Συνέντευξη

Η γυναικεία κολλεκτίβα WHW μας μιλά για το πώς τέχνη, εργατικός κόσμος και Ακαδημία δημιουργούν μια νέα πολιτική δύναμη στην Κροατία

Από -

Η Ana Dević με μια από τις αφίσες της φεμινιστικής ομάδας Mujeres Publicas από την Αργεντινή.

Από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές διεθνώς στο χώρο της επιμέλειας, η γυναικεία κολεκτίβα What, How and for Whom/WHW (αποτελείται από τις Ivet Ćurlin, Ana Dević, Nataša Ilić και Sabina Sabolović) με έδρα της το Ζάγκρεμπ έχει δουλέψει χρόνια στην κατεύθυνση της σύνδεσης της τέχνης με ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα ξεκινώντας από τη σημασία που έχει για κάθε εργαζόμενο στον χώρο το να θέτει την ερώτηση «Τι, πώς και για ποιόν» για κάθε του project.

Φέτος μάλιστα τρία από τα μέλη της ανέλαβαν την καλλιτεχνική διεύθυνση της Kunsthalle Wien στη Βιέννη, και η τέταρτη θα τρέχει τις συλλογικές δραστηριότητες τους στην Κροατία. Το πώς ενσωμάτωσαν την κομμουνιστική ιδεολογία- ταμπού ειδικά στην Ανατολική Ευρώπη, σε μια mainstream εικαστική διοργάνωση, όπως η Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης πριν δέκα χρόνια, στις αρχές της κρίσης, αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο συνδέουν τη δράση τους με τις συγκεκριμένες τοπικές συνθήκες του Ζάγκρεμπ αλλά και τους διεθνείς προβληματισμούς έχει ιδιαίτερη σημασία.

Gülsün Karamustafa, Painting for Poster - 1977 First of May (Woman Constantly Sewing Red Flags with Her Sewing Machine), Courtesy of the artist & Büro Sarigedik

Στην Αθήνα παρουσιάζουν για πρώτη φορά τη δουλειά τους επιμελούμενες την έκθεση «Θα ανοίξω την πόρτα ίσια, ολόισια στη φωτιά» στο State of Concept, έναν χώρο που έχει καταφέρει με το πρόγραμμά του να φέρει στην επιφάνεια συγγενή ζητήματα. Δανειζόμενη τον τίτλο της από ένα στίχο του ποιήματος 25 Μαΐου (1978) της Κατερίνας Γώγου, η έκθεση έχει ως αφετηρία της την φιγούρα των γυναικών ανταρτισσών στις αλληλένδετες ιστορίες του γιουγκοσλαβικού και ελληνικού αντιφασιστικού αγώνα καθώς και του μεταπολεμικού κλίματος του Ψυχρού Πολέμου.

Ξεκινώντας από το γεγονός ότι και στις δύο χώρες, η πρόσφατη επαναφορά της πατριαρχίας στην κοινωνίας είναι μια από τις πολλές επιπτώσεις της πολιτικής κρίσης, οι επιμελήτριες φέρνουν μαζί 14 σύγχρονους καλλιτέχνες από την Ελλάδα και τη Βοσνία ως τη Λατινική Αμερική σε μια αφήγηση που αντιτίθεται στην παρούσα κατάσταση του νεο-συντηριτισμού και των επιπτώσεων του σύγχρονου προσώπου του καπιταλισμού, θέτοντας την ερώτηση του ποιες είναι οι γυναίκες αντάρτισσες του σήμερα.

Sanja Iveković, The Right One: Pearls of Revolution, 2010, photographic series

Από την πρωτοπόρο γιουγκοσλάβα εικαστικό Sanja Iveković που φωτογραφίζει την φεμινίστρια κοινωνιολόγο Jana Šarinić, με το ένα μάτι καλυμμένο από μια μικρή φωτογραφία αρχείου, που απεικονίζει Γιουγκοσλάβες γυναίκες αντάρτισσες να χαιρετούν να προβάρει την χειρονομία του χαιρετισμού των παρτιζάνων, ποζάροντας σαν μοντέλο φορώντας κραγιόν και κρατώντας ένα μαργαριταρένιο κολιέ («Ο Κατάλληλος: Μαργαριτάρια της Επανάστασης», 2010) ως την 37χρονη Κροάτισσα Adela Jušić (Φούστα: κόκκινη, Φούστα: λευκή, 2017), που φτιάχνει δύο φούστες, μια από μια παλιά κομμουνιστική σημαία και μια από το μετάξι ενός αλεξίπτωτου εμπνευσμένη από τις διηγήσεις δύο παλιών ανταρτισσών, διαφορετικές γενιές καλλιτέχνιδων θέτουν ερωτήματα σχετικά με τον φεμινισμό και την ιστορία και δείχνουν τις συνδέσεις που μπορεί να προκύψουν ανάμεσα στις γενιές, κάτι που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τις επιμελήτριες.

