Συνέντευξη

Μαρία Θεοδωράκη: Το έργο τέχνης στην υπηρεσία της συνύπαρξης

Από -

Η εικαστικός Μαρία Θεοδωράκη, που στήνει αθόρυβα μια καριέρα στο Λονδίνο κι έκανε αίσθηση στο φετινό Βραβείο ΔΕΣΤΕ, μιλά για ένα άπαιχτο στην Ελλάδα έργο της, στο οποίο πρωταγωνιστεί ο βετεράνος αβανγκάρντ κινηματογραφιστής John Smith και θα προβληθεί στις 25/10 στο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου

Πώς προέκυψε το έργο με το οποίο συμμετείχες στο βραβείο ΔΕΣΤΕ. Περιέγραψέ μας λίγο τη διαδικασία της «γέννησής» του. Η πορεία του έργου μετά τα εγκαίνια τι σου αποκάλυψε;

Θεωρώ την παρουσίαση σε έναν ιστορικό χώρο όπως το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, στο κέντρο της Αθήνας, το 2013, μια πολύ σοβαρή συνθήκη και ένιωσα την ανάγκη, θα μπορούσα να πω και την υποχρέωση, να δουλέψω με αυτή τη συνθήκη ως υλικό μου. Άρχισα μελετώντας την ιστορία του κτιρίου και της οικογένειας Σταθάτου, έπειτα την ιστορία του κέντρου της Αθήνας, την ιστορία του μουσείου και της συλλογής Γουλανδρή, μελέτησα τις εκδόσεις του μουσείου, και κείμενα για τα κυκλαδικά ειδώλια, συμβουλεύτηκα αρχιτέκτονες, ιστορικούς και αρχαιολόγους και παράλληλα, πέρασα πολύ χρόνο στις αίθουσες του μουσείου.
Βρίσκω μεγάλο ενδιαφέρον στο πως διαχειριζόμαστε την αισθητική αλλά και την ιστορική αξία ενός αντικειμένου και τη μεταξύ τους σχέση. Ένα ειδώλιο που δεν γνωρίζουμε την προέλευση και τις συνθήκες εύρεσής του και που το γνωρίζουμε μόνο από τη στιγμή που έγινε έκθεμα, θέλησα να το δούμε στο κιβώτιο το οποίο χρησιμοποιεί το μουσείο για τη μεταφορά του, δηλαδή στον χώρο που δύναται εναλλακτικά να υπάρχει σήμερα εκτός του πλαισίου θεάματος που του έχει επιβληθεί. Το έργο Ηροδότου 1 είναι ένα έργο για το δικαίωμα στην ιστορικότητα.
Για ένα μεγάλο διάστειμα αφότου είχα στείλει την πρότασή μου στο Ίδρυμα Γουλανδρή και μέχρι την οριστική ενημέρωση (λίγες μέρες πριν να ανοίξει η έκθεση) ότι η απόφαση θα παρθεί στη συνέλευση του Διοικητικού Συμβουλίου τον Ιούνιο, δούλευα παράλληλα τρεις διαφορετικές εκδοχές της εγκατάστασης: τρία κείμενα και τρία προσχέδια για τον χώρο. Την εκδοχή για την περίπτωση που το Ίδρυμα θα συμφωνούσε για τη μεταφορά του ειδωλίου, την εκδοχή για την περίπτωση που το Ίδρυμα δεν θα συμφωνούσε για τη μεταφορά και την τρίτη εκδοχή που είναι και αυτή που πραγματοποιήθηκε. Στην πρότασή μου το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Γουλανδρή απάντησε στις 19 Ιουνίου ότι δεν μπορεί να συμφωνήσει για την παρουσίαση διότι δεν είναι ασφαλής η παραμονή του ειδωλίου εκτός της προθήκης του μουσείου για διάστημα μεγαλύτερο των επτά ημερών. Εγώ, μη έχοντας ποτέ ορίσει χρονικό πλαίσιο μεγαλύτερο των επτά ημερών για την παρουσίαση του ειδωλίου, έστειλα σχετική επιστολή ζητώντας να συμφωνήσουν στην παρουσίαση του ειδωλίου για τη διάρκεια που θα  όριζαν οι ίδιοι ως ασφαλή. Στους τρεισήμιση μήνες που μεσολάβησαν από την τελευταία μου αυτή επιστολή προς το Ίδρυμα, και μέχρι το τέλος της έκθεσης, δεν έλαβα καμία απάντηση.

Πώς θα συνόψιζες τα βασικά ενδιαφέροντά σου ως εικαστικού και τις κεντρικές θεματικές του έργου σου;

Το βασικό ερώτημα που με απασχολεί είναι το πως συσχετιζόμαστε και το πως συνυπάρχουμε ως άνθρωποι και η δουλειά μου είναι μια έρευνα σε σχέση με τον ρόλο που μπορεί να παίζει το έργο τέχνης σε αυτή τη διαδικασία.


