Συνέντευξη

Κωστής Σταφυλάκης: η εθνική ταυτότητα ως εικαστικό project

«η απλή αντικατάσταση των μεγάλων εθνικών αφηγήσεων με έναν δήθεν αντικαπιταλιστικό πολυκοινοτισμό είναι απλά μια αντιδραστική παγίδα»

Από -

Από τους πιο ενδιαφέροντες νέους Έλληνες θεωρητικούς της τέχνης, ο συνεπιμελητής της έκθεσης “The Other designs. Historical authenticity as artistic project” (Beton 7, από 30/10) μας μιλά για το πώς διερευνά την έννοια της ιστορικής αυθεντικότητας εστιάζοντας στην εθνική ταυτότητα ως ένα είδος «καλλιτεχνικής» εγκατάστασης, τον δήθεν αντικαπιταλιστικό πολυκοινοτισμό της εποχής και τη σχέση της Documenta με τη λοιδορημένη δραστηριότητα της «εικαστικής σκηνής της Αθήνας».
Στην έκθεση παρουσιάζεται και το πολύ ενδιαφέρον project «Σχέδιο Φύτευσης» της Νατάσας Μπιζά που ξεχωρίσαμε στις παρουσιάσεις των μεταπτυχιακών της ΑΣΚΤ το καλοκαίρι.

banner

Ποια είναι η κεντρική ιδέα πίσω από την έκθεση και την έκδοση “The Other designs”;
Νομίζω ότι η κεντρική ιδέα εμπεριέχεται στον διφορούμενο τίτλο της έκθεσης. Περιγράφει την διαδικασία κατασκευής μιας ταυτότητας (πολιτισμικής, εθνικής κ.λπ.), μιας αίσθησης ιστορικότητας, μέσα από το βλέμμα του Άλλου ή, απλά, τα σχέδια του Άλλου, τα άλλα σχέδια. Ίσως το μυαλό μας πάει αυθόρμητα στο προφανές: την διαμόρφωση της νεότερης ελληνικής εθνικής ταυτότητας μέσα από το θεσμικό και αισθητικό πρίσμα της Βαυαρικής δυναστείας, του δυτικού νεοκλασικισμού και ρομαντισμού. Από αυτή τη σκοπιά, τα σχέδια, λόγου χάριν, του Schinkel για την μετατροπή της Ακρόπολης σε βασιλικό παλάτι θα μπορούσαν να είναι παραδειγματικά αυτών των «άλλων σχεδίων» - εκείνων που πραγματοποιήθηκαν και εκείνων που δεν υλοποιήθηκαν. Όλα αυτά έχουν αποτελέσει το αντικείμενο μιας κριτικής αρχαιολογίας αρκετές δεκαετίες τώρα.

Ωστόσο, μας ενδιαφέρει να δούμε πώς η ουτοπία της ταυτότητας, της ιστορίας, χτίζεται περίπου σαν ένα καλλιτεχνικό/αισθητικό πρότζεκτ, μια καλλιτεχνική εγκατάσταση θα λέγαμε, ένα κατά βάθος εύθραυστο assemblage – κάτι δηλαδή που ίσως κουβαλάει μέχρι και σήμερα την ρομαντική αισθητική του θραύσματος. Ίσως έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι η αρχική ιδέα προήλθε από τον γερμανό συνάδελφο Heiko Schmid και υλοποιείται με τη στήριξη των Dossier Internationales του Πανεπιστημίου τεχνών της Ζυρίχης. Η έκθεση παραδίνεται στην σκοπιά του «Άλλου», επαναλαμβάνει πειραματικά αυτή τη χειρονομία αποικιοποίησης. Είδαμε σταδιακά ότι αυτή η πολύ κλασσική διερώτηση για την κατασκευή της εθνικής ταυτότητας θα έπρεπε να διευρυνθεί και να συμπεριλάβει την ίδια την έννοια της ιστορικής αυθεντικότητας, την λανθάνουσα δηλαδή αίσθηση εγκυρότητας μιας ιστορικής αφήγησης και τις αξιώσεις που εγείρει για το μέλλον εντός ενός συλλογικού φαντασιακού.

