Συνέντευξη

Macklin Kowal: «Η performance μπορεί να παρέμβει στη σημερινή κρίση του δημόσιου λόγου»

Από -

Στο τυπικό αθηναϊκό διαμέρισμα της Πραξιτέλους που στεγάζει εδώ και ένα χρόνο τον ανεξάρτητο καλλιεχνικό χώρο «Sub Rosa project space» μπορεί να πετύχεις έναν ιστορικό διεθνή performer που βρίσκεται στην Αθήνα, όπως τον εξαιρετικό Σκανδιναβό εννοιολογικό καλλιτέχνη Roi Vaara, αλλά και νέους καλλιτέχνες που πειραματίζονται με διαφορετικές πτυχές αυτής της «παρα-τέχνης, που προηγείται της τέχνης, δεν είναι ακόμα τέχνη ή κάτι πέρα ​​από αυτή», όπως μας λέει ο ιδρυτής του «Sub Rosa» Macklin Kowal για την performance.

Το σημείο όπου κριτική σκέψη και πράξη συναντιούνται, αν δεχθούμε ότι μπορούν να διαχωριστούν εξαρχής, και το πολιτικό ως επιτελεστικό διαπνέουν το εγχείρημα της δημιουργίας αυτού του νέου χώρου και πιθανότατα, στο μέλλον, ενός φόρουμ με έμφαση στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή. Πώς όμως ένας Καλιφορνέζος βρέθηκε να ιδρύει έναν χώρο αφιερωμένο στην performance στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας και να κάνει το διδακτορικό του στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης με θέμα τον σύγχρονο ακροδεξιό εθνικισμό ως ένα λογοθετικό και επιτελεστικό φαινόμενο;

Macklin Kowal στο Sub Rosa Space. Exhibition «Moved: Works by Emeline Depas», ©Alexandra Masmanidi
Macklin Kowal στο Sub Rosa Space. Exhibition «Moved: Works by Emeline Depas», ©Alexandra Masmanidi

Πώς κατέληξες στην Αθήνα; Ποια ήταν η πορεία σου μέχρι τότε;
Ήρθα στην Αθήνα για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2015 και επέστρεφα συχνά από τότε, μέχρι που εγκαταστάθηκα εδώ το φθινόπωρο της επόμενης χρονιάς. Ένα ακαδημαϊκό συνέδριο ήταν η αιτία για εκείνη την επίσκεψη  – ένα Colloquium για τη θεωρία του χορού που έγινε στον Ελληνικό Κόσμο. Ήμουν χορευτής και χορογράφος στη γενέτειρά μου, το Σαν Φρανσίσκο και είχα ολοκληρώσει πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ένα μεταπτυχιακό –περισσότερο θεωρητικό– στις Επιτελεστικές Σπουδές. Βρέθηκα εδώ για να συζητήσω το πρόσφατο ερευνητικό μου έργο: μια αναζήτηση στην ενσώματη ποιητική του χρέους στη χορογραφία της Ελληνίδας καλλιτέχνιδας Λενιώς Κακλέα.
Συνάντησα, ωστόσο, πολλά περισσότερα απ’ όσα περίμενα: διάλογο – στον χώρο του συνεδρίου, αλλά και ευρύτερα στην Αθήνα – για την πολιτική δράση, την εξουσία, τη συγχώρεση και τη χάρη. Διαλόγους που διαμορφώνονταν απ’ το πολιτικό και πολιτιστικό τοπίο της πόλης εκείνη την εποχή. Ήταν παραμονές του δημοψηφίσματος και υπήρχε μια ξεκάθαρη, διάχυτη ενέργεια μεταξύ καλλιτεχνών, ακτιβιστών και διανοουμένων. Ένιωθες ότι κάτι γινόταν, ότι κάτι πρόκειται να συμβεί. Συνέχισα να έρχομαι στην Αθήνα μετά την πρώτη μου επίσκεψη. Ήθελα να δω πού θα οδηγούσαν εκείνοι οι διάλογοι και η ενέργεια. Δεν ήθελα να είμαι απλά θεατής στις διεργασίες αυτές, αλλά και να συμμετέχω. 
Γνωρίζοντας, επίσης,  ότι ήθελα να ολοκληρώσω ένα διδακτορικό, σκέφτηκα να κάνω τη διατριβή μου σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Μετά από κάποια έρευνα, είδα ότι θα ταίριαζε με ορισμένους καθηγητές του Αριστοτελείου. Έτσι, στις αρχές του 2017 γράφτηκα στο Τμήμα Πολιτικής Θεωρίας. Αυτές οι σπουδές, καθώς και η διαχείριση του Sub Rosa Space, αποτελούν τις δραστηριότητές μου εδώ.

