Συνέντευξη

Η «Akwa Ibom» δεν είναι μόνο μια επαρχία της Νιγηρίας

Από -

Rosalind Nashashibi, «Part One: Where there is a joyous mood, there a comrade will appear to share a glass of wine», 2018, courtesy of the artist and Lux, London
Rosalind Nashashibi, «Part One: Where there is a joyous mood, there a comrade will appear to share a glass of wine», 2018, courtesy of the artist and Lux, London

Η νεαρή επιμελήτρια Μάγια Τούντα έχει δώσει ήδη τα πρώτα ιδιοσυγκρασιακά δείγματα γραφής τόσο στην Αθήνα όσο και στη Λιθουανία, όπου έχει συνιδρύσει το χώρο-δομή τέχνης «Montos Tattoo». Γι αυτήν η επιμέλεια, ειδικά σε ένα δικό της χώρο, έχει να κάνει τόσο με το ξέμπλεγμα του εκάστοτε υφάσματος/έργου ενός ή περισσότερων δημιουργών όσο και με τη δημιουργία μιας κοινότητας. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει με το πολύ ενδιαφέρον νέο project space «Akwa Ibom» στα Εξάρχεια, σε ένα ατμοσφαιρικό μεσοπολεμικό διαμέρισμα της Βαλτετσίου, που εγκαινιάστηκε με την ομαδική έκθεση «Ties to people, of a certain intensity» (μέχρι 14/2).

banner

Τη συναντήσαμε, μιλήσαμε για τις αναφορές και τους στόχους της (που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων έναν πειραματισμό πάνω στην φωτογραφική καταγραφή των εκθέσεων αλλά και στην κειμενική τους διάσταση, με σκοπό την επανεξέταση της συνθήκης μιας έκθεσης με αρχή και τέλος) και της ζητήσαμε να μας ξεμπλέξει το κουβάρι που ενώνει τα Εξάρχεια με τη Νιγηρία διαμέσου της Λιθουανίας!

Πώς προέκυψε το Akwa Ibom;
Η Akwa Ibom προέκυψε μέσα από την συνεργασία μου με τη Νιγηριανή καλλιτέχνιδα Ότομπονγκ Νκάνγκα στα πλαίσια του έργου της «Carved to Flow» στην documenta 14. Το έργο αποτελούνταν, σε πρώτο στάδιο, από μια εγκατάσταση-σαπωνοποιείο στην Καλλιθέα όπου η Ότομπονγκ σε συνεργασία με την Εύη Λαχανά (laouta products) παρήγαγε συνταγές σαπουνιών με βάση το ελαιόλαδο. Εκεί επιμελήθηκα ένα δημόσιο πρόγραμμα, το οποίο συμπεριέλαβε πολύ διαφορετικές πρακτικές: μια προσωπική συλλογή αποστάξεων, αρωμάτων και σαπουνιών της εικαστικού Ίριδας Τουλιάτου, μια παρουσίαση από δράσεις της αγρο-οικολογικής κολεκτίβας του εικαστικού Fernando Garcia-Dory, ένα ερευνητικό και επιμελητικό πρόγραμμα πάνω στην γεωφαγία από τους Jennifer Teets και Lorenzo Cirrincione, και αναγνώσεις των ποιημάτων-τελετουργιών του Αμερικανού ποιητή CAConrad.
Αυτές οι δουλειές συνδέονταν μεθοδολογικά καθώς οικειοποιούνταν λεξιλόγια των χώρων της υγιεινής, της τυροκομικής, της αγροτικής καλλιέργειας, ή και της μηχανιστικής παραγωγής, με σκοπό την δημιουργία πιο αφηρημένων αφηγήσεων και την ανάδυση ενός γνωσιακού πλαισίου γύρω από προϊόντα που χρησιμοποιούμε καθημερινά. Μέσα από τις δράσεις αυτές που πραγματοποιήθηκαν στο εργαστήριο ξεκίνησε η ιδέα ενός εκθεσιακού χώρου, αρχικά με σκοπό να συνεχίσουμε αυτές τις συνομιλίες και να επεκτείνουμε τη ζωή του ίδιου του έργου εδώ στην Αθήνα. Μάλιστα η πρωταρχική ιδέα ήταν ο χώρος να λειτουργεί παράλληλα ως εργαστήριο παραγωγής σαπουνιών.
Στην πορεία όμως αυτή η ιδέα άλλαξε και σταδιακά γεννήθηκε η ιδέα για έναν ανεξάρτητο χώρο, την Akwa Ibom, με σκοπό όμως να στηρίζεται οικονομικά, μερικώς, από τις εισφορές που προσφέρουν οι πωλήσεις των σαπουνιών του «Carved to Flow». Η Ότομπονγκ εξ’ αρχής είχε οραματιστεί να λειτουργεί το έργο της ως δομή υποστήριξης οπότε για εκείνη πιστεύω αυτή η σύμπραξη ήταν μια φυσική συνέχεια της συνεργασίας μας και της σχέσης που ανέπτυξε η ίδια με την Αθήνα.