Μίλησέ μας για τα έργα που θα παρουσιαστούν. Με ποιόν τρόπο καταπιάνονται με το θέμα της ιστορικής αυθεντικότητας;
Η έκθεση παρουσιάζει ένα μικρό αριθμό εικαστικών παρεμβάσεων που μάλλον εστιάζουν στην αυθαίρετη χειρονομία της κατασκευής μιας ταυτότητας, στον βολονταρισμό του λόγου της ιστορικής συνέχειας, της ιστορικής συνεπαγωγής, αλλά και στην αποτυχία της κατασκευής. Κάποια έργα, όπως αυτό της Νατάσας Μπιζά, αξιοποιούν μια ερευνητική στρατηγική για να προβληματοποιήσουν την κατασκευή του αστικού τοπίου μέσα από την κυρίαρχη φαντασίωση και μεταφορά της αισθητικής και φυσικής συνέχειας. Το έργο της Μπιζά ξεκινάει από τη στιγμή που ανακαλύπτει ότι ανάμεσα στις «αποκλειστικά» αρχαιοελληνικές και ενδογενείς ποικιλίες φυτών που κοσμούν τον κήπο της αρχαίας αγοράς υπάρχουν ποικιλίες που έφτασαν από την Κίνα ή την Ιαπωνία.

Ο Βασίλης Βλασταράς παρουσιάζει το σίκουελ μιας παλιότερης αφήγησής του με πρωταγωνιστή τον ηρωικό Στρατηγό Δεκαβάλα. Ο ανιψιός του στρατηγού, Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Ανάπτυξης, κατασκευάζει ένα σχέδιο ανάπλασης του αθηναϊκού κέντρου, σαν αυτά που συχνά ανακοινώνονται και σήμερα. Το επίμετρο του σχεδίου δεν περιέχει παρά σπαράγματα από τον παραληρηματικό εθνορομαντισμό του Περικλή Γιαννόπουλου και συμπυκνωμένες χαρτογραφίες. Ανάμεσα στις συμβολές έχουμε πρότζεκτ του Roland Regner και της Romy Rüegger. Ο Regner συνθέτει γραφιστικά την έκδοση που συνοδεύει την έκθεση. Η έκδοση αυτή θα εκτίθεται εντός του φιλόξενου χώρου του Beton7 καθώς αποτελεί το «διακείμενο» της έκθεσης με συμβολές κι άλλων καλλιτεχνών, όπως ο Ζάφος Ξαγοράρης, αλλά και ερευνητών/πανεπιστημιακών όπως, ενδεικτικά, η Ελπίδα Ρίκου και η Ελεάνα Γιαλούρη.

banner

Ειδικά για την Ελλάδα με ποιόν τρόπο θεωρείς ότι έχει χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιείται η αρχαιότητα ως προς το σχηματισμό της εθνικής ταυτότητας; Υπάρχουν συγγένειες με άλλες χώρες που «βαρύνονται» εξίσου από την ιστορία; Τι αλλάζει στην εποχή της κρίσης, αλλά και της Αμφίπολης;
Ο συνεπιμελητής Heiko Schmid παραπέμπει στη διατύπωση «Όλες οι χώρες βαρύνονται με την ιστορία τους, αλλά το παρελθόν είναι εξαιρετικά βαρύ για την Ελλάδα», η οποία ανοίγει το βιβλίο «Μια σύντομη ιστορία της Ελλάδος», του ιστορικού Richard Clogg. Εδώ, με επίκεντρο την Ελλάδα, έχουμε τη γενόσημη ιδέα του «βάρους της ιστορίας», τη πηγή κάθε νοσταλγικής φαντασίωσης παλιγγενεσίας μιας χαμένης ενότητας, ενός ενδόξου παρελθόντος. Δεν θα ήθελα να σταθώ παραπάνω στη περίπτωση της Ελλάδας, ούτε της Αμφίπολης καθώς βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα μιας εξόχως πολιτικο-ιδεολογικής αντιπαράθεσης με πιθανές προθέσεις που δεν μπορώ να πραγματευθώ τώρα.