«Le Tre Capre,» performance από τη Lucia Bricco, © Bryony Dunne
«Le Tre Capre,» performance από τη Lucia Bricco, © Bryony Dunne

Γιατί αποφάσισες να ξεκινήσεις το Sub Rosa;
Το άνοιγμα του Sub Rosa ήταν περισσότερο σταδιακή διαδικασία παρά μεμονωμένη απόφαση. Προηγουμένως, είχε εδώ στούντιο ζωγραφικής μια φίλη. Όταν έφυγε απ’ την Αθήνα το φθινόπωρο του 2017, της ζήτησα πολύ αυθόρμητα να συνεχίσω εγώ τη μίσθωση του χώρου. Εκείνη τη στιγμή, δεν είχα ιδέα τι θα τον έκανα. Ήταν τόσο εντυπωσιακός – ένας χώρος στον τρίτο όροφο μιας τυπικής πολυκατοικίας του ιστορικού κέντρου, ένα ιδιαίτερο εσωτερικό με παράθυρα σε κάθε πλευρά, τα οποία αποκαλύπτουν το αστικό τοπίο στο ύψος των ματιών. Ήξερα μόνο ότι έπρεπε να συνεχίσει να αφορά την καλλιτεχνική δραστηριότητα, είτε τη δική μου είτε άλλων. Χρησίμευσε για ένα διάστημα ως το προσωπικό μου στούντιο, παρόλο που ένιωθα ότι έπρεπε να έχει δημόσιο χαρακτήρα. Έπειτα, ένας συνάδελφος από το Σαν Φρανσίσκο –ζωγράφος και performance artist– επισκέφθηκε την Αθήνα τον Ιανουάριο του 2018.
Αποφασίσαμε να κάνουμε στον χώρο μια έκθεσή του εκείνον τον μήνα και ήταν η αρχή για τη μετέπειτα λειτουργία του Sub Rosa Space. Αν και διοργάνωσα στους μήνες που ακολούθησαν εικαστικές εκθέσεις, διαπίστωσα ότι έπρεπε να κινηθώ πιο συνειδητά από την οπτική του επαγγελματία και θεωρητικού της performance. Αυτή, άλλωστε, είναι η δική μου εκπαίδευση και δουλειά μου. Διαπίστωσα, επίσης, ότι οι performances στην Αθήνα είναι πολύ αξιόλογες αλλά διασκορπισμένες. Γίνονταν σε διάφορα μέρη, αλλά δεν υπήρχε ένας ανεξάρτητος χώρος αποκλειστικά. Έτσι, αποφάσισα να εστιάσω προς αυτήν την κατεύθυνση – αξιοποιώντας το δικό μου υπόβαθρο και δοκιμάζοντας παράλληλα να προσφέρω κάτι που φαινόταν να λείπει απ’ την κοινότητα.

Σε τι αναφέρεται η ονομασία;
Το Sub Rosa είναι μια λατινική φράση που σημαίνει «Κάτω από τα ρόδα». Αναφέρεται μεταφορικά σε κάτι το διακριτικό, κάτι που συμβαίνει στα κρυφά. Υπαινίσσομαι έτσι, γενικές ιστορίες της performance και της performance art – όπου έχουν γίνει δράσεις με επικοινωνία από στόμα σε στόμα, χωρίς άδειες, με αυτοοργάνωση και συχνά σε επισφαλείς συνθήκες.

«Lavorando per l'oumo invisible, operetta in atto unico», performance από τον Matteo Rovesciato, © Alexandra Masmanidi
«Lavorando per l'oumo invisible, operetta in atto unico», performance από τον Matteo Rovesciato, © Alexandra Masmanidi