banner
NBA, «Zephyr», 2019, βαφή αυτοκινήτου σε αλουμίνιο, από την έκθεση «Δεσμοί Κάποιας Έντασης» (μέχρι 14 Φεβρουαρίου)
NBA, «Zephyr», 2019, βαφή αυτοκινήτου σε αλουμίνιο, από την έκθεση «Δεσμοί Κάποιας Έντασης» (μέχρι 14 Φεβρουαρίου)


Τι σχέση έχει μια επαρχία της Νιγηρίας με ένα διαμέρισμα στα Εξάρχεια;
Η Akwa Ibom είναι μια περιοχή στη Νότια Νιγηρία από την οποία προέρχεται ο πατέρας της Ότομπονγκ. Η ιδέα να ονομάσουμε έτσι το χώρο ήταν δική μου. Ήθελα να ευχαριστήσω την Ότομπονγκ για την επένδυση της σε αυτό το εγχείρημα, αλλά παράλληλα ήταν κι ένας τρόπος να αναφερθούμε μέσα από την ονομασία του χώρου στην περιπλοκή των γεωγραφιών που κατέστησαν δυνατή τη δημιουργία του. Στην Akwa Ibom της Νιγηρίας μάλιστα, η Ότομπονγκ ίδρυσε το Carved to Flow Foundation πέρσι, το οποίο δημιουργεί ένα παραπάνω μπέρδεμα, πιθανόν βέβαια θεμιτό.
Όσον αφορά το «διαμέρισμα στα Εξάρχεια» έμαθα πρόσφατα πως χτίστηκε από έναν ηλεκτρολόγο μηχανικό την δεκαετία του ‘20, ο οποίος δούλευε στο Πολυτεχνείο με σκοπό την εδραίωση της ευρύτερης χρήσης του ηλεκτρικού στην Αθήνα. Μ’ αρέσει η ιδέα αυτής της χρονικής, γεωγραφικής, συναισθηματικής ακόμα, απόστασης ανάμεσα στις δύο αυτές τοποθεσίες και αντίρροπα η δημιουργία μιας συγκεχυμένης σχέσης μεταξύ τους. Συρραφούν μία απρόσμενη σχέση.

«Μ’ αρέσει η ιδέα αυτής της χρονικής, γεωγραφικής, συναισθηματικής ακόμα, απόστασης ανάμεσα στην Akwa Ibom της Νιγηρίας και στην Akwa Ibom στα Εξάρχεια, και αντίρροπα η δημιουργία μιας συγκεχυμένης σχέσης μεταξύ τους. Συρραφούν μία απρόσμενη σχέση».