«Αν η συζήτηση για την πολιτική περιοριστεί στο πεδίο της τέχνης αυτό είναι πολύ προβληματικό γιατί μοιάζει να κάνουμε το χώρο της τέχνης ένα είδος παιδικής χαράς για να δοκιμάσουμε κάτι που δεν μπορούμε να κάνουμε στην κοινωνία. Όμως, υπάρχουν πολλές διασταυρώσεις ανάμεσα στα κοινωνικα κινήματα και την τέχνη, όπως για παράδειγμα οι Mujeres Publicas, μια φεμινιστική ομάδα από την Αργεντινή που η δουλειά που κάνει για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, έχει αντίκτυπο στην κοινωνία όμως η γλώσσα της είναι γλώσσα σύγχρονης τέχνης».

Όπως μας επισημαίνουν, η Jušić έχει συμμετάσχει στη δημιουργία ενός Ψηφιακού Αρχείου για τους φασιστικούς Αγώνες των Γυναικών στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη και στην Γιουγκοσλαβία, η πρόσβαση στο οποίο είναι πολύ σημαντική μέσα στο ρεβιζιονιστικό κλίμα, που επικρατεί στη μετά-γιουγκοσλαβική εποχή.

Marta Popivoda / Ana Vujanović, BODYSCAPES #1: Woman in battle, 2019

Μέσα από έργα που επανεξετάζουν το ρόλο των γυναικών που συμμετείχαν στην αντίσταση από τη Γιουγκοσλαβία (Marta Popivoda, Bodyscapes #1 : Γυναίκα σε μάχη – Bodyscapes #1 : Woman in battle) ως τον ελληνικό εμφύλιο (Γιώτα Ιωαννίδου, Όταν λέω κρικ, κρικ, κρικ), αλλά και εστιάζουν σε ευρύτερα ζητήματα όπως η βίαιη καταδίωξη της αριστεράς στην Τουρκία (Gülsün Karamustafa, Ζωγραφίζοντας για μια Αφίσα-Πρώτη Μαΐου / Γυναίκα που Ράβει Συνεχώς Κόκκινες Σημαίες στην Ραπτομηχανή της) και η σχέση της οικολογίας με το σύγχρονο γυναικείο επαναστατικό κίνημα στα βουνά του Κουρδιστάν (Marwa Arsanios, Ποιος φοβάται την ιδεολογία; Μέρος Ι), η έκθεση επιχειρεί να εντοπίσει πως «ατομικές φωνές και χειρονομίες συνενώνονται σε συλλογικά κινήματα, χαρτογραφώντας ορισμένα από τα πιθανά ρεύματα της συμμετοχικής γυναικείας χειραφέτησης, που κυλούν βαθιά και πλατιά, και διασταυρώνονται με το γενικό ρεύμα των αγώνων».