Στην Ταινιοθήκη θα δούμε ένα παλιότερο έργο σου, με πρωταγωνιστή τον John Smith. Πώς το σκέφτηκες, ποιος ήταν ο στόχος σου και πώς ήταν η συνεργασία σας; 

Αναρωτιέμαι συχνά για τη μητρική γλώσσα και τον τρόπο με τον οποίο σμιλεύει στο σχήμα της τα φωνητικά μας όργανα και έτσι κάνει σχέδον αδύνατο το να αναπαράγουμε τους ήχους μιας άλλης γλώσσας το ίδιο σωστά. Ζω στην Αγγλία από το 2005 και οι άνθρωποι που με ακούνε να μιλάω Αγγλικά με ρωτάνε πάντοτε από πού είμαι. Μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, ξαφνικά, όλοι στο άκουσμα ότι είμαι από την Ελλάδα άρχιζαν να μου απευθύνουν ερωτήσεις. Εκείνη την περίοδο ήταν που επικοινώνησα με τον John Smith και του ζήτησα να τον κινηματογραφήσω να προσπαθεί να εκφέρει δυο προτάσεις σε τέλεια Ελληνικά, για όσο θα κρατήσει η κασέτα εγγραφής. Ο στόχος μου ήταν να γίνει η προσπάθεια αυτή και να την καταγράψω όπως θα ταλαντεύεται μεταξύ αλληλεγγύης, συμπαράστασης, συνεργασίας, διαπραγμάτευσης και κυριαρχίας. Ο John Smith γεννήθηκε το 1952, είναι ένας καταξιωμένος Βρετανός καλλιτέχνης, δουλεύει με φιλμ και βίντεο, έχει το πλέον χαρακτηριστικό Βρετανικό ονοματεπώνυμο και η φωνή του είναι σημείο αναφοράς στο έργο του. Γνωρίζω τη δουλειά του καλά και την εκτιμώ πολύ. Τα παραπάνω στοιχεία είναι καθοριστικά για το νόημα του έργου, όπως επίσης σημαντικό, για να υπάρχει η επιδιωκώμενη ένταση στη διαδικασία μας, ήταν το ότι τον  Smith πριν από αυτή τη συνεργασία δεν τον γνώριζα προσωπικά πέραν από μια πολύ σύντομη συνάντηση σε μια έκθεση που και οι δυο συμμετείχαμε. Όταν επικοινώνησα μαζί του, ζητώντας του μια συνάντηση 20 λεπτών για να του αναπτύξω την πρότασή μου, ήταν τυπικός και με προειδοποίησε ότι δεν συμμετέχει σε έργα άλλων. Στα 20 λεπτά της συνάντησής μας, κατάλαβε απόλυτα το έργο που είχα σχεδιάσει και μου απάντησε ότι δεν μπορεί να αρνηθεί. Στο επόμενο ραντεβού έστησα την κάμερά μου στο σαλόνι του σπιτιού του, του έδειξα πού θα καθήσει και πού θα κοιτάζει και αρχίσαμε τη διαδικασία, ήταν απόλυτα συγκεντρωμένος και επίμονος στην προσπάθειά του καθ’ όλη τη διάρκεια των 62 λεπτών. Δεν μου ζήτησε να εγκρίνει το τελικό αποτέλεσμα πριν το εκθέσω και με τίμησε με την παρουσία του στα εγκαίνεια της έκθεσης στην όποια έδειξα για πρώτη φορά το έργο. Προσωπικά, δεν θα μπορούσα να φανταστώ μια καλύτερη συνεργασία και χαίρομαι που στην Ελλάδα η δουλειά αυτή θα παρουσιαστεί μαζί με το βίντεό του Dad’s Stick που το θεωρώ μια πολύ σημαντική δουλειά.

Δεδομένου του ότι το έργο σου δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα μπορείς να μας δώσεις ένα μίνι βιογραφικό εκθέσεών σου στην Αγγλία;

