Συνέντευξη

Η σύγχρονη τέχνη έχει περισσότερα κοινά με τη λαογραφία απ' ότι νομίζουμε

Από -

© Αλεξάνδρα Μασμανίδη
© Αλεξάνδρα Μασμανίδη

Η μνήμη μιας γειτονιάς της Κωνσταντινούπολης γίνεται πολυφωνικό ποίημα, η ανδρικότητα του ζεϊμπέκικου αποδομείται, το «ελληνικό στύλ» του 18ου αιώνα που πρότεινε ο Γάλλος αρχιτέκτονας και σχεδιαστής Ennemond Alexandre Petitot κουηρεύεται. Στη δεύτερη έκθεση που επιμελείται επί ελληνικού εδάφους, με τίτλο «I Heard It From The Valleys» στο Haus N Athen, η Εύα Βασλαματζή, μια φρέσκια και ενδιαφέρουσα φωνή στο χώρο, προτείνει ένα ερευνητικό μοντέλο επιμέλειας που πάει πέρα από τη λαογραφία ως τάση στη σύγχρονη εικαστική παραγωγή υφαίνοντας ενδιαφέρουσες αφηγήσεις. Όπως μας λέει και η ίδια «τάσεις της σύγχρονης τέχνης, όπως η επιστροφή στην τεχνοτροπία, η έμφαση στην διαδικασία, η ανώνυμη και συνεργατική παραγωγή, η αφήγηση (storytelling), το κιτς, το ενδιαφέρον για το καθημερινό, έχουν τις ρίζες τους στον λαϊκό πολιτισμό» και αυτές είναι μερικές από τις πτυχές της λαογραφίας που διερευνούν με το έργο τους οι έξι καλλιτέχνες-ομάδες που συμμετέχουν. Μιλήσαμε με την επιμελήτρια για τη διαδικασία πίσω από την έκθεση και τα ζητήματα που θίγουν ή δεν θίγουν τα έργα.

© Μυρτώ Τζίμα
© Μυρτώ Τζίμα

Πως προέκυψε η έκθεση «I Heard It From The Valleys»;
Η έκθεση είναι μέρος - και όχι το αποτέλεσμα - μιας έρευνας στο πεδίο της λαογραφίας που υλοποιώ με επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού. Για αυτήν, επέλεξα να συνεργαστώ με τρεις εικαστικούς - την Αναστασία Δούκα, την Δήμητρα Κονδυλάτου και τους VASKOS (Bασίλης Νούλας & Κώστας Τζιμούλης) - την χορογράφο Εύη Σούλη, την αφηγήτρια Φίλια Δενδρινού και την επιμελήτρια Λουίζα Καραπιδάκη. Ήθελα να φτιάξω μια ομάδα για να επισκεφτούμε επιλεγμένες λαογραφικές συλλογές στην Ελλάδα μαζί και να μελετήσουμε τη συσχέτιση μεταξύ συγκεκριμένων ευρημάτων και αρχειακού υλικού με τις σύγχρονες καλλιτεχνικές πρακτικές, παρατηρώντας παράλληλα και τις διαφορετικές μουσειολογικές προσεγγίσεις. Σαν ένας τρόπος για να εξοικειωθούμε ομαδικά με το πεδίο, που είναι για τους περισσότερους από εμάς άγνωστο ως προς την ερευνητική του βαθύτητα, κρατώντας όμως τον αυθορμητισμό των πρώτων μας σκέψεων και αντιδράσεων καθώς “εισερχόμαστε” από έναν άλλο χώρο. Παράλληλα με αυτή την έρευνα, είχα την ευκαιρία να πραγματοποιήσω, μέσω της ARTWORKS, ένα επιμελητικό residency τον περασμένο Ιούνιο στην Κωνσταντινούπολη, στον ιδιωτικό οργανισμό SAHA που στηρίζει την εγχώρια καλλιτεχνική παραγωγή και τη διεθνή προβολή της. Κατά τη διάρκεια ενός μήνα συναναστράφηκα με καλλιτέχνες που ζουν εκεί και μοιράστηκα κομμάτια της έρευνας, αλλά συζήτησα και για το πως η έννοια της λαογραφίας/folklore γίνεται αντιληπτή εκεί και η συζήτηση μας οδήγησε στον δημόσιο χώρο και στην σχέση παρελθόντος-παρόντος όπως αυτή αποτυπώνεται στην πόλη. Έτσι, μέσα από συζητήσεις από τη μία με την ομάδα στην Ελλάδα και από την άλλη με τους καλλιτέχνες στην Τουρκία, άρχισε να γίνεται πιο κατανοητό πως θέλω να προσεγγίσω αυτή τη θεματική, και αμέσως έγινε μια επιλογή καλλιτεχνών με τους οποίους ξεκινήσαμε πιο εντατικά τη συζήτηση για την έκθεση.