Με ποιόν τρόπο το ιστορικό σημείο ενδιαφέροντος της έκθεσης ανοίγει σε ευρύτερα ζητήματα; Ποιές είναι αντάρτισσες του σήμερα;
Την περίοδο της αντίστασης και του αντιφασιστικού μετώπου δύο πολύ σημαντικά πράγματα συνέβησαν. Καταρχήν ένας μεγάλος αριθμός γυναικών βρήκαν θέση στη δημόσια σφαίρα απ’ όπου παλιότερα απουσίαζαν και δεύτερον η θέση τους αυτή συνδέθηκε με τον ηρωισμό και την αντίσταση που παραδοσιακά ήταν συνδεδεμένη με το ανδρικό ηρωικό πρότυπο.
Το ιστορικό πλαίσιο ήταν πολύ σημαντικό για μας γιατί αφορά τοπικές ιστορίες που αξίζει να ειπωθούν γιατί όχι μόνο έχουν ξεχαστεί αλλά έχουν ξαναγραφτεί από τη σκοπιά του πολιτικού και πολιτιστικού ρεβισιονισμού. Το άλλο βασικό ερώτημα για μας ήταν ποιά είναι η φωνή της καλλιτέχνιδας/του καλλιτέχνη αλλά και η φωνή της ποίησης και του αγώνα. Και πώς μπορούμε να βρούμε σε αυτές τις ατομικές φωνές το συλλογικό, όχι μόνο με τη μορφή της συλλογικής άποψης αλλά και πώς μπορούν αυτές οι φωνές να μας επηρεάσουν σήμερα. Ποια θα μπορούσε να είναι σήμερα η γυναίκα αντάρτισσα όταν πάσχουμε τόσο από την έλλειψη πολιτικής οργάνωσης.
Οι απαντήσεις που δίνουμε μέσα από την έκθεση έρχονται από τη φωνή των καλλιτεχνών που παράλληλα με το να δημιουργούν κάποιες πολιτικές χειρονομίες, μέσα σε καταστάσεις σύγκρουσης ανά τον κόσμο, όπως με τη συμμετοχή των γυναικών στο κουρδικό κίνημα που βλέπουμε στο έργο της λιβανεζας Marwa Arsanios «Ποιος φοβάται την ιδεολογία», δείχνουν ότι οι ιστορικές και οι σύγχρονες εμπειρίες μπορούν να ιδωθούν μαζί και ότι έχουμε να μάθουμε πολλά και από τους ιστορικούς αγώνες και από τους πιο σύγχρονους.
Το κεντρικό ερώτημα της έκθεσης αφορά ακόμη δεκάδες αγώνες που συμβαίνουν ανά τον κόσμο και συνδέονται με τον φεμινισμό και είναι μια πρόσκληση προς το κοινό και προς εμάς να αναρωτηθούμε και μια ερώτηση σε όλους μας: ποιές είναι σήμερα οι αντάρτισσες, πολιτικά αλλά και στην καθημερινή μας ζωή. Και σε αυτό υπάρχουν πολλές περισσότερες απαντήσεις απ’ όσες παρουσιάζει η έκθεση, πολλές ανώνυμες γυναίκες, εργάτισσες, δασκάλες, ακτιβίστριες αλλά και περιπτώσεις που γνωρίζουμε από τα media ή τη μαζική κουλτούρα, όπως για παράδειγμα η δράση της Nina Simone σχετικά με τις φυλετικές διακρίσεις και το πώς έθεσε δημόσια ζητήματα που εξακολουθούν να απασχολούν και σήμερα τις ζωές των μαύρων.
Ή ακόμη και η Greta Thunberg, η έφηβη ακτιβίστρια που μπορεί να θεωρηθεί αντάρτισσα σήμερα, θέτοντας ζητήματα σχετικά με την οικολογία και τις θεμελιώδεις αρχές του καπιταλισμού που έχουν να κάνουν με την ανάπτυξη και τη χρήση των πηγών απλά και μόνο χάριν της συνεχούς εκμετάλλευσης.

MarwaArsanios, Who is Afraid of Ideolody, 2017, Video still, Digital video, 22:20 min, Courtesy the artist.