Άρχισα να εκθέτω το 2009 την περίοδο που τελείωνα το μεταπτυχιακό μου. Μια δουλειά που ήταν για μένα πολύ σημαντική ως διαδικασία και είναι χαρακτηριστική ως προς τον τρόπο με τον οποίο δουλεύω είναι το the Market Estate in February 2010. Τον Φεβρουάριο του 2010 πήρα την άδεια και αφαίρεσα ένα κομμάτι σε σχήμα δίσκου με διάμετρο 7,7 εκατοστών από κάθε επιφάνεια στο εσωτερικό όλων, ένα προς ένα, των κενών διαμερισμάτων του κτιρίου εργατικών κατοικιών Market Estate στο Islington του Λονδίνου πριν την έναρξη της κατεδάφισης του. Συνέλεξα στο σύνολο τους 520 δίσκους από ταπετσαρία, μοκέτα, ύφασμα, ξύλο, πλακάκι, στεγνή μπογιά και χαρτί δημιουργώντας ένα αρχείο του κτιρίου.
Το 2011 είχα την πρώτη μου ατομική έκθεση Reel Around the Fountain όπου είχα ως κεντρικό έκθεμα το έργο μου Fountain, μια άδεια βιτρίνα εκθεμάτων η οποία είχε κατασκευαστεί για την έκθεση της συλλογής Δασκαλόπουλου Corporeal στην Whitechapel Gallery στο Λονδίνο και χρησιμοποιήθηκε για την παρουσίαση των έργων Fountain (1917-64) του Duchamp και Fountain Bouddha (1996) της Sherrie Levine. Το 2012 είχα την τρίτη μου ατομική έκθεση 3 όπου και ένα από τα εκθέματα ήταν το in place μια πυραμίδα από ελαστικό μείγμα σιλικόνης με τον ακριβή όγκο του σώματος μου. Την πυραμίδα την κατασκεύασα πιέζοντας το υλικό σε μία από τις γωνίες του χώρου της έκθεσης και αφού το υλικό σταθεροποιήθηκε τράβηξα το τέλεια σχηματισμένο τρισορθογώνιο τετράεδρο από το «καλούπι» του και το έσυρα στην θέση παρουσίασης του. Τον όγκο του σώματος μου για το in place τον υπολόγισα με τη μέθοδο της εμβάπτισης χρησιμοποιώντας ως δεξαμενή τη βιτρίνα από το έργο μου Fountain, αυτή η άμεση αναφορά και σύνδεση μεταξύ διαφορετικών έργων και διαφορετικών εκθέσεων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της δουλειάς μου.

Ποιους καλλιτέχνες θεωρείς σημεία αναφοράς;

Ο καλλιτέχνης για τον οποίο μπορώ να πω ότι συμμερίζομαι τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο και τη θέση που παίρνει μέσω της δουλειά του, είναι ο John Cassavetes. Μεμονωμένες δουλειές άλλων καλλιτεχνών τις οποίες συχνά σκέφτομαι είναι το Veronique Doisneau του Jerome Bel, το Partialy Buried Woodshed του Robert Smithson, το Tapp- und Tastkino της Valie Export, το To Fix The Image In Memory της Vija Celmins, τη δουλειά του Michael Asher στη Claire Copley Gallery, το Metro Net του Martin Kippenberger όπως και το Le déjeuner sur l'herbe του Édouard Manet.

Πώς βλέπεις την εικαστική σκηνή στο Λονδίνο; Ποιους χώρους, καλλιτέχνες ή επιμελητές ξεχωρίζεις;

Στο Λονδίνο λαμβάνουν χώρα, παράλληλα, πάνω από πεντακόσιες εκθέσεις τέχνης κάθε δεδομένη στιγμή, όλοι οι πολίτες έρχονται σε επαφή με τη σύγχρονη τέχνη από πολύ μικρή ηλικία μέσα από τα σχολεία τους και κάθε χρόνο αποφοιτούν γύρω στα χίλια άτομα με μεταπτυχιακό στις καλές τέχνες, την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης. Είναι μια τεράστια σκηνή στην οποία μπορεί κανείς εύκολα να χαθεί, παράλληλα όμως, δίνει τη δυνατότητα στον κάθε ένα να βρει αυτό ακριβώς που τον ενδιαφέρει.
Επισκέπτομαι όλες τις εκθέσεις του Camden Art Center και θεωρώ τις ξεναγήσεις της Jenni Lomax υποδειγματικές. Έχω διαβάσει πολύ ενδιαφέροντα κείμενα και έχω δει σημαντικές εκθέσεις από τον Ralph Rugoff και από τον Roger Malbert. Το Barbican κάνει αρκετές φορές ενδιαφέρουσες επιλογές όπως την έκθεση Laurie Anderson, Trisha Brown, Gordon Matta-Clark και την έκθεση του Song Dong. Ο Robin Klassnik κάνει πολύ σοβαρή δουλειά με τη Matt's Gallery και έχω δει εξαιρετικές παρουσιάσεις στο Raven Row. Από τα περιοδικά τέχνης ξεχωρίζω το Afterall και το Art Monthly και από καλλιτέχνες τη δουλειά του Mike Nelson και του Marcus Coates. Έχω δει πολύ ενδιαφέρουσες δουλειές από τη Laure Prouvost, την Emma Hart, τον Benedict Drew, τον Patrick Coyle και τον Angus Braithwaite. Θέλω επίσης να σημειώσω την δουλειά του Grayson Perry με το British Museum και τις εξαιρετικές συνεντεύξεις και ομιλίες του όπως και το σημαντικό έργο της χορογράφου Siobhan Davies.

To «I Hope That This Won’t Take Long...» της Mαρίας Θεοδωράκη θα προβληθεί μαζί με το «Dad’s Stick» του John Smith (2012) στις 25/10 (5.30 μ.μ.) στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.