Ποια ήταν η εμπειρία σου δουλεύοντας μαζί με την Otobong Nkanga; Πώς εξελίχθηκε το εργαστήριο σαπουνιών που είδαμε στη documenta14;
Το εργαστήριο έχει πάρει πολλές μορφές από την documenta 14 μέχρι σήμερα. Έχει γίνει σχολείο στο Ντακάρ, προγράμματα δημόσιων δράσεων, νέες εγκαταστάσεις ή εργαστήρια παραγωγής σαπουνιών σε συνεργασία με την Εύη Λαχανά σε διάφορα μέρη, και έχω λάβει ενεργά μέρος σε αυτές του τις μετεξελίξεις οργανώνοντας ομιλίες και άλλες δράσεις. Με την Ότομπονγκ έχουμε δημιουργήσει έτσι σχέσεις και αφουγκραστεί ιδέες μοναδικών ανθρώπων όπως του Newton Harrison από το Harrison Studio, τους Αμερικάνους πρωτοπόρους της περιβαλλοντολογικής τέχνης, και της ακαδημαϊκού Elizabeth Povinelli, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, και ταυτόχρονα έχουμε ζήσει μαζί ανά περιόδους στο Βερολίνο και το Ντακάρ.

Γυρνώντας στο έργο, η μορφή του ως εργαστήριο είχε σε μεγάλο βαθμό ως σκοπό την συνέργεια των αισθήσεων αλλά και την ανάγνωση ενός προϊόντος ως διαδικασία παραγωγής με επεκτάσεις πέραν του χώρου και του χρόνου στο οποίο μας συναντά η το καταναλώνουμε. Υπό μία έννοια, το έργο είναι σαν να τραβάει μια κλωστή από ένα ύφασμα που έχει ξεφτίσει. Δεν ξετυλίγει ολόκληρο το κομμάτι ύφασμα αλλά μέσα από αυτήν την κίνηση δημιουργεί την εικόνα, την φαντασία αυτής της ολοκληρωτικής αποδόμησης του υφάσματος. Το σαπούνι είναι ένα μέσο, και όχι αυτοσκοπός. Το έργο μιλάει για τις ιστορίες, τις προσωπικές, οικονομικές, πολιτικές και γεωγραφικές σχέσεις που συμβάλλουν απαραίτητα στην δημιουργία πρώτα απ’όλα των συνθηκών εκμετάλλευσης των πρώτων υλών. Η έρευνα που κάναμε με την Ότομπονγκ μας φανέρωσε πολλές μυθοπλασίες, η ίσως καλύτερα, αθώα ψέματα, τα οποία υποβόσκουν στα προϊόντα της καθημερινότητάς μας.

Ένα παράδειγμα που μου αρέσει πολύ είναι το πράσινο σαπούνι, το οποίο παρουσιάζεται ως ένα αυθεντικό, παρθένο προϊόν από ελαιόλαδο, το οποίο όμως οφείλει το χρώμα του σε μια χρωστική ουσία (όταν δεν εμπεριέχει δαφνέλαιο). Το σαπούνι από ελαιόλαδο κανονικά είναι άσπρο η εκρού, οπότε αυτή η ιδέα του πράσινου σαπουνιού είναι ένα τεχνητό δημιούργημα. Μια αντίστοιχη ιστορία που έχει ενδιαφέρον, είναι το Madras της Αμερικανίδας συγγραφέα Eileen Myles η οποία μιλάει για το πως καθιερώθηκε η ιδέα στην Αμερική ότι τα Madras υφάσματα για να είναι αυθεντικά πρέπει να ξεβάφουν στο πλύσιμο, το οποίο όπως αφηγείται η Eileen προήλθε από ένα λάθος μιας εταιρείας που είχε εισάγει τα υφάσματα αυτά από την περιοχή στην Ινδία, και χωρίς να φιξάρει τα χρώματα, είχε ράψει με αυτά πουκάμισα. Προκειμένου να μη χρεοκοπήσει, με το που συνειδητοποίησαν τι είχε συμβεί, τύπωσαν και έραψαν στις μπλούζες ετικέτες που υπόσχονταν μάλιστα ότι τα πουκάμισα ήταν “guaranteed to bleed”! Από τέτοιες πλάνες ουσιαστικά μέχρι άλλα αθώα αφηγήματα, σ’ ένα βαθμό η δουλειά της Ότομπονγκ, πραγματεύεται και αυτό - μια τεχνητή αφήγηση πίσω από τα προϊόντα.

