Ρεπορτάζ

Καπνεργοστάσιο: Περάσαμε την «Πύλη» του μεγάλου τοπόσημου που αποκαλύπτεται στην Αθήνα

Από -

Θυμάμαι, με μια δόση ρομαντισμού, να ανακαλύπτω στα φοιτητικά μου χρόνια την έξαψη της έρευνας σ’ αυτό το κτίριο, όταν εξαιτίας μιας εργασίας βρέθηκα στον επάνω όροφο, εκεί που φυλάσσεται το αρχείο της Βουλής, να σκαλίζω εφημερίδες παλαιότερων χρόνων επί μέρες. Ακόμη δεν είχαν ψηφιοποιηθεί, οπότε έπαιρνες τα μικροφίλμ και τα τοποθετούσες ευλαβικά στα μηχανήματα για να δεις καρέ-καρέ τα φύλλα, ενώ σε κάθε αλλαγή διαφάνειας το μηχάνημα έβγαζε έναν ξερό ήχο που φούντωνε τη φαντασίωση ότι εξιχνιάζεις κάποια θαμμένη υπόθεση – σαν επιθεωρητής σε ταινία.

banner

Για μια περίοδο, οι επισκέψεις μου είχαν συνέπεια εργάτη: Μπαίνοντας το πρωί, άφηνα –βάσει κανονισμού– την ταυτότητά μου στο φυλάκιο και επέστρεφα μετά τη λήξη της «βάρδιας», αργότερα το μεσημέρι, να την παραλάβω αποχωρώντας, έτσι που το πρωτόκολλο έγινε συνήθεια, όπως στους καπνεργάτες που δούλευαν εδώ είχε γίνει συνήθεια ο έλεγχος και η κάρτα που χτυπούσαν.

Ήμουν από τους τυχερούς που είχαν την απάντηση στο μυστήριο της επιβλητικής πρόσοψης επί της Λένορμαν 218 (άραγε, τι να κρύβεται από πίσω;), εντούτοις η εικόνα που είχα για την ταυτότητα του κτιρίου παρέμενε σχηματική: Το Πρώην Δημόσιο Καπνεργοστάσιο κατασκευάστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα –συγκεκριμένα οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1930–, προκειμένου να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες στο πλέον εξαγώγιμο και προσοδοφόρο προϊόν της εποχής. Ο προκάτοχός του, το Δημόσιο Καπνεργοστάσιο στη συμβολή Αριστοτέλους και Στουρνάρη, δεν επαρκούσε από καιρό, παρά τις επεκτάσεις, ενώ μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του ’28 –η οποία αποδόθηκε σε εμπρησμό–, το υπό κατασκευή κτίριο συγκέντρωσε κάθε ελπίδα για ανάπτυξη.

banner

Όντως, επρόκειτο για ένα γιγαντιαίο για την εποχή εγχείρημα. Χρειάστηκαν 7.000 κυβικά μέτρα χαλίκι και 2.000 τόνοι τσιμέντου για να προσγειωθεί ένα τετράγωνο υπερωκεάνιο στην αδόμητη τότε περιοχή πάνω απ’ τον Κηφισό (η πόλη μεγάλωνε και τα εργοστάσια έψαχναν φτηνή γη, αφήνοντας σταδιακά την Πειραιώς), με τρία επίπεδα και συνολικό εμβαδόν περί τα 19.000 τ.μ. Στο ισόγειο ξεκινάει η επεξεργασία και η συσκευασία του καπνού, στον επάνω όροφο λεπτά χέρια γυναικών τυλίγουν πούρα και τσιγάρα, στο υπόγειο βρίσκονται οι αποθήκες, ενώ εντός του κτιρίου στεγάζεται τελωνείο για να φορολογείται άμεσα το προϊόν, εκμηδενίζοντας την πιθανότητα λαθρεμπορίου.

Οικοδομείται, δηλαδή, ένα πρότυπο βιομηχανικής εγκατάστασης με ευρωπαϊκές αναφορές, όπου φτάνουν ακατέργαστα φύλλα καπνού για να φύγουν πακέτα έτοιμα προς πώληση.

Το εντυπωσιακό, μάλιστα, όπως πληροφορούμαι χρόνια μετά, επιστρέφοντας για να περπατήσω στην έκθεση σύγχρονης τέχνης που έμελλε να το αναγεννήσει, είναι ότι αυτό που βλέπουμε ως ενιαίο οικοδόμημα αποτελείται δομικά από οκτώ ανεξάρτητα κτίσματα με ενδιάμεσους αρμούς για την εκτόνωση των κραδασμών.