Ένας χώρος για την performance είναι κάτι πολύ γενικό. Πού θα εστίαζες περισσότερο εάν έπρεπε να περιγράψεις τον χαρακτήρα του Sub Rosa; Πόσο αφορά τα ζητήματα γύρω από το φύλο και το queer;
Το Sub Rosa είναι ένας χώρος για καλλιτέχνες που εξετάζουν την εξουσία, πολιτική και αισθητική. Για όσους τους απασχολούν οι θεματικές για την ομοιότητα, τη διακριτότητα, τη θέση του υποκειμένου σε σχέση με το κύρος και την εξουσία. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι τα έργα είναι δύσκολα ή έχουν υπερβολική σοβαρότητα. Προσκαλούμε και ενθαρρύνουμε κάθε τρόπο και πνεύμα εργασίας, αρκεί να υποστηρίζεται από μια σχολαστική έρευνα, πολιτικού και αισθητικού χαρακτήρα. Είναι, επίσης, ένας χώρος που εξετάζει τη φορμαλιστική σχέση με την performance ως μέσο. Με τα έργα τους, οι προσκεκλημένοι καλλιτέχνες αναρωτιούνται διαρκώς γιατί η performance  –η οποία βασίζεται στην αμεσότητα, τη δια-μαρτυρία και τη μαρτυρία– πρέπει να λειτουργεί ως η περιοχή όπου η δημιουργική διαδικασία θα είναι σκηνοθετημένη.
Πολλοί από τους καλλιτέχνες έχουν χρησιμοποιήσει την performance για να ενεργοποιήσουν την πολιτική της αναπαράστασης που είναι ενδημική σε κοντινά πεδία της τέχνης – όπως τα εικαστικά και  ο χορός.
Η Sarah Johnson και ο Matteo Rovesciato, για παράδειγμα, παρουσίασαν ο καθένας έργα που εκθέτουν την επιθυμία του εικαστικού να επιβάλλει και να αναπαράγει τον εαυτό του στα αντικείμενα που ερμηνεύει – είτε σε still life, πορτρέτα ή τοπία. Ο Rovesciato άδειασε έναν ολόκληρο αφρό ξυρίσματος, μια δράση που διήρκησε πέντε ατελείωτα λεπτά. Στη συνέχεια απήγγειλε ένα ποιητικό δίστιχο (ίσως μια ερμηνεία για τη σημασία της μάζας του λευκού αφρού στο πάτωμα) και η performance τελείωσε. Το έργο του ανέδειξε την ενδεχόμενη βία που συνοδεύει την πράξη της επιβολής σε μια επιφάνεια, καθώς επίσης την ενδεχόμενη διαγραφή εκείνης της βίας όταν στα αντικείμενα που προκύπτουν δίνεται η χάρη της ερμηνείας. Η Johnson άνοιξε την performance με ομιλία για την ποιητική της αιχμαλωσίας που σχετίζεται με τη φωτογραφία. Έπειτα, έκοψε στη μέση με πριόνι ένα τραπέζι με still life, δέθηκε με σχοινιά και στη συνέχεια σύρθηκε μέσα σε λάδι που είχε ρίξει στο πάτωμα. Το έργο της εξέτασε τις διαδικασίες από τις οποίες οι θέσεις του δημιουργού και του αντικειμένου μπορούν να καταρρεύσουν, μπαίνοντας σε μια ρευστή κατάσταση που καθορίζεται από τον πόνο. Εντωμεταξύ, o Andrew Champlin παρουσίασε μια performance όπου χρησιμοποίησε το φορμαλιστικό λεξιλόγιο του μπαλέτου για να δημιουργήσει μια σειρά από δυναμικά, γλυπτικά ταμπλό σε όλο τον χώρο. Κατά τη διάρκεια, εξέτασε τις επιταγές του μπαλέτου για να περιορίσει την όψη της προσπάθειας ή πόνου του χορευτή. Με το έργο του αναρωτήθηκε πώς η κληρονομιά αυτή θα μπορούσε να επαναπροσδιοριστεί όταν το σώμα του χορευτή τοποθετείται το ίδιο ως έργο τέχνης, ενώ σχετίζεται με τον πόνο και μια ποιητική του μαζοχισμού.

«Αντιμετωπίζουμε σήμερα μια μεγάλη παραδειγματική (αν όχι γνωσιολογική) κρίση σχετικά με τους τρόπους που μιλάμε δημόσια. Η performance οφείλει να παρεμβαίνει, να παρουσιάζει σενάρια αποδόμησης που να εκθέτουν τι διακυβεύεται με τους τρόπους που ο δημόσιος λόγος μάς κάνει να σκεφτόμαστε. Με άλλα λόγια, σάτιρα. Χρειαζόμαστε μια σατιρική performance. Χρειαζόμαστε αρκετές.»

Αυτά τα παραδείγματα είναι μερικά από τα πιο εντυπωσιακά που μπορώ να σκεφτώ. Αντιπροσωπεύουν το πολιτικό και φορμαλιστικό πνεύμα που χαρακτηρίζει το χώρο. Και πράγματι, η ηθική του φεμινισμού και της queer τέχνης χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του έργου που παρουσιάζουμε. Ως επιμελητής, θεωρώ αυτές τις αξίες δεδομένες. Ενώ μπορούν και, όντως, αναφέρονται σε υποκειμενικές θέσεις, προτιμώ να σκέφτομαι τον φεμινισμό και το queer ως ηθική – ως τρόπο δράσης που επιμένει σε συγκεκριμένες οπτικές. Στην περίπτωση του φεμινισμού, μπορεί να είναι η δικαιοσύνη ως αποκατάσταση της ανισότητας στο πλαίσιο της πατριαρχίας. Για το queer, θα μπορούσε να αφορά μια ανάδειξη εναλλακτικών, μη κανονιστικών τρόπων δράσης και αισθητικής. Εκεί όπου θα μπορούσαν να συμπίπτουν, είναι στην επιμονή για ένα μεγαλύτερο εύρος της έκφρασης φύλου – στην τέχνη και στην καθημερινότητα. Θα έλεγα ότι το Sub Rosa είναι ένας χώρος που προάγει αυτήν την ηθική, ενθαρρύνει μια queer και φεμινιστική προσέγγιση σε ευρύτερα ζητήματα πολιτικής, αισθητικής και φορμαλιστικής σημασίας.