«Η έρευνα που κάναμε με την Ότομπονγκ μας φανέρωσε πολλές μυθοπλασίες, ή ίσως καλύτερα, αθώα ψέματα, τα οποία υποβόσκουν στα προϊόντα της καθημερινότητάς μας, όπως το πράσινο σαπούνι, το οποίο παρουσιάζεται ως ένα αυθεντικό, παρθένο προϊόν από ελαιόλαδο, οφείλει όμως το χρώμα του σε μια χρωστική ουσία (όταν δεν εμπεριέχει δαφνέλαιο). Το σαπούνι από ελαιόλαδο κανονικά είναι άσπρο η εκρού, οπότε αυτή η ιδέα του πράσινου σαπουνιού είναι ένα τεχνητό δημιούργημα».

Ποιοι είναι δεσμοί σου με τη Λιθουανία και τους καλλιτέχνες που παρουσιάζεις στην έκθεση «Ties to people, of a certain intensity»;
Ζω ανάμεσα στην Αθήνα και την Λιθουανία και διατηρώ εκεί έναν χώρο, το «Μontos Tattoo», μαζί με τον εικαστικό Liudvikas Buklys που είναι κι ένας από τους καλλιτέχνες που συμμετέχουν στην έκθεση, τον εικαστικό Gediminas Akstinas και την επιμελήτρια και σκηνοθέτη Gerda Paliusyte. Την Λιθουανία την αγαπώ πάρα πολύ. Έζησα εκεί πέντε χρόνια που με επηρέασαν πολύ όσον αφορά την πρακτική μου ως επιμελήτρια και τη σχέση μου με τους καλλιτέχνες. Οι χαρακτήρες που απεικονίζονται στην ταινία της Rosalind Nashashibi που ήταν και η πηγή έμπνευσης της έκθεσης, καθώς και οι καλλιτέχνες του NBA, είναι άνθρωποι που η δουλειά τους αποτελεί για μένα πρότυπο ή σημείο αναφοράς, και με τους οποίους έχω επίσης μοιραστεί πολύ όμορφες δημιουργικές στιγμές σ’ ένα αμιγώς μη επαγγελματικό πλαίσιο.

© Γιώργος Πρίνος
© Γιώργος Πρίνος

Πώς σχεδιάστηκε η έκθεση και πώς ανταποκρίθηκαν οι συμμετέχοντες;
Η πρώτη έκθεση έπρεπε με κάποιο τρόπο να σηματοδοτεί ή να μιλά για το τι σημαίνει το ξεκίνημα του χώρου, και γι’ αυτό επέστρεψα σε μια δική μου αφετηρία. Έχω φανταστεί τον χώρο ως ένα βιβλίο το οποίο εκτυλίσσεται. Θα σου πω γι’ αυτό πιο μετά. Το καλοκαίρι λοιπόν που ετοιμαζόμασταν να ανοίξουμε το χώρο με την Ότομπονγκ, εγώ βρισκόμουν στην Λιθουανία γιατί άνοιγα εκεί μια έκθεση του Χρήστου Τζίβελου, και εκεί οι συνεργάτες μου μου έδειξαν για πρώτη φορά την ταινία της Rosalind Nashashibi στην οποία και πρωταγωνιστούσαν και η οποία πραγματευόταν ακριβώς αυτούς τους έντονους δεσμούς - πέραν των αμιγώς ερωτικών ή φιλικών σχέσεων - που συνδέουν ανθρώπους που μοιράζονται μια καλλιτεχνική ή δημιουργική αντίληψη, μια συνέργεια που εκφράζεται μέσα από υφές της καθημερινότητας. Οπότε αισθάνθηκα ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει άλλη αφετηρία για το χώρο, και εν συνεχεία προσκάλεσα τους καλλιτέχνες με τους οποίους δουλεύω εκεί να δείξουν τα έργα τους. Εκείνοι μου αντιπρότειναν να φτιάξουν ένα συλλογικό έργο.