Όταν μιλήσατε για κομμουνισμό πριν δέκα χρόνια στο κεντρικό σκεπτικό σας στην Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης η συζήτηση αυτή θεωρούνταν ταμπού από πολλούς. Σήμερα αντίστοιχες διαλεκτικές, που συνδέονται με την εργασία, τα κοινά κλπ., είναι κοινός τόπος στο χώρο της τέχνης. Υπάρχει τρόπος να σκεφτούμε πιο ουσιαστικά την πολιτική μέσω της τέχνης σήμερα; 
Όντως την εποχή εκείνη είχε κάτι το πρωτοπόρο το να θέσεις ένα τέτοιο ερώτημα σε ένα τόσο mainstream, μέγα πλαίσιο όπως αυτό της Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης. Για μας ήταν η συνέχεια της δουλειάς που είχαμε κάνει τα προηγούμενα χρόνια στο Ζάγκρεμπ και μια ευκαιρία να χρησιμοποιήσουμε τη Μπιενάλε σαν έναν ενισχυτή για να ακουστεί δυνατότερα αυτό που εμείς αλλά και άλλοι άνθρωποι συζητούσαν. Ήταν ενδιαφέρον το ότι η Μπιενάλε συνέπιπτε με την αρχή της κρίσης το 2009 και έτσι τα ερωτήματα που έθετε για μια πιο δίκαιη κοινωνία έγιναν πολύ πιο σημαντικά επειδή οι ζωές των ανθρώπων γίνονταν φτωχότερες και επισφαλείς Το επόμενο βήμα έχει να κάνει πάντα με το να αντιμετωπίσεις τα όρια και τα όρια της πολιτιστικής σφαίρας και ειδικά του κόσμου της τέχνης που όπως ξέρουμε είναι αντιφατικός, βασισμένος σε διαφορετικών ειδών κεφάλαια.
Η ερώτηση αφορά την πολιτιστικοποίηση της πολιτικής και μας πάει πίσω σε μια συζήτηση που ξεκινά από τις δεκαετίες του ‘20 και του ‘30 και αν η συζήτηση αυτή περιοριστεί στο πεδίο της τέχνης αυτό είναι πολύ προβληματικό γιατί μοιάζει να κάνουμε το χώρο της τέχνης ένα είδος παιδικής χαράς για να δοκιμάσουμε κάτι που δεν μπορούμε να κάνουμε στην κοινωνία. Όμως, υπάρχουν πολλές διασταυρώσεις ανάμεσα στα κοινωνικα κινήματα και την τέχνη, και ορισμένες από αυτές αντιπροσωπεύονται στην έκθεση, όπως για παράδειγμα οι Mujeres Publicas, μια φεμινιστική ομάδα από την Αργεντινή που η δουλειά που κάνει, όπως π.χ. για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, έχει αντίκτυπο στην κοινωνία όμως η γλώσσα και η πλατφόρμα που χρησιμοποιεί είναι μια γλώσσα και πλατφόρμα σύγχρονης τέχνης.
Αντίστοιχες περιπτώσεις δείχνουν ότι η τέχνη δεν είναι ένα μαγαζί επισκευών για τα προβλήματα της κοινωνίας αλλα οι καλλιτεχνες μπορούν να πάρουν τα προβλήματα στα σοβαρά και να τα ανοίξουν σε ευρύτερα πεδια. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι αυτή η πρακτική που ξεκινήσαμε τότε είχε κάποια θετικά αποτελέσματα αλλά και έφερε στην επιφάνεια τα όρια και τα αδιέξοδα της πολιτιστικοποίησης της πολιτικής και της πολιτικοποίησης της τέχνης. Επιστρέφοντας στην έκθεση, αν τη δούμε σαν ένα χώρο συμβίωσης όπου οι γυναίκες μπορούν να συνευρεθούν και όλες αυτες οι φωνές να ακουστούν, βλέπουμε πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το χώρο της τέχνης σαν ένα χώρο για να συμβεί μια τέτοια συνεύρεση τόσο σε πραγματικό χρόνο όσο και μια συνεύρεση με την ιστορία μας. Και όχι σαν ένα χώρο προπαγάνδας.

«Το κεντρικό ερώτημα της έκθεσης αφορά δεκάδες αγώνες που συμβαίνουν ανά τον κόσμο και συνδέονται με τον φεμινισμό και είναι μια πρόσκληση προς το κοινό και προς εμάς να αναρωτηθούμε και μια ερώτηση σε όλους μας: ποιές είναι σήμερα οι αντάρτισσες, πολιτικά αλλά και στην καθημερινή μας ζωή».