Τι σε έκανε να ενδιαφερθείς για το θέμα της λαογραφίας; Γιατί θεωρείς ότι ενδιαφέρει τους σύγχρονους εικαστικούς;
Πάντα με ενδιέφερε η ανώνυμη παραγωγή που δεν αυτοπροσδιορίζεται σαν έργο τέχνης και ξεφεύγει από τους κώδικες που είναι μέρος αυτού του συστήματος. Έχω ασχοληθεί θεωρητικά με τη φωτογραφία, και κυρίως με το snapshot photography, σαν ένα μέσο το οποίο απευθύνεται σε όλους, χωρίς τεχνικές απαιτήσεις, και που η αξία του ως αναμνηστικό είναι πολύ μεγαλύτερη του αισθητικού αποτελέσματος. Συγκεκριμένα, μελέτησα πως οι οικογενειακές φωτογραφίες επαναχρησιμοποιούνται στα έργα καλλιτεχνών όπως ο Walid Raad ή η Zoe Leonard για να αγγίξουν ζητήματα που αφορούν την συλλογική μνήμη και το τραύμα. Στη λαογραφία τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά γιατί η τεχνική και η εκπαίδευση σε αυτήν παίζουν μεγάλο ρόλο, αλλά υπάρχουν κοινές ποιότητες. Κάποιες από αυτές ίσως να είναι και αυτές που ενδιαφέρουν τους καλλιτέχνες - περισσότερο ως διαδικασία και λιγότερο ως αισθητική προσέγγιση. Νομίζω ότι τάσεις της σύγχρονης τέχνης, όπως η επιστροφή στην τεχνοτροπία, η έμφαση στην διαδικασία, η ανώνυμη και συνεργατική παραγωγή, η αφήγηση (storytelling), το κιτς, το ενδιαφέρον για το καθημερινό, έχουν τις ρίζες τους στον λαϊκό πολιτισμό.

banner
© Αλεξάνδρα Μασμανίδη
© Αλεξάνδρα Μασμανίδη

Πως το προσεγγίσατε ερευνητικά με τους καλλιτέχνες στο πρώτο στάδιο της έρευνας;
Στην έρευνα που πραγματοποιούμε με την ομάδα που ανέφερα παραπάνω, έχουμε προς το παρόν επισκεφτεί τη λαογραφική συλλογή του Μουσείου Μπενάκη και του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος στο Ναύπλιο. Ίσως η επίσκεψη στο ΠΛΙ, που εξειδικεύεται στο ένδυμα, να έπαιξε κάποιο ρόλο στις νέες παραγωγές των εικαστικών της ερευνητικής ομάδας που συμμετείχαν και στην έκθεση, την Αναστασία Δούκα και τους VASKOS. Η Αναστασία επικεντρώθηκε στο υφαντό και στις τεχνικές που το καθιστούν έκθεμα και οι VASKOS πειραματίστηκαν με την έννοια του κουστουμιού. Οι καλλιτέχνες που έχω επιλέξει να συνεργαστώ στην έρευνα δεν ασχολούνται αμιγώς με το αντικείμενο της λαογραφίας στο έργο τους, αλλά περισσότερο με την έννοια της ταυτότητας, της ελληνικότητας, του τουρισμού κ.α. Μέσα από την ομαδικότητα, η ιδέα είναι να προσεγγίσουμε με φρέσκια ματιά αυτό το πεδίο - αναγνωρίζοντας το πόσο ευρύ είναι και τι μπορούμε εμείς να συνεισφέρουμε από την οπτική της σύγχρονης τέχνης - αφήνοντας παράμερα την ανάγκη συσχέτισης αυτού του υλικού με την εθνική ταυτότητα. Μέσα από τις συζητήσεις μας ως τώρα προκύπτει ένα κοινό ενδιαφέρον στις μουσειολογικές προσεγγίσεις και στην παρουσίαση των συλλογών παρά στα αντικείμενα καθαυτά. Ίσως και επειδή ως καλλιτέχνες και επιμελητές είμαστε ευαίσθητοι σε τέτοια ζητήματα μέσα από την συγκρότηση των δικών μας εκθέσεων.