«It's in the Upper Room», performance από τη Sarah Johnson, © Alexandra Masmanidi
«It's in the Upper Room», performance από τη Sarah Johnson, © Alexandra Masmanidi

Ποιες είναι οι προκλήσεις της performance σήμερα; Ποιες κατευθύνσεις της βρίσκεις περισσότερο ενδιαφέρουσες; 
Σκέφτομαι την performance ως πράξη δια-μαρτυρίας, επιμονής. Απαιτεί έναν που φέρει τη μαρτυρία (τον performer) και έναν αυτόπτη μάρτυρα (το κοινό). Είναι μια εναλλακτική στα καντιανά μοντέλα της τέχνης. Με καντιανούς όρους, η τέχνη αφορά την κριτική για ένα ενοποιημένο αντικείμενο – μια ολοκληρωμένη, παραδοτέα φόρμα που στερείται φωνής μιας δρώσας δύναμης και κρίνεται σύμφωνα με μια μονόπλευρη δυναμική που ευνοεί το κοινό. Αντίθετα, η performance –τουλάχιστον, με τους όρους που προτείνω– θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παρα-τέχνη: δηλαδή που προηγείται της τέχνης, δεν είναι ακόμα τέχνη ή κάτι πέρα ​​από αυτή. Αναστέλλει τη στιγμή της αντικειμενικής ενοποίησης και παρατείνει τη στιγμή όπου το σώμα ενός performer εξακολουθεί να περιβάλλεται από την υποκειμενική δράση του λόγου, της αυτο-αποκάλυψης ή της αυτο-έκθεσης.
Μικρή σημασία έχει αν εκείνο το σώμα είναι το φυσικό σώμα ενός ανθρώπου ή κάπως αλλιώς επινοημένο. Performer και κοινό, αυτός που φέρει τη μαρτυρία και ο αυτόπτης μάρτυρας, συναντιούνται και επηρεάζουν ισάξια τον τόπο της συνάντησής τους. Είναι ένα μέσο που ασχολείται με την ανταλλαγή της εξουσίας, τη δυνατότητα της διάκρισης αλλά και της συμμετοχής. Με αυτήν τη λογική, η performance προσφέρει μια εναλλακτική στην καντιανή ηγεμονία της τέχνης. Στις μέρες μας γίνονται εκκλήσεις για την απαλλαγή από αυτήν, για την αποκαθήλωσή της ώστε να ανοίξει ο δρόμος σε διευρυμένους τρόπους δημιουργίας – τρόπους που να υιοθετούν αντιαποικιακές, φεμινιστικές και queer διαδικασίες. Θα έλεγα πως η performance είχε πάντα τη δυναμική για να συμβεί κάτι τέτοιο από μια φορμαλιστική οπτική. Αυτή είναι διαχρονικά η δυναμική της. 
Η πρόκληση, λοιπόν, είναι να κατανοήσει τις ριζοσπαστικές δυνατότητές της και να τις αξιοποιήσει σε επίκαιρα, επείγοντα ζητήματα.

«Νιώθω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα προσέγγιση των συλλογικοτήτων στο σημερινό καλλιτεχνικό τοπίο της Αθήνας – μεταξύ Ελλήνων αλλά και ξένων. Πολλοί ταλαντούχοι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να μοιραστούν τα μέσα τους. Η πρόκληση είναι να βρεθούν βιώσιμοι τρόποι αξιοποίησης της προθυμίας αυτής και να γίνουν με τρόπο που να ενδυναμώνουν την εμπειρία της συλλογικότητας των καλλιτεχνών και της κοινότητας.»

Η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται από ακραία πολιτική πόλωση. Ο ιδεολογικός εξτρεμισμός διεισδύει στην κοινωνία και ακολουθείται από ρητορικές φθηνού εντυπωσιασμού, που συχνά δεν βγάζουν νόημα. Το αποτέλεσμα είναι ένα λογοθετικό αδιέξοδο. Τα επιχειρήματα είναι τόσο ασυνάρτητα ώστε δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με λογική και ορθότητα, και το γεγονός ότι είναι απόλυτα εξαρτημένα από ιδεολογίες, έχει ως αποτέλεσμα η κριτική τους να θεωρείται επίθεση. Η performance μπορεί να παρεμβαίνει στην κατάσταση, ιδιοποιούμενη αυτούς τους λόγους που εισχωρούν στην πολιτική σφαίρα και να τους επαναπροσδιορίζει με όρους αισθητικής. Οι performers μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα όσα ακατανόητα, φαινομενικά απροσπέλαστα, λένε οι πολιτικοί ή άλλα δημόσια πρόσωπα. Μπορούν να αναλύσουν το περιεχόμενό τους με βάση ένα αποδεκτό σύστημα λογικής και να ορίσουν έτσι έναν συγκεκριμένο τόπο συνάντησης –έναν τόπο δια-μαρτυρίας και μαρτυρίας όπου performer και κοινό να περιβάλλονται από δρώσα δύναμη. Με άλλα λόγια, μπορούν να επαναπροσδιορίσουν τις παράλογες και δυσνόητες κουβέντες των σημερινών πολιτικών και να τις αντικαταστήσουν από ένα ρευστό σκηνικό, βασισμένο στην αμοιβαία συμμετοχή. Έτσι θα αναδειχθεί η ιδέα του να μοιράζεσαι χώρο σε μία συνομιλία, όπου κάτω από άλλες συνθήκες θα αποκλειόταν η ιδεολογική πολυμορφία. Με επαναπροσδιορισμό και υπερβολή, μπορούμε να προκαλέσουμε και να αποδυναμώσουμε.
Κατά τη γνώμη μου, αντιμετωπίζουμε σήμερα μια μεγάλη παραδειγματική (αν όχι γνωσιολογική) κρίση σχετικά με τους τρόπους που μιλάμε δημόσια. Η performance οφείλει να παρεμβαίνει, να παρουσιάζει σενάρια αποδόμησης που να εκθέτουν τι διακυβεύεται με τους τρόπους που ο δημόσιος λόγος μάς κάνει να σκεφτόμαστε.
Με άλλα λόγια, σάτιρα. Χρειαζόμαστε μια σατιρική performance. Χρειαζόμαστε αρκετές.