Η τέχνη μπορεί να ειδωθεί σαν ένα προνομιακό πεδίο για να συζητήσουμε το πεσιμιστικό σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό κλίμα. Με ποιον τρόπο μπορεί να μεταφερθεί αυτή η παρέμβαση εκτός του χώρου της τέχνης και ποιά είναι τα όρια της σχέσης τέχνης και ακτιβισμού;
Η σημαντική ερώτηση για όσους ασχολούμαστε με την τέχνη είναι πώς μπορούμε να μην αντιπροσωπεύουμε λανθασμένα τις δυσκολίες που υπάρχουν εκτος του πεδίου της τέχνης θεματοποιώντας τις και πώς να μην χρησιμοποιούμε αυτή την προνομιούχα θέση, το ηγεμονικό πεδίο που έχουμε εκπροσωπώντας τους περιθωριοποιημένους αλλά δημιουργώντας καταστάσεις συνεύρεσης. Είναι εξίσου σημαντικό οι καλλιτέχνες να μην είναι αφελείς, θεωρώντας ότι λύνουν ένα πρόβλημα. Στις ευθύνες μας συγκαταλέγεται η συμμετοχή μας στις πολιτικές προσπάθειες, στον ακτιβισμό, γιατί αν και είναι μέρος της ζωής μας, δεν είναι απαραίτητα μέρος μιας έκθεσης.
Θα έλεγα, ότι οι εκθέσεις, τα έργα τέχνης, η ποίηση και όλα τα άλλα είδη τέχνης είναι εδώ για να μας δίνουν έμπνευση… Να είμαστε πιο γενναίοι στη ζωή μας, περισσότερο προσεκτικοί με τους άλλους και να πολεμάμε την πατριαρχία, τον ρατσισμό, τον αντικομμουνισμό στην καθημερινή μας ζωή, γιατί τελικά έχουν σημασία περισσότερα πράγματα και όχι μόνο η ψήφος. Έτσι, αν κάποια σημεία της έκθεσης εμπνεύσουν τους πολίτες να κάνουν τέτοια βήματα, θα είμαστε πολύ χαρούμενες.

Dora Economou, Born in Flames, 2012, Installation, Plexiglas, color, 22 x 31 x 5 cm

Πρόσφατα δημιουργήσατε την WHW Akademija. Πώς βλέπετε τις νέες δυναμικές που αναπτύσσονται στη σχέση της πολιτιστικής βιομηχανίας με την Ακαδημία και το γεγονός ότι εντατικοποιούνται τα διαφορετικής ταχύτητας πανεπιστήμια που φιλτράρουν ταξικά και με όρους κέντρου και περιφέρειας την Ακαδημία;
Η έννοια της ημι-περιφέρειας έχει μεγάλη σημασία για εμάς, έτσι θέλαμε να υπερασπιστούμε ιστορικές τροχιές του Ζάγκρεμπ, το οποίο τη δεκαετία του ‘60 και του ‘70 ήταν ένα είδος κέντρου όντας το επίκεντρο μιας σειράς πολιτιστικών κινημάτων. Η ιδέα, επιπλέον, ήταν να δημιουργηθεί μια σύνδεση ανάμεσα στις γενιές, διότι όταν ξεκινήσαμε στα τέλη του ‘90 - αρχές του 2000, η γενιά της Sanja Iveković, καλλιτέχνες που άρχισαν να δουλεύουν το ‘60 και το ‘70 ήταν ανεπίσημα οι δάσκαλοι-ες μας. Ουσιαστικά, μαθαίναμε μέσα από τις εκθέσεις και τις συνεργασίες και για εμάς αυτή η διαδικασία απόκτησης γνώσης απευθείας από τους καλλιτέχνες ήταν πολύ σημαντική -και ακόμα είναι- και θέλαμε να τη μετατρέψουμε σε μια νεα εκπαιδευτικη συνθηκη γιατί όταν ξεκινούσαμε επικεντρωθήκαμε στις νεότερες γενιές καλλιτεχνών μια που δεν υπήρχαν αρκετοί χώροι που να κάνουν κάτι τέτοιο ενώ πλέον υπάρχουν αρκετοί.
Η Ακαδημία δεν έχει δίδακτρα, έχει διάρκεια επτά μήνες, με ένα πολύ απαιτητικό πρόγραμμα, όπου καλλιτέχνες και επιμελητές παραδίδουν μαθήματα αρκετά πειραματικά. Με το πρόγραμμα θέλουμε να δώσουμε ένα κίνητρο στους σπουδαστές να είναι πιο υπεύθυνοι πολίτες, αλλά και καλλιτέχνες, αφήνοντας στην άκρη την πίεση της καλλιτεχνικής τελειότητας, και έχοντας την δυνατότητα για πειραματισμό, λάθη και διαφορετικούς τύπους παραγωγής που να μην εξαρτώνται απαραίτητα από τις προσκλήσεις και τον προϋπολογισμό των ιδρυμάτων.
Αυτό το ταξίδι ξεκίνησε πέρυσι τον Οκτώβριο και οι πρώτοι απόφοιτοι θα βγουν τον Ιούλιο, έτσι αυτή τη στιγμή είμαστε σε διαδικασία επιλογής της επόμενης γενιάς καλλιτεχνών και παρότι δεν έχουμε δίδακτρα, αυξήσαμε τη χρηματοδότηση προς τους φοιτητές, αν και ακόμη θα χρειάζονται κάποια χρήματα για τα βασικά τους έξοδα. Πιστεύω ότι τέτοιου είδους προγράμματα συμβαίνουν σ’ όλο τον κόσμο, εξαιτίας της ανάγκης για εκπαίδευση, που ειδικά στον πολιτικό χώρο είναι ακόμα πιο σημαντική, σε συνδυασμό με την ανάγκη να βγούμε από την εμπορευματοποιημένη εκπαίδευση. 

