πορτραίτων που δημιουργούνται και ολοκληρώνονται μέσα από πραγματικές αποτυπώσεις του σώματός της σε φυσική κλίμακα πάνω στον καμβά. Πρόκειται για θραύσματα ή ενδεχομενικότητες του εαυτού και του σώματος που εάν ενωθούν συνθέτουν την ολότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία εξ’ αιτίας των εξωτερικών ερεθισμάτων που δέχεται ανασκευάζεται διαρκώς. Στα πορτραίτα αυτά διερευνώνται οι δυνητικές αναπαραστάσεις του σώματος, πραγματικές και φανταστικές, που ενίοτε αλληλοδιαπλέκονται, δημιουργώντας κινησιολογικά συμπλέγματα. Το οπτικό αποτέλεσμα που δημιουργείται συχνά μοιάζει με χορογραφία και η αίσθηση της κίνησης που δημιουργείται εισάγει στον ζωγραφικό πίνακα τη διάσταση του χρόνου. Ο χρόνος –μια έννοια άρρηκτα συνδεδεμένη με το σώμα (ανάπτυξη, ωρίμανση, γήρας) – αφήνει κι αυτός πάντα το αποτύπωμά του και μαρτυρά όσα ο άνθρωπος ενδεχομένως προσπαθεί να κρύψει.

Χριστίνα Σπανού, «The Food Garden Canteen»
Χριστίνα Σπανού, «The Food Garden Canteen»

Μπαίνοντας στον χώρο του εργαστηρίου της Χριστίνας Σπανού νιώθει κανείς πως βρίσκεται σε ένα παράδοξο urban garden. Μια σύγχρονη αποστειρωμένη καντίνα από τη μια που θυμίζει μπουτίκ πολυτελείας, προκειμένου να τηρούνται όλα τα μέτρα υγειονομικής ασφάλειας κατά της διάδοσης του κορονοϊούσε συνομιλία με αρκετά φυσικά στοιχεία ως αναφορές στη φύση, στον κήπο, και στην ανεμελιά. Το περιβάλλον αυτό αρχικά λειτούργησε ως σκηνικός χώρος για την υλοποίηση μιας περφόρμανς, η καταγραφή της οποίας στη συνέχεια αναπαράγεται σε βίντεο. Στόχος του έργου είναι να υποβάλει το κοινό σε μια πολυαισθητηριακή πρόσληψη του χώρου, μέσω της σύζευξης τέχνης και μαγειρικής, καταργώντας τα όρια μεταξύ καθημερινής ζωής και εικαστικής πρακτικής, ώστε να αναλογιστεί γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και την κοινωνία.

Κατερίνα Σάρρα, © Αδάμ Συλαιούνης
Κατερίνα Σάρρα, © Αδάμ Συλαιούνης

Στη ζωγραφική εγκατάστασή της, η Κατερίνα Σάρρα διερευνά τον τρόπο που συνδιαλλέγονται μεγάλης διάστασης χρωματικά πεδία, τόσο μεταξύ τους εντός των ορίων του τελάρου, όσο και ως μέρη του ευρύτερου συνόλου στον πραγματικό χώρο. Παρότι το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει να προκύπτει βάσει λογικών διεργασιών, κυρίως λόγω της γεωμετρίας του, σύμφωνα με την ίδια, η υλοποίηση εκκινεί από ενστικτώδεις ζωγραφικές χειρονομίες, μετασχηματιζόμενες κατά τη ζωγραφική διαδικασία. Ο κύριος άξονας του έργου κινείται γύρω από τη σύνθεση των τριών βασικών χρωμάτων τόσο ως προς την τονικότητα, όσο και ως προς την υφή. Ως αποτέλεσμα, δημιουργείται ένα μονοχρωματικό βάθος πάνω στο οποίο αιωρούνται γεωμετρικά σχήματα με ρευστά περιγράμματα, αποσκοπώντας στη δημιουργία μιας κίνησης στα σημεία όπου εφάπτονται τα διαφορετικά χρωματικά πεδία.

Ευριπίδης Παπαδοπετράκης «The function of unfruitful expectations» (Η συνάρτηση μιας ατελέσφορης προσμονής)
Ευριπίδης Παπαδοπετράκης «The function of unfruitful expectations» (Η συνάρτηση μιας ατελέσφορης προσμονής)

Τέλος, στον χώρο του Ευριπίδη Παπαδοπετράκη χτίζεται μια σπονδυλωτή, ανορθόδοξη αφήγηση μέσα από ένα σύνολο έργων που αρθρώνεται μέσα από γρίφους και αλληγορίες. Η χρήση των συμβόλων που αποδίδονται μέσα από την έννοια της σύμπτωσης αποτελούν κύριο αντικείμενο της μελέτης του. Παράλληλα, ο ίδιος εξερευνά το αίσθημα της προσμονής, το οποίο παρομοιάζει με τον κύκλο της ζωής μίας μπανάνας που αποτυπώνεται ως ημισεληνιακό ημερολόγιο, με αναφορά στον άνθρωπο και παρονομαστή τον χρόνο. Η εικαστική γλώσσα αντιπαραβάλλεται με τις θετικές και φυσικές επιστήμες, ενώ ταυτόχρονα μέσα από την έννοια των συμπτώσεων, καταλήγει στη δημιουργία του παρόντος έργου ως αποτέλεσμα πενταετούς μελέτης. Η ημισέληνος αποτυπώνει ένα συμβάν μη ολοκληρωμένο και άρα ημιτελές,και ανάγεται σε σύμβολο της προσμονής και της προσδοκίας, κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα που παραλληλίζονται με την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία.

Ως συνολική εντύπωση για ακόμα μια χρονιά οι διπλωματικές των απόφοιτων του Μεταπτυχιακού προγράμματος Εικαστικών Τεχνών παρουσίασαν εξαιρετικό ενδιαφέρον για τον πλουραλισμό τόσο των ιδεών, όσο και της υλοποίησης χάρη στην επιλογή διαφορετικών εικαστικών μέσων. Το φλέγον ζήτημα της πανδημίας και του εγκλεισμού, φάνηκε πως επηρέασαν τον τρόπο σκέψης αρκετών εικαστικών και σε κάποια έργα έγιναν περισσότερο αισθητά.

Δυστυχώς, το ζήτημα της παρουσίασης των διπλωματικών εντός του χώρου του εργαστηρίου σαν να πρόκειται για openstudios, δεν συμβάλλει στην καλύτερη δυνατή ανάδειξή τους (χώρος, φωτισμός, κ.ο.κ). Αισιοδοξούμε ότι στο άμεσο μέλλον ο αρμόδιος θεσμός θα μεριμνήσει για ένα τέτοιο ζήτημα που θα αναδείξει καλύτερα τους κόπους των φοιτητών και ταυτόχρονα θα επιφέρει ένα καλύτερο εκθεσιακό αποτέλεσμα.

Από τη Σοφία Χρυσαφοπούλου, Ιστορικό Τέχνης