Την ίδια στιγμή, οι τέσσερις πτέρυγες διατρέχουν περιμετρικά το οικοδομικό τετράγωνο κι αφήνουν χώρο στη μέση για ένα αίθριο με υαλοσκεπή, που όμοιό του δεν βρίσκεις στην Αθήνα: Το τολμηρό άνοιγμα 1.100 τ.μ. διαχέει το φως στην καρδιά του αρχιτεκτονικού όγκου, ενώ στην κατασκευή του κρύβει μια εξαιρετικής σύλληψης τεχνολογία με εφέδρανα, τα οποία κρατούν τη σκεπή σταθερή και ταυτόχρονα επιτρέπουν την κίνησή της σε κάθετο και οριζόντιο άξονα, ώστε να μην είναι ευάλωτη σε μεγάλες φορτίσεις, όπως σεισμοί, άνεμοι και χιονοπτώσεις.

«Εδώ πιθανότατα στοιβάζονταν ντάνες τα πακέτα και τα σακούλια καπνών, όταν έφτανε η ώρα να εκτελωνιστούν και να φύγουν απ’ το εργοστάσιο, ενώ η διάταξη επέτρεπε την εποπτεία όλης της παραγωγής από τη διοίκηση», μου λέει η αρχιτεκτόνισσα μηχανικός Πέγκυ Δάρα εκ μέρους της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών της Βουλής των Ελλήνων, «ωστόσο μένει ακόμη έρευνα για να το εξακριβώσουμε».

Η ίδια ξεκίνησε να πηγαίνει στο κτίριο λίγο αφότου περιήλθε (εξ ολοκλήρου) στη δικαιοδοσία της Βουλής το 2000, συλλέγοντας και φωτογραφίζοντας κάθε τεκμήριο που έβρισκε ξεχασμένο στο χρόνο, από πακέτα, θήκες και ταινίες φορολόγησης μέχρι σύνεργα παραγωγής, μαλτεζόπλακες που είχαν χαραχτεί απ’ τους εργάτες αλλά και σφαίρες απ’ το βομβαρδισμό των Βρετανών. Ατελείωτος είναι πλέον ο κατάλογος, όπως και οι ιστορίες που μαρτυρά το σώμα του κτιρίου.

Με 59 εικαστικές φωνές από 27 χώρες και 15 νέες αναθέσεις για τις αίθουσες του Καπνεργοστασίου, το εκθεσιακό αφήγημα επικεντρώνεται στον πλουραλισμό, την αποδοχή και την κατανόηση του πολιτιστικού και κοινωνικού «άλλου».

«Αν και δεν είναι γνωστό, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κτίρια της Αθήνας, διότι, εκτός από σπουδαίο μνημείο βιομηχανικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, έχει βαρύνουσα σημασία από πολιτική, οικονομική και κοινωνική σκοπιά», παρατηρεί. «Κατά κάποιον τρόπο, συμμετείχε σε όλη την εξέλιξη της σύγχρονης ιστορίας. Είναι σαν να αναπνέει και να ζει μαζί με την πόλη».

Λόγω της καπνικής κρίσης που ξέσπασε μετά το Κραχ του ’29, λίγα ήταν τα χρόνια που το οικοδόμημα λειτούργησε αμιγώς ως καπνεργοστάσιο. Με τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εγκαθίσταται εκεί η Στρατιωτική Υπηρεσία Αθηνών, ενώ τμήματα του υπογείου μετατρέπονται σε καταφύγια και το κτίριο επιτάσσεται απ’ τους Γερμανούς. Έπειτα, στα Δεκεμβριανά, γίνεται ορμητήριο του ΕΛΑΣ και βομβαρδίζεται, ενώ τη δεκαετία του ’50 φιλοξενεί πρόσφυγες. Έως το ’90 έχουν φύγει κι οι τελευταίοι καπνέμπορες, καθώς η χρήση περνάει σταδιακά σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες και ένα σημαντικό μέρος του κτιρίου παραδίδεται στη λήθη.

Το πλήρωμα του χρόνου έφερε την επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση ως αφορμή και την πρόθεση του οργανισμού ΝΕΟΝ να αναμορφώσει το νεκρό τμήμα για μια μεγάλη έκθεση, έτσι που το Πρώην Δημόσιο Καπνεργοστάσιο περνάει από σήμερα σε νέα εποχή.