Πώς χρηματοδοτείται η Ακαδημία σας;
Οι συνεργάτες και οι υποστηρικτές μας είναι ιδρύματα τέχνης όπως το ERSTE Foundation, και η συλλογή Kontakt Art Collection που εστιάζει στην νεοαβανγκάρντ και πειραματική τέχνη στην Ανατολική Ευρώπη από το 1960 και μετά και την οποία χρησιμοποιούμε και στα μαθήματά μας.

Στήνοντας την έκθεση - στην προθήκη το έργο της Adela Jušić «Φούστα: κόκκινη, Φούστα: λευκή», δύο φούστες, μια από μια παλιά κομμουνιστική σημαία και μια από το μετάξι ενός αλεξίπτωτου εμπνευσμένες από τις διηγήσεις δύο παλιών ανταρτισσών.

Έχετε σαν βάση σας την Περιφέρεια. Πώς προσεγγίζετε τον όρο σήμερα; Πριν 15-20 χρόνια ένα ισχυρό ρεύμα σκέψης που επηρέασε την τέχνη διεθνώς ήρθε από την Περιφέρεια, και η Ανατολική Ευρώπη όπως και η Μέση Ανατολή, έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτό. Πώς το βλέπετε αυτό να αλλάζει, καθώς όλο και γιγαντώνεται ο χώρος της τέχνης;
Αυτό είναι ένα πολύπλοκο ερώτημα, εξαιτίας του ότι αφορά πολλές πλευρές. Βλέπουμε, γόνιμο έδαφος που μπορεί να προκύψει στην περιφέρεια, αν και είναι πιο επισφαλές. Η θέση μας δεν είναι εντελώς επαγγελματοποιημένη και οι πόροι συρρικνώνονται διαρκώς, αλλά ο ρόλος μας σε μια τέτοια κοινωνία είναι ακόμα πιο σημαντικός. Είναι σημαντικό να επαναπροσδιοριστεί το πεδίο του πολιτισμού και το μοντέλο της παραγωγής, τώρα που έχουμε βιώσει, τουλάχιστον στην Ανατολική Ευρώπη, το πώς ο τρόπος που μεγαλώσαμε, που συγκεντρώσαμε το ενδιαφέρον της δύσης, που συλλέχθηκαν τα έργα των καλλιτεχνών και συμπεριλήφθηκαν σε αφηγήσεις και ιδρύματα, στηρίζεται στη λογική της αποκιοκρατίας, απλώς σήμερα υπάρχουν πολύ περισσότερες στρατηγικές για να αντιμετωπιστούν τέτοιες τάσεις.
Για παράδειγμα, στην Ανατολική Ευρώπη σήμερα είμαστε εκτός μόδας, γνωρίσαμε στο παρελθόν πώς είναι να προσελκύεις το ενδιαφέρον, και μετά να το χάνεις, και πιστεύω ότι η καθεμία μας πρέπει τελικά να ορίσει τη δική της θέση, και έτσι η ερώτηση που θέσαμε με το όνομα της δικής μας κολεκτίβας και της πρώτης μας έκθεσης (Τι, πώς και για ποιόν/ What, How and for Whom) είναι αυτή που πρέπει να θέσει κάθε εργαζόμενη στον πολιτισμό στην περιφέρεια, ποιος είναι ο δικός της ρόλος και με ποιούς άλλους τρόπους μπορούν να γίνουν τα πράγματα. Οι ζώνες του ενδιαφέροντος πάντα αλλάζουν αφού μετά την Ανατολική Ευρώπη ήρθε η Λατινική Αμερική, η Κίνα, ενώ τώρα η Αφρική πάει επίσης πολύ καλά. Θα δούμε τι θα ακολουθήσει μετά και αν κάποια από αυτά τα κύματα ενδιαφέροντος επανεμφανιστούν. Ένα από τα πλεονεκτήματα της ημι-περιφερειακής θέσης πάντως, είναι ότι μπορείς να πειραματιστείς και να ρισκάρεις, γιατί στη δική μας κουλτούρα η αγορά είναι σχεδόν ανύπαρκτη και πρέπει τουλάχιστον να απαιτήσουμε αυτή την ελευθερία με πιο ελεύθερες παραγωγές.