Με ποιόν/ους τρόπους η προσέγγιση της λαογραφίας στην έκθεση συνδέεται με το θέμα της ταυτότητας;
Πολλοί από τους καλλιτέχνες που συμμετέχουν στην έκθεση, όπως οι VASKOS και η χορογράφος Εύη Σούλη, προσεγγίζουν το ζήτημα της ταυτότητας και της ελληνικότητας στο έργο τους. Για παράδειγμα το έργο Πολλές φορές πάει η στάμνα για νερό των VASKOS που δημιούργησαν για την έκθεση έχει ως αναφορά μια σειρά χαρακτικών του 18ου αιώνα του Γάλλου αρχιτέκτονα και σχεδιαστή Ennemond Alexandre Petitot στα οποία απεικονίζεται το “style grec” (ελληνικό στύλ), με μια σειρά μεταμφιέσεων από αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά νεοκλασικά στοιχεία. Με τον ίδιο τρόπο που ο Petitot χρησιμοποίησε αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες ως ένδυμα, οι ίδιοι συνδυάζουν κολάζ από παραδοσιακά κεραμικά για να σχολιάζουν το βλέμμα που έρχεται απ’έξω καθώς και το πως σχεδιάζεται μια σχεδόν εθνογραφική εικόνα - εννοείται ότι ο Petitot δεν είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα και τα σχέδια του δεν στόχευαν σε μια ρεαλιστική απεικόνιση αλλά περισσότερο σε μια κωμική φαντασίωση. Πέρα από το πως κάθε έργο πλησιάζει περισσότερο ή λιγότερο αυτό το ζήτημα, η επιλογή αποκλειστικά καλλιτεχνών/καλλιτέχνιδων από την Ελλάδα και την Τουρκία στην έκθεση θίγει από μόνη της το θέμα της ταυτότητας, των κοινών ταυτοτήτων που μοιραζόμαστε. Δεν είναι το βασικό θέμα της έκθεσης, παραμένει κρυφό αλλά γίνεται αντιληπτό νομίζω και μέσα από την οπτική αισθητική της έκθεσης και μέσα από τις ιστορίες - προσωπικές και συλλογικές - που βρίσκονται πίσω από κάθε έργο.

© Αλεξάνδρα Μασμανίδη
© Αλεξάνδρα Μασμανίδη

Τι το ενδιαφέρον βρήκες στη σύγχρονη σκηνή της Τουρκίας στο πλαίσιο του residence σου εκεί; Τι απασχολεί τις εικαστικούς από την Τουρκία που τελικά συμμετέχουν στην έκθεση;
Οι καλλιτέχνες στην Τουρκία, όσοι έχουν αποφασίσει να μείνουν, δουλεύουν σκληρά σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από έντονες κοινωνικές και οικολογικές αλλαγές καθώς και τροποποίηση του δημόσιου χώρου - κάτι που είναι εμφανές πολλές φορές στο έργο τους. Ζουν σε μια πόλη που κλείνεται όλο και περισσότερο και σκιάζει την παλιά της ταυτότητα διαγράφοντας κομμάτια του παρελθόντος. Δεν είναι τυχαίο που δύο από τις τρεις καλλιτέχνιδες έχουν αρμένικη και ελληνική καταγωγή και ότι και οι δύο, με διαφορετικό τρόπο, “σκαλίζουν” το παρελθόν μέσα από το έργο τους. Και οι τρεις έχουν πολύ διαφορετικές πρακτικές και βρίσκονται σε διαφορετικές φάσεις ως προς την καλλιτεχνική πορεία τους, όμως βλέπω, εκ των υστέρων, ότι στα έργα που δημιούργησαν για την έκθεση και οι τρεις ασχολούνται με τα σημάδια του παρελθόντος που βρίσκονται στο παρόν είτε αυτό είναι μέσω του μυθιστορήματος στην περίπτωση της Marina Papazyan, της έρευνας του φυτικού κόσμου στην περίπτωση της Aslι Çavuşoğlu ή του συμβολισμού των αντικειμένων στο έργο της Hera Büyüktaşçıyan.