«Matter of Matters», Performance από τον Andrius Mulokas © Alexsandra Masmanidi
«Matter of Matters», Performance από τον Andrius Mulokas © Alexsandra Masmanidi

Κάνεις το διδακτορικό σου στο Αριστοτέλειο. Σε τι αφορά και πώς σχετίζεται με την παρουσία σου στο Sub Rosa;
Κάνω το διδακτορικό μου στο Τμήμα Πολιτικής Θεωρίας. Η διατριβή μου επικεντρώνεται στον σύγχρονο ακροδεξιό εθνικισμό ως ένα λογοθετικό και επιτελεστικό φαινόμενο. Εξετάζω, δηλαδή, τους τρόπους με τους οποίους οι τρέχουσες ρητορικές της εθνικής υπερηφάνειας, του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και άλλες παρόμοιες λειτουργούν ως πεδία συλλογικής ταυτότητας και προκαλούν, επίσης, δράση στη σφαίρα της πολιτικής. Η προσέγγιση είναι οπωσδήποτε θεωρητική, συνδυάζοντας την παλαιότερη εργασία μου στις Επιτελεστικές Σπουδές με τη μεθοδολογία της θεωρίας του λόγου – που συνδυάζει τις μεταμαρξιστικές θεωρίες της ηγεμονίας με τη μεταδομιστική σκέψη και την ψυχαναλυτική θεωρία. Στην Ελλάδα, σχετίζεται με πανεπιστημιακούς όπως οι Γιάννης Σταυρακάκης και Αλέξανδρος Κιουπκιολής. Αναλύω συγκεκριμένα case studies από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και την ηπειρωτική Ευρώπη και πιθανόν να καταλήξω με ένα κεφάλαιο για τους performers που σατιρίζουν τη σημερινή κατάσταση με τα έργα τους.
Κατά κάποιο τρόπο, η διατριβή μου προσπαθεί να κάνει αυτό που εγώ προτείνω στους σύγχρονους performance artists: να εξετάσει τις τρέχουσες τάσεις στον πολιτικό λόγο που αφορούν ένα αισθητικό και επιτελεστικό σύστημα. Αν και η έρευνά μου υπογραμμίζει αρκετά τη θέση μου για την performance, δεν κάνω επιμέλεια σε έργα που ταυτίζονται άμεσα με τη δική μου ερμηνεία για τη διεθνή πολιτική σκηνή. Επιμελούμαι έργα που βλέπω να στέκονται σε ένα ευρύτερο συνεχές πολιτικοποιημένης και αυστηρά σχολαστικής πρακτικής και κυρίως επιθυμώ να διευρύνουν τη δική μου αντίληψη, σχετικά με τις δυνατότητες της performance του σήμερα.
Μπορεί να έχει ενδιαφέρον αν επιμεληθώ, μελλοντικά, έργα που να συνδέονται άμεσα με τον τίτλο της διατριβής μου. Ίσως και να θελήσω, όμως, να το κάνω ως ανεξάρτητο event εκτός του Sub Rosa ή ως ένα μικρό φεστιβάλ στην ευρύτερη περίοδο των δραστηριοτήτων του.

«The Candy Piece», performance από τη Nina Alexopoulou, © Alexandra Masmanidi
«The Candy Piece», performance από τη Nina Alexopoulou, © Alexandra Masmanidi