RajkamalKahlon,Die Völker der Erde (People of the Earth), 2017 – 2019, ink and gouache watercolour on paper

Πιστεύετε ακόμη στο μοντέλο της μπιενάλε ως ευκαιρία για να ανοίξεις έναν ουσιαστικό διάλογο;
Παρόλη την κριτική που τους έχει ασκηθεί οι μπιενάλε είναι ακόμη εδώ. Πιστεύουμε ότι είναι απλά ένα πλαίσιο που μπορεί να επαναπροσδιοριστεί από τις επιμελητικές φωνές και να μολυνθεί. Υπάρχουν ακόμα πλατφόρμες που μπορούν να φιλοξενήσουν τις διαφορετικές οπτικές που υπάρχουν, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο το μοντέλο έχει κορεστεί. Παρόλα αυτά εξαιτίας της στενής σχέσης της μπιενάλε με την οικονομία και τον τουρισμό πιστεύουμε ότι αυτό το μοντέλο θα συνεχίσει να υπάρχει, οπότε ειδικά σήμερα περισσότερο από ποτέ υπάρχει η ανάγκη να δούμε τι άλλο μπορεί να είναι μια Μπιενάλε. Περιμένουμε λοιπόν τις εκθέσεις που θα γίνουν στα επόμενα χρόνια με τη μορφή της Μπιενάλε και έτσι θα καταλάβουμε αν τελικά αυτή η στιγμή της επαναδιαπραγμάτευσης θα συμβεί ή όχι.

«Στην Κροατία η νεότερη γενιά των εργαζόμενων στον πολιτισμό έχει πετύχει τη σύνδεση με τις εργάτριες που βιώνουν τα καταστροφικά αποτελέσματα των ιδιωτικοποιήσεων αλλά και με την Ακαδημία. Και πλέον αυτή η προσπάθεια μεταφέρθηκε και στο πεδίο της πολιτικής με ακτιβίστριες και εργαζόμενες στον πολιτισμό να παίρνουν μέρος σε νέες δημοκρατικές παρατάξεις όπως το Zagreb je naš (Το Ζάγκρεμπ είναι δικό μας) και το možemo (μπορούμε)».

Ποιά άλλα μοντέλα θεωρείτε σημαντικά σήμερα;
Σίγουρα οι εκθέσεις, εξαιτίας της προσωρινής και της ευχάριστης φύσης τους, είναι ακόμα ικανές να μας φέρνουν κοντά και να λειτουργούν ως ένα είδος έκρηξης των ανθρώπινων ιδεών και της ιστορίας. Εκτός από τις εκθέσεις υπάρχουν και άλλα μοντέλα τα οποία θα μπορούσαν να δουλευτούν ξανά και ξανά, κάποια από αυτά είναι η ποίηση, ο ακτιβισμός και τα κοινωνικά δίκτυα.
Η σημαντική ερώτηση εδώ είναι πώς να συνεχίσουμε, επειδή από το 2009, μετά την Αραβική Άνοιξη και τις διαμαρτυρίες ανά τον κόσμο, παρατηρούμε μια εξάντληση. Στο σημείο αυτό η εκπαίδευση μπορεί να σου δείξει δρόμους, χωρίς τα αποτελέσματα της να είναι απαραίτητα ορατά από την αρχή. Η μεταφορα γνώσης από γενιά σε γενιά εδώ είναι πολύ σημαντική.