Η εργαλειοποίηση της λαογραφίας στο πλαίσιο της κατασκευής του εθνικού αφηγήματος διερευνάται σε κάποια από τα έργα;
Δεν νομίζω ότι κάποιο από τα έργα μελετά με πολύ άμεσο τρόπο αυτό το ζήτημα, αν και είναι κάτι που συζητήσαμε αρκετά τους τελευταίους μήνες με τους περισσότερους συμμετέχοντες καλλιτέχνες. Θέλαμε να αφήσουμε εκτός έκθεσης το ζήτημα της κατασκευής του εθνικού αφηγήματος - να αποδεσμεύσουμε δηλαδή την λαογραφία από αυτή της την διάσταση σκεπτόμενοι ότι η ανάγκη για ιστορική συνέχεια συσχέτισε το υλικό αυτό με το εθνικό αφήγημα, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχει κατασκευαστεί για να υπηρετεί αυτό τον σκοπό. Το πως ο καθένας οικειοποιείται ένα “λεξιλόγιο” ή σύμβολο σαν δικό του απασχολεί το έργο της Aslι Çavuşoğlu που έφτιαξε η ίδια in situ στον χώρο του Haus N. Σε μια μεγάλη τζαμαρία του χώρου ζωγραφίζει μια σύνθεση από παραδοσιακά μοτίβα ύφανσης μάλλινων καλτσών που βρίσκει σε ένα βιβλίο στο οποίο αναφέρονται ως “τούρκικα μοτίβα”. Στο βιβλίο αυτό, ενώ σχεδόν όλα έχουν μια σημασία, κάποια χαρακτηρίζονται “unknown”. Η καλλιτέχνης επικεντρώνεται κυρίως στα σύμβολα άγνωστου νοήματος, τα οποία θεωρεί ότι μαρτυρούν ότι αυτά τα σύμβολα δεν έχουν μια καταβολή αλλά πολλές, είναι μια κοινή γλώσσα που μοιραζόμαστε περισσότερο από ένα εθνικό προϊόν.

Ποιες προκλήσεις μπορεί να έχει η ενασχόληση ενός εικαστικού με τη λαογραφία;
Για τους περισσότερους από εμάς που ζούμε στις πόλεις η επαφή με το λαογραφικό υλικό γίνεται συνήθως στο σχολείο μέσα από εκπαιδευτικές εξορμήσεις σε συλλογές και το υλικό αυτό ταυτίζεται κυρίως με την κατασκευή της εθνικής αφήγησης. Από αυτή την άποψη και μόνο, αποτελεί μια πρόκληση το να βγούμε από αυτή την αφήγηση, και την άρνηση που προκαλεί σε πολλούς από εμάς, και να προσεγγίσουμε ξανά το υλικό αυτό με εναλλακτικούς τρόπους και μέσα από πολλαπλές και μη γραμμικές προσεγγίσεις. Νομίζω ότι μια παγίδα είναι να προσεγγιστεί αυτό το υλικό εμμένοντας στην αισθητική του αξία αγνοώντας τις συνθήκες παραγωγής του. Αυτό δεν είναι από μόνο του αρνητικό, γιατί τα περισσότερα από αυτά τα αντικείμενα έχουν μια πολύ ιδιαίτερη αισθητική η οποία είναι εντυπωσιακή από μόνη της, έχουν όμως και μια χρηστική αξία αλλά και μια ερευνητική άξια όταν χρησιμοποιούνται ως ερευνητικά εργαλεία που δεν μπορεί να αποσιωπάται.