Ποια είναι τα βασικά σου ενδιαφέροντα ως επιμελήτρια;
Για μένα η επιμέλεια είναι ένας τρόπος να αποκτώ πρόσβαση σε κόσμους που δημιουργούν οι καλλιτέχνες, τους μεταφορικούς κόσμους τους, αλλά και τους υλικούς χώρους που διαμορφώνουν. Η δημιουργία και η διατήρηση ενός στούντιο για παράδειγμα, με όλες τις επιβραδύνσεις ή επιταχύνσεις που επιβάλλει η υλικότητα των πραγμάτων - το ενοίκιο, η θέρμανση, ο καφές κ.λπ., αυτή η αναμέτρηση ανάμεσα σε μια υλιστική, πρακτική συνθήκη και την επένδυση ενός καλλιτέχνη σε μια σκέψη, επιθυμία, φαντασία, εικόνα, τελετουργία, κ.λπ., προϋποθέτει θάρρος και δύναμη.
Γι’ αυτό το λόγο, την πρόσβαση σ’ αυτούς τους χώρους την αισθάνομαι ως προνόμιο, και την εμπειρία αυτή, την ενεργειακή, συναισθηματική, αλλά και πρακτική επένδυση αυτών των δημιουργών, θέλω να μπορώ να την μεταφράσω και να την μεταφέρω σ’ ένα κοινό δημιουργώντας όσο το δυνατόν καλύτερες συνθήκες. Και αυτό για μένα μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα, αλλά σε μεγάλο βαθμό συνδέεται με αυτό που έλεγα πριν σε σχέση με το έργο της Ότομπονγκ - ότι είναι σαν να τραβάει μια κλωστή.
Επιμελητικά με ενδιαφέρει να επενδύω αντίστοιχα στις συνθήκες, ακόμα και τις συναισθηματικές ή και κοινωνικές συνθήκες, παράλληλα με τις χωρικές συνθήκες, που επιτρέπουν το ξέμπλεγμα του εκάστοτε υφάσματος/έργου. Γι’ αυτό το λόγο ήθελα πολύ να στήσω έναν δικό μου χώρο, ώστε να μπορέσω σε βάθος χρόνου να διαμορφώσω μια ατμόσφαιρα, ένα αφηγηματικό πλαίσιο, και μια κοινότητα, που να είναι σε ενεργή σχέση.

«Επιμελητικά με ενδιαφέρει να επενδύω αντίστοιχα στις συνθήκες, ακόμα και τις συναισθηματικές ή και τις κοινωνικές, παράλληλα με τις χωρικές συνθήκες, που επιτρέπουν το ξέμπλεγμα του εκάστοτε υφάσματος/έργου. Γι’ αυτό το λόγο ήθελα πολύ να στήσω έναν δικό μου χώρο, ώστε να μπορέσω σε βάθος χρόνου να διαμορφώσω μια ατμόσφαιρα, ένα αφηγηματικό πλαίσιο και μια κοινότητα, που να είναι σε ενεργή σχέση».