Νέο σημείο αναφοράς για την πόλη και τον πολιτισμό

Στην πρακτική του ΝΕΟΝ, απ’ τη γέννησή του ως οργανισμού, εμπεριέχεται μια διάθεση εξωστρέφειας στην πόλη, ένα κάλεσμα να επανοικειοποιηθούμε όλοι μας δημόσια και ημι-δημόσια σημεία με πλοηγό τη σύγχρονη τέχνη. Γι’ αυτό χάραξε την πορεία του νομαδικά, χωρίς σταθερή στέγη, ενώ στο πλαίσιο της προσωρινής του κατοίκησης, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αναπτερώνει την απήχηση και το μέλλον του χώρου-οικοδεσπότη.

Το είδαμε στο Ωδείο Αθηνών, με τις παρεμβάσεις στο πρώτο υπόγειο του κτιρίου που κατέστη ξανά λειτουργικό, το είδαμε στη Δήλο με τους χιλιάδες επισκεπτών που ταξίδεψαν για τα γλυπτά του Antony Gormley, ενώ το ορόσημο της επετειακής χρονιάς έδωσε την ευκαιρία να βγει απ’ το συρτάρι μια μεγάλη ιδέα που δουλευόταν επί χρόνια.

Οι συζητήσεις για την αναμόρφωση του Πρώην Δημόσιου Καπνεργοστασίου ξεκίνησαν το ’19: Η Βουλή των Ελλήνων δήλωσε την προθυμία της και η ομάδα του ΝΕΟΝ μπήκε στο χώρο για την τεκμηρίωση. Εκπονήθηκαν αρχιτεκτονικές μελέτες, κατατέθηκαν άδειες προς έγκριση κι οι εργασίες ξεκίνησαν το 2020, εν μέσω πανδημίας, για να ολοκληρωθούν δέκα μήνες μετά. Ο Φάνης Καφαντάρης, υπεύθυνος αρχιτεκτονικού σχεδιασμού του οργανισμού, ήταν στο πρότζεκτ απ’ την πρώτη μέρα. «Είναι ένα στιβαρό αλλά γηραιό κτίριο, ενενήντα ετών, και το κομμάτι που παραλάβαμε είχε μείνει απείραχτο από την εποχή που κατασκευάστηκε, με εμφανή τα σημάδια του χρόνου».

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, είχαν γίνει δύο μεγάλες παρεμβάσεις από πλευράς της Βουλής: η αποκατάσταση της εμβληματικής υαλοσκεπής το 2016 (η οποία παραπλανά για μεταγενέστερη αλλά είναι η πρωτότυπη που συμπληρώθηκε και ενισχύθηκε) και η αποκατάσταση όλων των όψεων και του περιβάλλοντος χώρου, νωρίτερα το 2008, τότε που έλαμψε ξανά το βιομηχανικό μνημείο με δίχρωμη πλέον πρόσοψη και όλοι νόμιζαν πως είχε ανανεωθεί εκ βάθρων. Ωστόσο, πέρα από τις ανακαινίσεις που απαιτούνταν για τη μετεγκατάσταση της βιβλιοθήκης και του τυπογραφείου της Βουλής, το υπόλοιπο κτίριο ήταν ανενεργό, με την υπόσχεση της αναμόρφωσης να εκκρεμεί.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το λεπτό χέρι των αρχιτεκτόνων αποκάλυψε τον πιο ζηλευτό εκθεσιακό χώρο της Αθήνας, με ψηλοτάβανο ανάπτυγμα και πολύπλευρες προοπτικές θέασης.

Το επισκέψιμο εμβαδόν αυξάνεται κατά 6.500 τ.μ., έχοντας επισκευαστεί με φροντίδα και εφοδιαστεί κατάλληλα, ούτως ώστε να προκύψει ένας πλήρως εξοπλισμένος χώρος πολιτισμού, ο οποίος θα μείνει ως παρακαταθήκη στη Βουλή των Ελλήνων και στην Αθήνα. «Οι παρεμβάσεις που κάναμε δεν εκκινούν από αισθητική αφετηρία, αλλά από το στόχο να καταστεί το κτίριο λειτουργικό, ευχάριστο στον επισκέπτη και ανοιχτό σε όλους», σημειώνει ο επιβλέπων αρχιτέκτονας του ΝΕΟΝ.

Δάπεδα, τοιχοποιίες, κουφώματα και βαφές ήταν το πρώτο κομμάτι εργασιών που έτρεξαν για να φρεσκαριστούν οι επιφάνειες, ακολουθώντας κατά γράμμα τις προδιαγραφές που είχε θέσει η Βουλή στη δική της ανακαινισμένη πτέρυγα και πάντοτε σε συνεννόηση με συντηρητές, καθώς το κτίριο έχει κριθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο απ’ το 1989. Παράλληλα, πέρα απ’ το ρεύμα και το νερό, εγκαταστάθηκαν τελευταίας τεχνολογίας δίκτυα επικοινωνίας και ασφάλειας, όπως δυνατό open WiFi, κάμερες, σύστημα πυρανίχνευσης, κλιματισμός κ.ά., ενώ πλατφόρμες ανύψωσης στις σκάλες επιτρέπουν πλέον την πρόσβαση σε άτομα με αμαξίδιο.

