Λωραίνη Αλιμαντiρη

«Οι ξένοι μάς ζηλεύουν που έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε λάθη»

Από -

Είναι η γκαλερίστρια που συνδέθηκε περισσότερο από κάθε άλλον με την υποστήριξη της νέας ελληνικής σκηνής έχοντας πλέον στην πλάτη της σημαντικό έργο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Με αφορμή τη μετακόμισή της στον νέο της χώρο στο κτίριο της οδού Κυκλάδων 8 στην Κυψέλη, που εγκαινιάζεται αυτήν την εβδομάδα, μιλήσαμε για (μερικά από) τα όσα έμαθε τα τελευταία επτά χρόνια.

"Ξεκίνησα το 2002 χωρίς να ξέρω ακριβώς τι κάνω. Κανείς μας δεν ήξερε. Απλώς θέλαμε να κάνουμε πολλά πράγματα. Και, φυσικά, κάναμε υπερβολές και πολλά λάθη, κάποια από τα οποία ήταν αρκετά σοβαρά. Από το 2005 και μετά η γκαλερί άρχισε να παίρνει τη σημερινή της μορφή. Είναι πολλές οι αλλαγές που έχουν γίνει τα τελευταία 6-7 χρόνια. Μια ομάδα νέων ανθρώπων πήρε αρκετά πράγματα στα χέρια της, με βασικό κίνητρο την άμεση εκτόνωση της δημιουργικότητάς της. Ένα καλό παράδειγμα είναι η Μπιενάλε της Αθήνας, που με μοναδική δύναμη την προσωπική θέληση και την ενέργεια μιας ομάδας ανθρώπων έφερε πολλές αλλαγές και δημιούργησε πολλαπλά κίνητρα για όλους μας. Άρχισε κόσμος να έρχεται στην Αθήνα! Είναι η πιο σημαντική αλλαγή νομίζω. Κι έδωσε τη δυνατότητα στους Έλληνες καλλιτέχνες να συν-εκθέσουν με καλλιτέχνες που θαυμάζουν. Είναι ελάχιστες οι φορές, εξάλλου, που έχουν τη δυνατότητα να πάρουν μέρος σε μεγάλες εκθέσεις σε μικρή ηλικία.
Δημιουργήθηκε, επίσης, ένα καινούργιο κοινό. Οι εκδόσεις FUTURA έχουν δώσει την τελευταία δεκαετία πολλά κίνητρα σε νέους ανθρώπους μέσα από τις πολλαπλές δραστηριότητές τους. Πανεπιστήμια της περιφέρειας έχουν, επιτέλους, δημιουργήσει για μας ένα νέο, πολύ σοβαρό κοινό. Άλλη μία σημαντική αλλαγή είναι ότι φαίνεται να έχει σταματήσει αυτή η εμμονή με την ηλικία των καλλιτεχνών. Αυτό, βέβαια, δεν ήταν αποκλειστικά δικό μας θέμα. Ήταν έτσι παντού. Ελληνικές γκαλερί έχουν κάνει τεράστια επένδυση στην προώθηση των καλλιτεχνών τους στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό μέσα από εκδόσεις, δημιουργώντας καινούργιους χώρους και βελτιώνοντας τις συνθήκες. Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, αντιλαμβανόμενοι τις συνθήκες, έχουν επίσης κάνει μια τεράστια προσωπική επένδυση. Ακόμη και οι τελειόφοιτοι των σχολών Καλών Τεχνών έχουν μάθει πώς να προωθούν τον εαυτό τους. Έλληνες επιμελητές στήριξαν και στηρίζουν τις επιλογές τους, δημιουργώντας έτσι κίνητρα, χωρίς να έχουν μεγάλους και ισχυρούς οργανισμούς από πίσω τους.