Ποιοι είναι οι σταθμοί της μέχρι τώρα πορείας σου στο χώρο της τέχνης;
Σπούδασα Ιστορία της Τέχνης και Φιλοσοφία στην Σκοτία και μετέπειτα μετακόμισα στο Λονδίνο, όπου και δούλεψα ως intern σε μια γκαλερί και άρχισα να γράφω για την τέχνη σε διάφορες online πλατφόρμες. Το 2014 μετακόμισα στη Λιθουανία όπου δούλεψα πρώτη φορά ως επιμελήτρια στο Rupert και βοήθησα ουσιαστικά στη διαμόρφωση του σε residency και πλατφόρμα εναλλακτικής εκπαίδευσης. Από το 2017 που γύρισα στην Αθήνα, έχω δουλέψει ως ανεξάρτητη επιμελήτρια κάνοντας επιμέλειες δημόσιων προγραμμάτων στα πλαίσια της documenta 14, στο Gropius Bau στο Βερολίνο, στο Betonsalon και στη Villa Vassilief στο Παρίσι και ως βοηθός της Ότομπονγκ στο Raw Material Company στη Σενεγάλη.
Το 2018, ίδρυσα μαζί με τους φίλους που προαναφέρω το Montos Tattoo στην Λιθουανία, το οποίο είναι ένας ιδιοσυγκρασιακός χώρος που εκτυλίσσεται περισσότερο ως έργο τέχνης παρά ως δομή, και επιμελήθηκα κάποιες εκθέσεις οι οποίες ήταν προάγγελοι της Akwa Ibom, η μία εκ των οποίων πολύ αγαπημένη μου, το Bright File (June) που έλαβε χώρο στο hausn και που συνέδεε ποιητικά έργα των Έλενα Ναρμπουτάιτε, Ραλλού Παναγιώτου, Γιώργο Πρίνο, Ίρις Τουλιάτου, Χρήστο Τζίβελο και Κωστή Βελώνη, όπως και η έκθεση με φωτογραφίες από το αρχείο του Χρήστου Τζίβελου στο Montos Tattoo στο Βίλνιους. Οι δύο αυτές εκθέσεις, το πρόγραμμα δημόσιων δράσεων στο Gropius Bau σε συνάφεια με το έργο της Ότομπονγκ, που ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο, και η έρευνα που κάναμε με την Ότομπονγκ στην Σενεγάλη, είναι τρεις σημαντικές αφετηρίες για την Akwa Ibom.

NBA, «Ona», 2019, ακρυλικό και ενάμελ χρώμα σε αλουμίνιο
NBA, «Ona», 2019, ακρυλικό και ενάμελ χρώμα σε αλουμίνιο

Τι σχεδιάζεις για τη συνέχεια στην Akwa Ibom; Τι στόχους έχεις για έναν ορίζοντα διετίας, π.χ.;
Το Μάιο ετοιμάζω ένα διήμερο βασισμένο στον ήχο σε επιμέλεια του Gizmo (Berceuse Heroique) και του συνθέτη και μουσικού Jay Glass Dubs. Σχεδιάζω επίσης κάποιες εκθέσεις, οι οποίες θα συνδυάσουν έργα του ‘80 με νέες παραγωγές Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών και θα με ενδιέφερε πολύ να δείξω αρχειακό υλικό από δουλειές του Θανάση Τότσικα, της Λήδας Παπακωνσταντίνου και του Χρήστου Τζίβελου. Προετοιμάζω παράλληλα κάποιες συνεργασίες με νεότερους καλλιτέχνες που ζουν στην Αθήνα, όπως ο εικαστικός και μουσικός Άλεξ Αλεξανδρόπουλος και ο Laurentiu Sarjan, και παράλληλα θα με ενδιέφερε να δουλέψω ξανά με τους καλλιτέχνες της έκθεσης Bright File (June) που επιμελήθηκα πέρσι στο hausΝ, όπως και με την καλλιτέχνιδα Ima-Abasi Okon.
Σ’ έναν ορίζοντα διετίας θα ήθελα επίσης να δείξω τα γλυπτά και τα σχέδια του Βραζιλιάνου καλλιτέχνη Jose Leonilson σε διάλογο με τις κασέτες και τα φιλμ του David Wojnarowicz, τα διάφορα γλυπτά, πίνακες, και αντικείμενα συλλογής του Σενεγαλέζου Issa Samb και της ευρύτερης ομάδας, στην οποία ανήκε, ονόματι Laboratoire Agit’Art, καθώς και το να καλέσω στην Αθήνα τον Νοτιο-Αφρικανικό οργανισμό Chimurenga με τον οποίο είμαστε ήδη σε επαφή. Αυτά είναι κάποια από τα πρότζεκτ που είναι στον ορίζοντα και βρίσκονται σε ένα πλαίσιο συνεχούς αναθεώρησης. Σαφώς επίσης η υλοποίηση τους εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από την εύρεση χορηγιών το οποίο αποτελεί στην παρούσα φάση μία κύρια προτεραιότητα.