Ποια είναι η εμπειρία σου έως σήμερα από τη λειτουργία του Sub Rosa; Έχεις κάποιο όραμα για την μελλοντική του εξέλιξη;
Η εμπειρία μου από το Sub Rosa είναι απολαυστική και συναρπαστική. Χαίρομαι ιδιαίτερα να προσφέρω μια πλατφόρμα σε καλλιτέχνες για να πειραματίζονται και πάντα με τιμούν όταν η δουλειά τους δείχνει τη δυναμική του χώρου που σε άλλη περίπτωση δεν θα είχα φανταστεί. Θυμάμαι, για παράδειγμα, την performance της Lucia Bricco. Στο έργο της, εγκατέστησε στο πάτωμα ένα ύφασμα με μοτίβο και αφιέρωσε τον περισσότερο χρόνο μπουσουλώντας από κάτω του, σαν να βρισκόταν σε μια σπηλιά. Το κοινό έμεινε καθηλωμένο να την κοιτά, παρόλο που το σώμα της ήταν καλυμμένο με το ύφασμα. Κατάφερε να δημιουργήσει μια κατάσταση, όπου μπόρεσε να έχει μια ιδιωτική εμπειρία ενώ ήταν εκτεθειμένη σε δημόσια θέα. Δεν θα σκεφτόμουν ποτέ ότι είναι δυνατόν να δημιουργήσω έναν χώρο ιδιωτικότητας, σε ένα μέρος όπως το Sub Rosa που αλλιώς μοιάζει γυμνό και εκτεθειμένο.
Από τεχνικής πλευράς, είναι μεγάλη πρόκληση. Διαχειρίζομαι αποκλειστικά εγώ τον χώρο και επομένως υπάρχει ένα μόνιμος κίνδυνος εξάντλησης. Αν και έχουμε αναπτυχθεί προγραμματισμένα, αυξάνεται το ενδιαφέρον για το χώρο μας. Είμαστε τυχεροί που μας υποστηρίζουν κάποιοι εξαιρετικοί ασκούμενοι και ελπίζω ότι με κάποιες αλλαγές στη διάταξη του χώρου, θα μπορέσουμε τελικά να έχουμε το κατάλληλο προσωπικό.
Από τη θέση του επιμελητή, θέλω πολύ να διευρύνω τη γκάμα με τους προσκεκλημένους καλλιτέχνες. Έως τώρα, έχω επιμεληθεί performers που γνωρίζω προσωπικά ή έχουν έρθει με συστάσεις από συνεργάτες. Θα ήθελα βασικά να διευρύνω το πεδίο, με ευαισθησία σε όποια έργα πιστεύω ότι θα κάνουν μια σημαντική και έγκαιρη παρέμβαση στην Αθήνα – ανεξάρτητα από το αν γνωρίζω ή όχι τον καλλιτέχνη προσωπικά. Επιθυμώ ιδιαίτερα να δουλέψω με όσους έχουν ως βάση τα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Αυτές οι περιοχές αντιμετωπίζουν παρόμοια ζητήματα με την Ελλάδα (ειδικότερα, την υποτέλεια στις ξένες πολιτικές και την ιδιωτικοποίηση των πόρων) και έχουν από κοινού σημαδευτεί ιστορικά με τις επιπτώσεις του ιμπεριαλισμού (δηλαδή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Θα ήθελα να δημιουργήσω ένα φόρουμ όπου καλλιτέχνες από Λίβανο, Κύπρο, Σερβία, Αίγυπτο, Τυνησία και αλλού να μπορούν να έρχονται στο Sub Rosa, να παρουσιάζουν τα έργα τους και να μπαίνουν σε ουσιαστικούς διαλόγους με τους εδώ συναδέλφους τους. Θα ήθελα, επίσης, να φτιάξω μια κινητή πλατφόρμα, με την οποία οι performer της Αθήνας να μπορούν να ταξιδεύουν σε εκείνες τις χώρες και να παρουσιάζουν τη δουλειά τους.

«Lavorando per l'uomo invisible, operetta in atto unico», performance από τον Matteo Rovesciato © Alexandra Masmanidi
«Lavorando per l'uomo invisible, operetta in atto unico», performance από τον Matteo Rovesciato © Alexandra Masmanidi

Πώς χρηματοδοτείται ο χώρος;
Η εργασία μου ως μεταφραστής, για την ώρα, συντηρεί το χώρο. Επιπλέον, με αποταμιεύσεις από όπου αντλώ χρήματα περιστασιακά, για να καλυφθούν σχετικές δαπάνες. Αυτό δεν είναι ένα βιώσιμο μοντέλο. Προς το παρόν, είμαι στη διαδικασία να συστήσω το Sub Rosa ως μη κερδοσκοπική οργάνωση. Παρόλο που αυτή η ενέργεια είναι αρκετά πολύπλοκη, θα μου επιτρέπει τουλάχιστον να υποβάλλω αιτήσεις επιχορηγήσεων, στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, και να αναζητώ μεμονωμένες δωρεές.

Αισθάνεσαι κομμάτι της τοπικής κοινωνίας; Πώς η κοινότητα επιδρά στην ταυτότητα και στο πρόγραμμα του χώρου;
Νιώθω ότι έχω ενσωματωθεί αρκετά. Η ζωή μου είναι εδώ σε μεγάλο βαθμό και το πρόγραμμα του χώρου ανταποκρίνεται ευρύτερα, όπως το βλέπω, στις ανάγκες και τις επιθυμίες της καλλιτεχνικής κοινότητας στην πόλη. Το κοινό μας εκτιμά το γεγονός ότι προσφέρουμε μια πλατφόρμα για την performance σε ένα χαλαρό, ζεστό περιβάλλον. Όπως μου έχουν πει, αλλά και αντιλαμβάνομαι, στην αθηναϊκή σκηνή γίνονται σοβαρές δουλειές και υπάρχουν οι ευκαιρίες για απευθείας συνεργασίες με καλλιτέχνες σε συλλογικό επίπεδο. Το Sub Rosa έχει σχεδιαστεί με αυτή τη δυνατότητα.
Όσον αφορά την αίσθηση της κοινότητας, νιώθω πιο κοντά με άλλους εργαζόμενους στα πολιτιστικά που αναλαμβάνουν ανεξάρτητες πρωτοβουλίες στην πόλη. Είναι επειδή συμβαδίζουν πολύ τα ενδιαφέροντα και οι προσπάθειές μας. Θέλουμε να φτιάξουμε πλατφόρμες που να αναδεικνύουν την ανεξάρτητη τέχνη στην Αθήνα και την ίδια την πόλη, ως διεθνή καλλιτεχνικό προορισμό. Νιώθω πολύ κοντά, για παράδειγμα, με το Und.Athens του Κυριάκου Σπύρου και το Platforms Project της Αρτέμιδος Ποταμιανού. Νιώθω, επίσης, κοντά με όσους συναδέλφους μου διαχειρίζονται ανεξάρτητους χώρους τέχνης στην Αθήνα.