Theo Prodromidis, Towards the production of Dialogues On The Market Of Bronze and Other Precious Materials, 2013, 4th Athens Biennale

Πόσο εύκολη είναι σήμερα η χρηματοδότηση για πρότζεκτ σαν τα δικά σας σήμερα;
Είναι μια πρόκληση και πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να δουλέψεις με πολύ λίγους πόρους. Στις μέρες μας βλέπουμε ότι η δημόσια χρηματοδότηση είναι ακόμα μικρότερη από παλιά για τέτοιες δραστηριότητες και μοιράζεται σε πολιτιστικές παραγωγές με λαϊκίστικα οράματα για το σύγχρονο καλλιτεχνικό πεδίο, ενώ τα ιδιωτικά ιδρύματα αναλαμβάνουν το ρόλο που είχε παλιότερα το δημόσιο όντας συχνά πολύ πιο γενναιόδωρα ή έχοντας λιγότερες απαιτήσεις επειδή υπάρχει πραγματικά τεράστια γραφειοκρατία στα ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, όλους αυτούς τους πολύτιμους χορηγούς που σου επιτρέπουν τον πειραματισμό και δεν υπάγουν το πεδίο της τέχνης σε αυτό της γραφειοκρατίας και τη λογική ότι ο αριθμός του κοινού είναι ο μοναδικός δείκτης της επιτυχίας και της αποτελεσματικότητας ενός πρότζεκτ. Μπορούμε να μάθουμε από τη νεότερη γενιά και το πώς χρησιμοποιούν τις νέες οικονομίες, νοικιάζοντας για παράδειγμα το διαμέρισμά τους σε τουρίστες και χρησιμοποιώντας μέρος των χρημάτων για καλλιτεχνικούς σκοπούς. Θα πρέπει όμως να είμαστε προετοιμασμένοι να δουλέψουμε με πολύ μικρά κεφάλαια ή ακόμη και χωρίς καθόλου κεφάλαια για να είμαστε πιο ελεύθεροι.

Yota Ioannidou, When I am saying krikkrikkrik, 2016

Υπάρχει λοιπόν χώρος για φεμινισμό και πολιτική δράση στη σύγχρονη Κροατία; 
Οι φοιτητικές διαμαρτυρίες ενάντια στην εμπορευματοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης το 2008-2009 που οδήγησαν σε κάποια από τα κινήματα των αγανακτισμένων ανά τον κόσμο ξεκίνησαν στην πραγματικότητα από το Ζάγκρεμπ. Τώρα αυτή η γενιά μετά από 10 χρόνια έκανε ένα σημαντικό βήμα παρακάτω, που οι προηγούμενες γενιές, της δικής μας συμπεριλαμβανομένης, δεν είχαν κάνει. Κατάφεραν να συνδεθούν με τους εργάτες και με όλους αυτούς, κυρίως τις γυναίκες, που βιώνουν τα καταστροφικά αποτελέσματα των ιδιωτικοποιήσεων των παλιών βιομηχανιών.
Αυτή, η νεότερη γενιά cultural workers κάνει πράξεις, που αν και δεν είναι εμφανείς, εστιάζουν στην εκπαίδευση των γυναικών όπως είναι οι παλιές εργάτριες, αλλά και στη σύνδεση με την Ακαδημία. Και πλέον αυτή η προσπάθεια που εστιάζει στο τρίπτυχο εργάτες, εργαζόμενοι στον πολιτισμό και στον ακαδημαϊκό χώρο, μεταφέρθηκε και στο πεδίο της πολιτικής με ακτιβίστριες και εργαζόμενες στον πολιτισμό να παίρνουν μέρος σε νέες δημοκρατικές παρατάξεις όπως το Zagreb je naš (Το Ζάγκρεμπ είναι δικό μας) και το možemo (μπορούμε) που κατέβηκε στις Ευρωεκλογές μαζί με κάποια ακόμα αριστερά κόμματα.
Η γενιά μας μαζί με νεότερες και παλιότερες καλλιτέχνιδες, επιμελήτριες, φεμινίστριες συμμετέχουν ενεργά σε αυτά τα κόμματα. Δεν είμαστε αφελείς, μας ενδιαφέρει να μάθουμε από όσα συνέβησαν π.χ. στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, αλλά θεωρούμε ότι είναι σημαντικό να πάρουμε μέρος σε αυτήν την προσπάθεια. 

Συμμετέχουν: Marwa Arsanios, Lela Čermak, Ντόρα Οικονόμου, Vlatka Horvat, Γιώτα Ιωαννίδου, Sanja Iveković, Adela Jušić, Gülsün Karamustafa, Rajkamal Kahlon, Mujeres Públicas, Ana Vujanović and Marta Popivoda, Θοδωρής Προδρομίδης, Želimir Žilnik.

i Η έκθεση «Θα ανοίξω την πόρτα ίσια, ολόισια στη φωτιά» παρουσιάζεται στο State of Concept ως τις 7/9.