Αυτό που έμαθα σε προσωπικό επίπεδο είναι ότι είναι πολύ σημαντικό να έχει κάποιος καλούς συνομιλητές. Κι αυτοί οι συνομιλητές μπορεί βρίσκονται σε διάφορα μέρη. Δουλεύοντας σε διάφορες χώρες τα τελευταία χρόνια, δεν μπορώ πια να δω αυτό που δημιουργούν οι Έλληνες καλλιτέχνες αποκομμένο από αυτό που δημιουργούν οι καλλιτέχνες οποιασδήποτε εθνικότητας. Τέλος, έμαθα πως τίποτα δεν έρχεται μόνο του. Ό,τι θέλει κανείς πρέπει να το προκαλέσει.
Υπάρχουν νέοι Έλληνες συλλέκτες. Οι περισσότεροι, ωστόσο, δεν ζουν στην Ελλάδα. Εργάζονται στο εξωτερικό, είναι καλά αμειβόμενοι και μπορούν να επενδύσουν στην τέχνη.
Αυτό που πραγματικά ζηλεύω από άλλες τοπικές σκηνές είναι αυτό που τις αποτελεί. Δεν απαρτίζονται μόνο από εικαστικούς. Υπάρχει ένα δίκτυο δημιουργών που συνδιαλέγεται και αλληλοεπηρεάζεται. Και όχι σε επιφανειακό επίπεδο. Αυτή η σχέση δημιουργεί πολλαπλά ερεθίσματα. Αυτό μου λείπει εδώ. Δεν είμαστε ανοιχτοί, σνομπάρουμε και μας σνομπάρουν. Πολλές φορές δεν μπορούμε να βρούμε σχέσεις ανάμεσα σ’ αυτό που κάνουμε σε μια γκαλερί και σ’ αυτό που συμβαίνει, για παράδειγμα, σ’ ένα θέατρο. Τρομάζουμε όταν ένας καλλιτέχνης αναλαμβάνει και άλλους ρόλους. Το άλλο που πραγματικά ζηλεύω είναι οι δομές που υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια σε κάποιες χώρες. Και τα δεδομένα που αυτές οι δομές έχουν δημιουργήσει. Υπάρχουν πολλές χώρες που βοηθούν τους νέους ανθρώπους στο ξεκίνημα. Ακούγεται πολύ απλό και δεδομένο. Εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ό,τι κι αν κάνεις. Είμαστε μια μικρή χώρα, όμως δεν κάνουμε ούτε ένα μικρό πράγμα. Δεν αναγνωρίζουμε πως η σύγχρονη τέχνη αποτελεί μέρος του πολιτισμού μας. Γιατί αν το αναγνωρίζαμε, θα κάναμε έστω κι ένα πράγμα που να την προωθεί. Αν εγώ –μια ελληνική γκαλερί– αποφασίσω να δείξω σε μια εμπορική έκθεση στο εξωτερικό –σε οποιαδήποτε χώρα– καλλιτέχνες οποιασδήποτε εθνικότητας που ανήκουν στην ολλανδική σκηνή, μπορώ να κάνω αίτηση σε ολλανδικό οργανισμό και να μου πληρώσουν τα έξοδα. Γιατί θεωρούν ότι προωθώ τη σύγχρονη εικαστική παραγωγή της Ολλανδίας. Πείτε μου πόσο απέχουμε απ’ αυτό…
Υπάρχει κάτι, όμως, που είμαι σίγουροι πως ζηλεύουν πολλοί ξένοι σε μας. Εδώ ακόμη επιτρέπονται τα λάθη. Σε αντίθεση με πόλεις όπως το Λονδίνο, για παράδειγμα. Θεωρώ πως δεν μπορείς να εξελιχτείς αν δεν πειραματιστείς. Και ο πειραματισμός εμπεριέχει ένα ρίσκο. Νομίζω πως στην Αθήνα έχουμε αυτήν την πολυτέλεια, διότι τίποτα δεν είναι τόσο καθιερωμένο και τίποτα δεν λειτουργεί απολύτως καλά.