«Θα ήθελα να δημιουργήσω ένα φόρουμ όπου καλλιτέχνες από Λίβανο, Κύπρο, Σερβία, Αίγυπτο, Τυνησία και αλλού να μπορούν να έρχονται στο Sub Rosa, να παρουσιάζουν τα έργα τους και να μπαίνουν σε ουσιαστικούς διαλόγους με τους εδώ συναδέλφους τους. Θα ήθελα, επίσης, να φτιάξω μια κινητή πλατφόρμα, με την οποία οι performer της Αθήνας να μπορούν να ταξιδεύουν σε εκείνες τις χώρες και να παρουσιάζουν τη δουλειά τους.»

Ποια είναι η γνώμη σου για την εγχώρια τέχνη;
Η τέχνη στην Αθήνα είναι πολύπλοκη. Παρόλο που έχω ζήσει για λίγο εδώ, έχω δει σίγουρα πολλές αλλαγές στα πολιτιστικά. Ως ξένος που λειτουργεί έναν ανεξάρτητο καλλιτεχνικό χώρο στην Αθήνα, ο κόσμος με ρωτά συχνά αν ήρθα εδώ λόγω της documenta. Τους απαντώ, στην προκειμένη περίπτωση, ότι όχι. Η documenta εντελώς συμπτωματικά ήταν στα πρώτα στάδια όταν εγκαταστάθηκα εδώ, και ο λόγος που ήρθα ήταν μια δυναμική, πρώτη συνάντηση με εκείνο το Συνέδριο Χορού το 2015. Σε κάθε περίπτωση, είδα τον αντίκτυπο που είχε. Μετά τη διεξαγωγή της, υπήρξε μια δραματική αύξηση των residencies ξένων καλλιτεχνών και άλλαξε, έτσι, σημαντικά η δημογραφία αυτής της κοινότητας. Ορισμένοι από αυτούς κάνουν full-time residence, ενώ άλλοι δουλεύουν παράλληλα και στο εξωτερικό. Σε συζητήσεις που είχα με τους Έλληνες, κάποιοι είναι ενθουσιασμένοι για τον κοσμοπολίτικο αέρα που έφερε αυτή η αλλαγή. Κάποιοι άλλοι, έχουν χαρακτηρίσει το φαινόμενο ως οπορτουνιστικό που εκμεταλλεύεται το χαμηλό κόστος διαβίωσης χωρίς να επενδύει ιδιαίτερα σε έργα υποδομής.
Πάντως, η μαζική μετακίνηση καλλιτεχνών σε μία πόλη έχει τον κίνδυνο του υπερκορεσμού. Διαπιστώνω όμως ότι μεταξύ των ξένων καλλιτεχνών που είναι πραγματικά αφοσιωμένοι στην Αθήνα, υπάρχει μια ισχυρή τάση για αυτοοργάνωση και δημιουργία ευκαιριών για τους ίδιους και τους κοντινούς τους συναδέλφους. Κατά κάποιο τρόπο, αυτό συμβαίνει σε ένα πνεύμα ανεξάρτητων πρωτοβουλιών που, όπως μου έχουν πει, είναι χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας. Ο κίνδυνος τέτοιων ενεργειών, σε πρακτικό επίπεδο, είναι η εξάντληση – τουλάχιστον, όταν σχεδιάζονται μακρόπνοα. Σε πολιτικό επίπεδο, είναι η ακούσια προώθηση του ατομικισμού: η επιθυμία και η αποφασιστικότητα του ατόμου σε βάρος της συλλογικής ταυτότητας και δράσης. Και όμως, νιώθω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα προσέγγιση των συλλογικοτήτων στο σημερινό καλλιτεχνικό τοπίο της Αθήνας – μεταξύ Ελλήνων αλλά και ξένων. Πολλοί ταλαντούχοι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να μοιραστούν τα μέσα τους. Η πρόκληση είναι να βρεθούν βιώσιμοι τρόποι αξιοποίησης της προθυμίας αυτής και να γίνουν με τρόπο που να ενδυναμώνουν την εμπειρία της συλλογικότητας των καλλιτεχνών και της κοινότητας. Αυτή τη στιγμή είμαστε σε μια νέα φάση, χαρακτηριστική της επιθυμίας καλλιτεχνών και εργαζόμενων στα πολιτιστικά της πόλης να μοιράζονται αυτά που έχουν –υλικά, πνευματικά ή όπως αλλιώς–, να βοηθούν στη διατήρηση μιας σταθερής καλλιτεχνικής σκηνής. Είναι συναρπαστικό να τη βλέπεις και συγκινητικό να είσαι μέρος της.