Rosalind Nashashibi, «Part Two: The Moon Nearly at the Full. The Team Horse Goes Astray», 2019, Πνευματική ιδιοκτησία: Rosalind Nashashibi και Lux, Λονδίνο
Rosalind Nashashibi, «Part Two: The Moon Nearly at the Full. The Team Horse Goes Astray», 2019, Πνευματική ιδιοκτησία: Rosalind Nashashibi και Lux, Λονδίνο

Με ποιον τρόπο η Akwa Ibom (θα ήθελε να) συνδιαλέγεται με την τοπική σκηνή και πραγματικότητα;
Πέρα από τις εκθέσεις που θα λάβουν χώρο στην Akwa Ibom, μ’ ενδιαφέρει ο χώρος να έχει ζωή στην καθημερινότητά του, κάτι το οποίο μέχρι τώρα έχει απρόσμενα επιτευχθεί, πιθανόν λόγω της τοποθεσίας του. Η επιλογή του να είναι ανοιχτό το γραφείο στο κοινό είχε ξεκάθαρα ως σκοπό της το να δέχεται ο χώρος μια διαφορετική κοινωνικότητα, και θεωρώ πως από εκεί ξεκινάει και η οποιαδήποτε ιδέα για άλλες δράσεις που θα δώσουν ζωή στο χώρο.
Τον έναν μήνα που είμαστε ανοιχτά, έχουν περάσει πολλοί καλλιτέχνες οι οποίοι επισκέπτονται όχι μόνο την έκθεση αλλά και τον χώρο ως σημείο συνεύρεσης, και κάθονται για ώρα και μιλάνε μεταξύ τους, αν όχι μαζί μου, πηγαίνοντας στα στούντιο τους, ή κάνοντας διάλειμμα για φαγητό το μεσημέρι. Είναι πολύ ωραίο αυτό, και έχει άμεση σχέση με το πως θα’θελα να συνεχίσει να συνδιαλέγεται η Akwa Ibom με την τοπική σκηνή. Με το να είναι ανοιχτό το γραφείο, οι αντίστοιχες διαδικασίες έρευνας και δημιουργίας έχουν εισχωρήσει πολύ φυσικά σ’ έναν διάλογο με το κοινό, και καθώς τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα έχουν κι έναν προσανατολισμό προς το παρελθόν και το αρχείο, έχει συμβεί πολλές φορές νέοι καλλιτέχνες να έρθουν έτσι σε επαφή με παλαιότερες δουλειές το οποίο με χαροποιεί πολύ. Εύχομαι ο χώρος να συνεχίσει να αναπνέει και να εξελίσσεται οργανικά.

«Με το να είναι ανοιχτό το γραφείο, οι αντίστοιχες διαδικασίες έρευνας και δημιουργίας έχουν εισχωρήσει πολύ φυσικά σ’ έναν διάλογο με το κοινό, και καθώς τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα έχουν κι έναν προσανατολισμό προς το παρελθόν και το αρχείο, έχει συμβεί πολλές φορές νέοι καλλιτέχνες να έρθουν έτσι σε επαφή με παλαιότερες δουλειές το οποίο με χαροποιεί πολύ».

Πέραν του χώρου ως φυσικού χώρου όμως, για μένα η Akwa Ibom είναι ένα πλαίσιο, μια ατμόσφαιρα, μια αφήγηση η οποία χτίζεται σταδιακά, και η οποία με ενδιαφέρει φωτογραφικά να πάρει μια δική της μορφή. Δουλεύω με αναλογικές κάμερες μεγάλου και μεσαίου φορμάτ παράλληλα με την ψηφιακή καταγραφή των εκθέσεων με σκοπό τη δημιουργία μιας καινούργιας γλώσσας μετάφρασης, μετάδοσης ή επέκτασης της ζωής των έργων. Αντίστοιχα, θα με ενδιέφερε σε δεύτερο στάδιο, να υπάρξει ένας αντίστοιχος πειραματισμός όσον αφορά τα κείμενα, με σκοπό την επανεξέταση της συνθήκης μιας έκθεσης με αρχή και τέλος.

iAkwa Ibom Βαλτετσίου 35, Εξάρχεια | Η έκθεση «Ties to people, of a certain intensity» διαρκεί ως τις 14/2 | Περισσότερες πληροφορίες εδώ