Αύρα ανάτασης και ιστορίας πλημμυρίζει πλέον όποιον περνά την «Πύλη» του Καπνεργοστασίου. Η μεγάλη έκθεση σύγχρονης τέχνης που εγκαινιάζεται την Παρασκευή 11 Ιουνίου (ελεύθερη είσοδος, απαραίτητη η ηλεκτρονική προεγγραφή) είναι συν τοις άλλοις το πρώτο πειστήριο για τη σπάνια δυναμική του αναμορφωμένου βιομηχανικού χώρου: από τις τρεις μεγάλες αίθουσες στη βόρεια και βορειοδυτική πλευρά του ισογείου με τα ανοίγματα στο φως που υπερέχουν της τοιχοποιίας, το διαμπερές αίθριο-διαμάντι που συστήνεται ως «αγορά» της έκθεσης και το αποκατεστημένο κτίριο του παλιού τελωνείου, στην ταράτσα του οποίου προσάραξε ένα ευχάριστο καφέ, μέχρι τα λουτρά του υπογείου, όπου συνεχίζεται η εκθεσιακή διαδρομή, με μια παρέμβαση του gender fluid εικαστικού Ad Minoliti να καταρρίπτει συμβολικά το διαχωρισμό των δύο φύλων, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το λεπτό χέρι των αρχιτεκτόνων αποκάλυψε ίσως τον πιο ζηλευτό εκθεσιακό χώρο της πρωτεύουσας, με ψηλοτάβανο ανάπτυγμα και πολύπλευρες προοπτικές θέασης.

Μια κοινότητα συνύπαρξης με το «άλλο»

«Αντιμετωπίζουμε το πρώην Καπνεργοστάσιο ως έναν σύγχρονο πολιτιστικό και κοινωνικό χώρο ανοιχτό σε όλους, ένα δυναμικό κέντρο συνάντησης και ανταλλαγής ιδεών», παρατηρεί η Ελίνα Κουντούρη, διευθύντρια του οργανισμού ΝΕΟΝ και συνεπιμελήτρια της έκθεσης «Πύλη» μαζί με τη Madeleine Grynsztejn, διευθύντρια του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης του Σικάγου. «Καλλιτέχνες από διαφορετικές ηπείρους συναντιούνται και οικοδομούν μια κοινότητα ιδεών• τα έργα τους γίνονται μάρτυρες και φορείς προετοιμασίας της νέας κανονικότητας, μιας ιστορίας που αξιώνει να ακουστεί».

Με 59 εικαστικές φωνές από 27 χώρες και 15 νέες αναθέσεις για τις αίθουσες του Καπνεργοστασίου, το εκθεσιακό αφήγημα επικεντρώνεται στον πλουραλισμό, την αποδοχή και την κατανόηση του πολιτιστικού και κοινωνικού «άλλου». Διαφορετικές κουλτούρες, πρακτικές και βιώματα απομακρυσμένων γεωγραφικά τόπων κυκλώνουν το θεατή, μεταφέροντας αξίες και αγωνίες που γεφυρώνουν αποστάσεις.

Λαμβάνεις το μήνυμα από την πρώτη αίθουσα (η οποία, σημειωτέον, διατηρεί σκηνογραφικά το χαρακτήρα και το χρώμα του εργοστασίου): μέσα από σαράντα τηλεοράσεις, ο Kutluğ Ataman μεταδίδει αυτοβιογραφικές συνεντεύξεις κατοίκων της Κούμπα, μιας φτωχογειτονιάς έξω απ’ την Κωνσταντινούπολη με κουρδικό κυρίως πληθυσμό. Έρχεσαι αντιμέτωπος με την ανοιχτή πληγή της αποικιοκρατίας, μπροστά στο αλύγιστο βλέμμα του Steve McQueen, ο οποίος φωτογραφήθηκε αλυσοδεμένος για να υψώσει μια εγκατάσταση πολλών επαναλαμβανόμενων καρέ, αλλά και στα έργα των Adrianna Varejão, Sonia Gomes και Solange Pessoa από τη Βραζιλία.