«Le Tre Capre», performance από τη Lucia Bricco, © Bryony Dunne
«Le Tre Capre», performance από τη Lucia Bricco, © Bryony Dunne

Μίλησέ μας για τα επόμενα event.
Περιλαμβάνουν performances από τους Karin Verbruggen (19/4), Federica Peyrolo (3/5), Myriam Laplante (25/5), Ελένη Τσαμαδιά (7/6) και Alex Romania (29/6). Η Verbruggen θα παρουσιάσει performance και installation, πάνω στην προβληματική για την παρακαταθήκη του ανθρωπισμού ως εργαλείο συζήτησης για την οικολογική κρίση. Τα έργα των υπόλοιπων καλλιτεχνών ετοιμάζονται και θα έχουμε σύντομα περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα μας και τα social media.

Ποια ήταν η πιο ενδιαφέρουσα δουλειά που είδες πρόσφατα;
Έμεινα άναυδος από την εμφάνιση του Georges Jacotey στο Glam Slam του 2018, μια βραδιά performance-cabaret που διοργάνωσαν οι Φιλ Ιερόπουλος και Φοίβος Δούσος. Το έργο του ήταν κατηγορηματικά απλό και όμως άριστα εκτελεσμένο. Με έντονο, στα όρια του γκροτέσκο makeup και με το σώμα του σχεδόν γυμνό, έκανε χούλα χουπ και τραγουδούσε –με εξαιρετική φωνή– το When the world was at war we kept dancing της Lana Del Rey. Όπως και στα περισσότερα κομμάτια της, το τραγούδι δίνει μια αλλόκοτη και γκλάμορους εκδοχή της αμερικανικής ποπ κουλτούρας του ’50 και του ’60. Ο Jacotey το απέδωσε, όμως, συνδυαστικά με τα υπόλοιπα στοιχεία της performance του με τρόπο που να προσφέρει μια μυθική εικόνα της Αμερικής, με την οποία ο καθένας να μπορεί να σχετίζεται. Παρουσιάζοντας  το σώμα του με αποστροφή, έδειξε τη λαχτάρα ενός τέρατος να ταυτιστεί με την Αμερική.  Ήταν σαν να έλεγε, «Σε βλέπω στα όνειρα μου Αμερική, κι ας μην το περίμενες. Και φταις εσύ που σε ονειρεύομαι, γιατί  εσύ και η κουλτούρα σου είστε παντού». Ήταν μια ξεκάθαρη δήλωση και πολύ επιδέξια ερμηνεία.

«Uprising», performance από την Jazmin Taco © Bryonny Dunne
«Uprising», performance από την Jazmin Taco © Bryonny Dunne

Ποια είναι τα αγαπημένα σου μέρη στην Αθήνα, καλλιτεχνικά αλλά και γενικότερα;
Θαυμάζω τη δουλειά της Ηλιάνας Φωκιανάκη στο State of Concept, όπου στο πρόγραμμά της η τέχνη στέκεται ως μέσο συζήτησης θεμάτων πολιτικής σημασίας και προασπίζει περιθωριοποιημένες φωνές του ευρύτερου καλλιτεχνικού κόσμου. Εκτιμώ το A-DASH και τους ιδρυτές του Eva Isleifs, Ζωή Χατζηγιαννάκη και Catriona Gallagher για τα ολοκληρωμένα residencies  που προσφέρουν – προσκαλώντας καλλιτέχνες να παράγουν πρωτότυπα έργα που να παρεμβαίνουν στον χώρο του. Θαυμάζω τον Φιλ Ιερόπουλο με τις διάφορες πρωτοβουλίες του που ενθαρρύνουν  νέους καλλιτέχνες, στο πλαίσιο του λόγου και της πρακτικής της queer τέχνης. Θαυμάζω την Cheapart και τους δημιουργούς της Γιώργο Γεωργακόπουλο και Δημήτρη Γεωργακόπουλο, για τον μεγάλο ενθουσιασμό τους να γνωρίζουν και να εμψυχώνουν νέα ταλέντα.
Από περιοχές στην Αθήνα, η καρδιά μου ανήκει στα Αναφιώτικα. Όποτε κάνω βόλτα στην πόλη, καταλήγω εκεί πριν να το καταλάβω – σαν να με τραβάει μια ισχυρή και σαγηνευτική δύναμη. Θα βγω από το σπίτι και χωρίς να σκεφτώ πού πηγαίνω, θα βρεθώ εκεί. Γυρίζοντας στα σοκάκια τους, νιώθω να συνδέομαι με μια αντίληψη της αστικής πραγματικότητας, πολύ διαφορετική από την καθημερινή μας ρουτίνα. Βλέποντας την υπέροχη θέα των βουνών γύρω απ’ την πόλη θυμάμαι τη γενέτειρά μου την Καλιφόρνια, με τα παρόμοια τοπία της. Στα Αναφιώτικα νιώθω ότι είμαι κάπου τόσο διαφορετικά, αλλά και τόσο οικεία.

Μετάφραση: Διονύσης Μοσχονάς