Ωστόσο θα ήθελα να επισημάνω κάτι που θεωρώ προβληματικό. Αναπτύσσεται όλο και πιο έντονα ένας παλιγγενεσιακός ριζοσπαστισμός ο οποίος μπορεί να εμφανιστεί με ποικίλα ιδεολογικά πρόσημα είτε, ακόμα, σαν ένας αυθόρμητος αγώνας για γη, ελευθερία κ.λπ. Η μεταμοντέρνα αμφισβήτηση των μεγάλων αφηγήσεων έδωσε σταδιακά τη θέση της σε μια νέα λατρεία της εθνότητας, του μικρο-εντοπιακού, της, οργανωμένης σε μικρή παραγωγική κλίμακα, κοινότητας έναντι της δήθεν αστικής αλλοτρίωσης – ένας αντιδραστικός ρετζιοναλισμός επιστρέφει στην Ευρώπη με διάφορους ιδεολογικούς μανδύες. Υπάρχει μια μακρόβια δεξιά αφήγηση η οποία διεκδικεί την εθνοτική ανεξαρτησία ενάντια στην ιουδαιοχριστιανική «πολιτισμική ηγεμονία» αιώνων και υπάρχει και ένας νεόκοπος αριστερός εθνοτικο-απελευθερωτισμός, ο οποίος χρησιμοποιεί την δήθεν ουδέτερη διάλεκτο της ανάκτησης της «αποκλεισμένης» γης και των «κοινών» από τα νύχια του κεφαλαίου, ενώ συχνά πυκνά καταλήγει στη de facto εξύμνηση του τοπικού, του εναλλακτικού, του «εξαιρετικού», του προ-νεωτερικού. Στην Ελλάδα, διάφοροι ιδεολόγοι του κοινοτισμού, από τον Ι. Δραγούμη και τον Κ. Καραβίδα μέχρι τον Γ. Κοντογεώργη και το Κ. Βεργόπουλο, υπογράμμιζαν ανέκαθεν το «παράδειγμα» των κοινοτήτων της τουρκοκρατίας ως ξεχωριστή πολιτισμική εμπειρία της κοινωνικής οργάνωσης.

Mutatis mutandis, διάφοροι θεωρητικοί της αυτονομίας αναζητούν, σήμερα, παραδείγματα «κοινοτήτων/κοινών» από το προνεωτερικό παρελθόν για να κατασκευάσουν τα μοντέλα μιας εναλλακτικής «αυθεντικότερης» νεωτερικότητας: πολλά ξεπλένονται σήμερα μέσα από τις διάφορες, δήθεν ελευθεριακές, θεωρίες της αυτονομίας. Ας περιοριστούμε στη διαπίστωση ότι η απλή αντικατάσταση των «μεγάλων εθνικών αφηγήσεων» με έναν δήθεν αντικαπιταλιστικό πολυκοινοτισμό είναι απλά μια αντιδραστική παγίδα. Προσπαθώ τα τελευταία χρόνια να γράψω κριτικά για τους τρόπους που η σύγχρονη τέχνη εμπλέκει τον εαυτό της σε αυτά τα οράματα. Ο αναγνώστης της έκδοσης θα έρθει σε επαφή με κάποιες τέτοιες προσεγγίσεις.

Περιμένοντας τη Documenta. Πώς βλέπεις την εικαστική σκηνή της Αθήνας. σε σχέση και με την πρόκληση της φιλοξενίας της επόμενης Documenta;
Βλέπω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη κεντρική ιδέα του καλλιτεχνικού διευθυντή της Documenta. Ωστόσο ο τίτλος «Μαθαίνοντας από την Αθήνα» γεννά ερωτήματα: πρόκειται για μια ακόμα ουμανιστική, προβολική εξιδανίκευση της Ελλάδας της κρίσης ως τοπίο κάποιας δήθεν αυθεντικής/πηγαίας δημιουργικότητας ή πρόκειται για μια υπονομευτική υπερταύτιση με τον διαχρονικό εξωτισμό του δυτικοκεντρικού βλέμματος;
Ένας δηλαδή (αυτό)υπονομευτικός οριενταλισμός. Ή μήπως είναι, απλά, μια απορητική διατύπωση που θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε ποιες ειδικές μορφές θα λάβει; Δεν υποστηρίζω ούτε μια πρόωρη και πληκτική θεσμική κριτική που βλέπει πάντα εξουσιαστικές χειρονομίες πίσω από κάθε κίνηση ούτε κάποια «εθνική ανάταση» – ωστόσο αισθάνομαι ότι πρόκειται για πολύ καλά νέα καθώς μια τέτοια προοπτική μπορεί να αποτελέσει αφορμή για περισσότερη κριτική συζήτηση, για εκλέπτυνση των καλλιτεχνικών πρακτικών και των θεωρητικών λόγων.
Τα χαρούμενα αυτά νέα δεν είναι καθόλου άσχετα με την αρκετά λοιδορημένη δραστηριότητα που ανέπτυξε η λεγόμενη «εικαστική σκηνή της Αθήνας» τα τελευταία χρόνια. Η θετική αυτή εξέλιξη έχει σίγουρα τη δική της σημασία.

Ο Κωστής Σταφυλάκης είναι θεωρητικός τέχνης και εικαστικός. Διδάσκει «Τέχνη βασισμένη στην έρευνα» στην ΜΟΚΕ της ΑΣΚΤ.