Με τρόπο ελπιδοφόρο, η έκθεση κοιτάει κατάματα τις προκλήσεις, τους προβληματισμούς και τις ραγδαίες εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο – από την έκρυθμη πολιτική κατάσταση και τη ρατσιστική βία έως τη χυδαία μιντιακή κουλτούρα και την οικολογική καταστροφή.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, το αίθριο αναδεικνύεται σε μπουμπούκι της έκθεσης: ένας πολυφωνικός φόρος τιμής σε έναν κόσμο που έχει ανάγκη από ίαση. Πάνω στον σημαδεμένο από το χρόνο τοίχο που πρωτοαντικρίζεις μπαίνοντας, εννέα διαφορετικές μεταφράσεις των τελευταίων στίχων του ποιήματος «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» φεγγοβολούν. Στη νέα, in situ εγκατάσταση από νέον λαμπτήρες του Αμερικανού καλλιτέχνη Glenn Ligon, η ακρίβεια της γλώσσας παραχωρεί τη θέση της στην ερμηνεία, για να δικαιώσει κάθε ταύτιση στο θεατή.

Κάτω απ’ το μεγάλο άνοιγμα της υαλοσκεπής, το παιχνίδι του φωτός συνεχίζεται στις ανακλάσεις από το μνημειώδες κύμα του Αφρικανού El Anatsui, που κρέμεται στα δεξιά: ένα εντυπωσιακό γλυπτό, κατασκευασμένο από χιλιάδες κομμάτια αλουμινίου και καπάκια μπουκαλιών. Το έργο αναμετράται με την αέρινη εγκατάσταση από κλωστή της Μαρίας Λοϊζίδου, καθώς και με το ξύλινο περίπτερο-εγκατάσταση που δημιούργησε ο βιετναμέζικης καταγωγής Danh Võ στο κέντρο του αίθριου, προτείνοντας μια στάση χαλάρωσης και στοχασμού πλάι σε φυτά.

Το πνεύμα της έκθεσης διαμορφώνεται υπό το πρίσμα της μετάβασης στη νέα εποχή, μετά το τραύμα της πανδημίας, με έμπνευση ένα άρθρο της Arundhati Roy. Λαμβάνοντας το ρήγμα της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης ως σημείο μετάβασης προς έναν άλλο κόσμο, η βραβευμένη με Booker συγγραφέας προέτρεπε στο κείμενό της να διαβούμε την πύλη ανάλαφρα, έτοιμοι να φανταστούμε τη νέα πραγματικότητα με άλλα δεδομένα κι όχι «σέρνοντας πίσω μας τα κουφάρια από τις προκαταλήψεις και το μίσος μας, την πλεονεξία μας, τις τράπεζες δεδομένων και τις νεκρές ιδέες μας».

Με τρόπο ανάλογο κι ελπιδοφόρο, η έκθεση κοιτάει κατάματα τις προκλήσεις, τους προβληματισμούς και τις ραγδαίες εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο – από την έκρυθμη πολιτική κατάσταση και τη ρατσιστική βία έως τη χυδαία μιντιακή κουλτούρα και την οικολογική καταστροφή. Η γεύση που σου μένει φεύγοντας, ωστόσο, είναι ένα τρυφερό άγγιγμα επούλωσης, μια αίσθηση θαλπωρής και ενότητας που τόσο στερηθήκαμε μένοντας για μήνες κλεισμένοι στο καβούκι μας.


Κατέβασε το ΝΕΟΝ app

Δεδομένης της ιδιαίτερης συγκυρίας και των απαραίτητων μέτρων προστασίας, ο οργανισμός ΝΕΟΝ, παράλληλα με τις διαδικασίες για την προετοιμασία και το στήσιμο της έκθεσης, έφτιαξε μια εφαρμογή για κινητά τηλέφωνα, ώστε να επεκτείνει την «Πύλη» και στη διαδικτυακή σφαίρα.

Μέσω της εφαρμογής, δίνεται η δυνατότητα στο κοινό να περιηγηθεί την έκθεση, να δει εικόνες επιλεγμένων έργων μαζί με το πληροφοριακό υλικό που τα συνοδεύει, καθώς και να ενημερωθεί για το πρόγραμμα των παράλληλων δράσεων που πρόκειται να τρέξει τους επόμενους μήνες, περιλαμβάνοντας τόσο τις περφόρμανς όσο και τις εκπαιδευτικές δράσεις για την ιστορία του Καπνεργοστασίου (η έκθεση θα διαρκέσει έως τέλος του χρόνου). Επιπλέον, οι χρήστες μπορούν να προγραμματίσουν την επίσκεψή τους, κάνοντας προκράτηση θέσης ανάλογα με τη διαθεσιμότητα.