© Αλεξάνδρα Μασμανίδη
© Αλεξάνδρα Μασμανίδη

Το στοιχείο της χειροναξίας πως μπαίνει στην έκθεση; Η σωματικότητα;
Στα έργα της Αναστασίας Δούκας Κόκκινη ζώνη και Μαύρη ζώνη υπάρχει έντονα το στοιχείο της χειροναξίας καθώς η ίδια δουλεύει στον αργαλειό μαθαίνοντας την τεχνική και αφιερώνοντας τον χρόνο που απαιτείται για την παραγωγή του έργου. Στις μονόχρωμες λωρίδες που υφαίνει βρίσκει κανείς τις διαστάσεις του σπιτιού της, καθώς το μήκος του καθορίζεται από τον χώρο που υφαίνεται, καθώς και τον περασμένο χρόνο. Η διαδικασία είναι ισοδύναμη, αν όχι σημαντικότερη, του αποτελέσματος μιας και το υφαντό δεν παραπέμπει σε κάποιο ρούχο ή κάποιο χρηστικό ύφασμα για το σπίτι. Η χειρωναξία ενέχει και το performative στοιχείο, ακόμα και αν λαμβάνει χώρα σε έναν ιδιωτικό χώρο, στούντιο ή σπίτι, και χωρίς θεατές, άρα, με έναν τρόπο, και την σωματικότητα. Τα περισσότερα από τα αντικείμενα της λαϊκής παράγωγης έχουν πολύ έντονο το στοιχείο της σωματικότητας, λόγω της χρηστικότητας τους, αλλά και των σημαδιών από την διαδικασία παραγωγής τους.

Είναι η δεύτερη έκθεση μετά το «Gone Today, Here Tomorrow», με την οποία ουσιαστικά συστήνεσαι στο αθηναϊκό κοινό. Τι σε ενδιαφέρει ως επιμελήτρια;
Για μένα η έκθεση είναι ένας τρόπος σκέψης. Πράγματα για τα οποία δεν μπορώ να μιλήσω, να γράψω ή να αποδώσω με κάποιον τρόπο, εκτονώνονται με αυτό το μέσο. Εννοώ ότι δεν είναι πάντα συνειδητό το τι θέλω να πω πριν από την έκθεση αλλά προκύπτει μέσα από τις συνομιλίες των έργων μεταξύ τους αλλά και από την οπτική που θα φέρει ο επισκέπτης από την στιγμή που η έκθεση αρχίζει να υπάρχει στον φυσικό χώρο. Και γι’αυτό δεν έχω ένα συγκεκριμένο θεωρητικό ενδιαφέρον το οποίο μελετάω συνειδητά στις εκθέσεις μου, αν και υπάρχουν στοιχεία που επανέρχονται. Για εμένα η επιμέλεια είναι μια δημιουργική διαδικασία, παρόμοια με αυτή των καλλιτεχνών, από την οποία έχω εμπειρία γιατί έχω ασχοληθεί με φωτογραφία και βίντεο· δεν νιώθω ότι βρίσκομαι σε αυτό το επάγγελμα δηλαδή μέσα από μια αμιγώς θεωρητική διαδρομή. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η συλλογική διαδικασία που υπάρχει στην προετοιμασία κάθε έκθεσης και γι’αυτό έχω μια προτίμηση σε ομαδικές εκθέσεις, γιατί πολλαπλασιάζονται οι φωνές και οι προσεγγίσεις. Αλλά με ενδιαφέρει πολύ και η συνεργασία ως διαδικασία από μόνη της, το να σκεφτεί κανείς πως να την βελτιώσει, πως να μην επαναλαμβάνει λανθασμένες συμπεριφορές και να δουλεύει σε ένα πλαίσιο σεβασμού. Νομίζω ότι ο χώρος της τέχνης έχει υποφέρει πολύ από καταχρηστικές συμπεριφορές, που προσωπικά ταυτίζω κυρίως με ανθρώπους του χώρου από μεγαλύτερες γενιές, και έχει έρθει η ώρα αυτό να αλλάξει.

Διάρκεια έκθεσης: Μέχρι 7/11/2021
Ανοιχτά κάθε Τετάρτη και Παρασκευή 17.00 με 20.00 και με ραντεβού στο info@haus-n.gr

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό