Ρεπορτάζ

Γλώσσα και σεξισμός: Μπορούμε να είμαστε και βουλεύτριες εκτός από χορεύτριες;

Από -

Είναι η χρήση τύπων όπως πρυτάνισσα και προεδρίνα υποτιμητικές ή μπορούν να γίνουν εργαλεία γυναικείας ενδυνάμωσης; Μπορούμε να είμαστε και κοσμητόρισσες εκτός από μαγείρισσες, βουλεύτριες εκτός από χορεύτριες; Γιατί δεν είναι αποδεκτή η φράση ο άνθρωπος θηλάζει τα μωρά του;

Η γλώσσα συνεχίζει να αντικατοπτρίζει, να κατασκευάζει και να συντηρεί την ανδρική κυριαρχία και αρκεί να ανατρέξεις σε ένα λεξικό και να συγκρίνεις τις αρνητικές λέξεις που έχουν ως παράγωγο τη γυναίκα και τις θετικές που έχουν ως παράγωγο τον άντρα για να πειστείς.

Η φεμινιστική γλωσσολογία έχει εργαστεί συστηματικά στην κατεύθυνση της εξάλειψης του γλωσσικού σεξισμού και στην Ελλάδα, στο επίπεδο της επίσημης γλώσσας όμως, αυτής που μιλάμε καθημερινά, μένουν πολλά να γίνουν. Άλλωστε, ακόμη και καταξιωμένες γυναίκες εξακολουθούμε να έχουμε αντιστάσεις στη χρήση θηλυκών εκδοχών λέξεων που σχετίζονται συνήθως με αξιώματα εξουσίας.

Είναι η χρήση τύπων όπως πρυτάνισσα και προεδρίνα υποτιμητικές ή μπορούν να γίνουν εργαλεία γυναικείας ενδυνάμωσης; Ο λόγος στις γλωσσολόγους.

Μιλήσαμε με την Αγγελική Αλβανούδη, διδακτόρισσα Γλωσσολογίας, διδάσκουσα στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και με την Σταυρούλα Τσιπλάκου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου για τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας σε σχέση με ζητήματα ισότητας και ζητήσαμε τη γνώμη τους για το τι μπορεί να γίνει στην πράξη προς την κατεύθυνση της εξάλειψης του γλωσσικού σεξισμού.

Κοινή παραδοχή είναι ότι η γλώσσα παρέχει τα εργαλεία για την ερμηνεία ενός πιο «θηλυκού» κόσμου, η υιοθέτησή τους όμως καθορίζεται με βάση τις στάσεις και τις ιδεολογίες μας και είναι θέμα καθημερινής διεκδίκησης.

Αγγελική Αλβανούδη: «Να μιλήσουμε ως γυναίκες και να δούμε τη γυναικεία διαφορά και εμπειρία να εκφράζονται μέσω της γλώσσας με θετικό τρόπο»

Πώς η γλώσσα αντικατοπτρίζει, κατασκευάζει και συντηρεί την ανδρική κυριαρχία;
Στο επίπεδο του γλωσσικού συστήματος
ή της γραμματικής η γλώσσα κατασκευάζει το φύλο και αναπαράγει την ανδρική κυριαρχία μέσω του γραμματικού και λεξικού γένους. Το γραμματικό γένος είναι μια εγγενής ιδιότητα του ουσιαστικού που ελέγχει τη γραμματική συμφωνία μεταξύ ουσιαστικού, άρθρου, επιθέτου, αντωνυμίας, ρήματος ή αριθμητικού. Στην ελληνική γλώσσα το γραμματικό γένος σημαδεύει όλα τα ουσιαστικά, τα επίθετα, τις παθητικές μετοχές και ορισμένες αντωνυμίες και διακρίνεται σε τρεις τάξεις κλιτικών παραδειγμάτων: το αρσενικό, το θηλυκό και το ουδέτερο.
Αγγελική Αλαβανούδη Στην αναφορά στον άψυχο κόσμο οι τρεις κλίσεις δεν είναι σημασιολογικά αιτιολογημένες, δηλαδή δεν υπάρχει κάποια «κρυφή λογική» πίσω από το ότι ο ουρανός είναι αρσενικός, η θάλασσα θηλυκή και το βουνό ουδέτερο. Και τα τρία ουσιαστικά δηλώνουν στοιχεία της φύσης αλλά έχουν διαφορετικά γένη. Ωστόσο, στην αναφορά σε ανθρώπινα όντα η κατηγορία του αρσενικού και θηλυκού γένους είναι σημασιολογικά αιτιολογημένες, καθώς ουσιαστικά που δηλώνουν ανθρώπινα όντα αρσενικού φύλου ανήκουν μορφολογικά στην πρώτη κλίση (π.χ. φοιτητής, αθλητής), ενώ ουσιαστικά που δηλώνουν ανθρώπινα όντα θηλυκού φύλου ανήκουν μορφολογικά στη δεύτερη κλίση (π.χ. φοιτήτρια, αθλήτρια).
Εδώ η απόδοση της τιμής του γένους βασίζεται σε σημασιακά κριτήρια, συγκεκριμένα στο βιολογικό φύλο του προσώπου αναφοράς. Το βιολογικό φύλο (στα αγγλικά sex) αναφέρεται σε βιολογικές/ανατομικές διαφορές αντρών και γυναικών, στο δίπολο αρσενικού/θηλυκού. Πάνω σε αυτό το δίπολο χτίζεται το κοινωνικό φύλο (social gender), δηλαδή κοινωνικά, πολιτισμικά και ψυχολογικά φαινόμενα που συνδέονται με τις γυναίκες και τους άντρες. Στην ελληνική γλώσσα το φύλο σημαδεύεται γραμματικά αλλά και λεξικά. Για παράδειγμα, τα ουσιαστικά αγόρι και κορίτσι είναι ουδέτερου γραμματικού γένους αλλά σημαδεύονται λεξικά ως προς το αρσενικό και θηλυκό φύλο αντίστοιχα. Όταν χρησιμοποιούμε λέξεις που σημαδεύουν το φύλο γραμματικά ή λεξικά, κατηγοριοποιούμε τον εαυτό μας ή άλλα πρόσωπα ως γυναίκες ή ως άντρες. Αυτός ο έμφυλος διαχωρισμός όμως γίνεται στη βάση της ιεραρχίας κι εδώ ξεκινά το πρόβλημα του γλωσσικού σεξισμού, δηλαδή της άνισης αντιμετώπισης των γυναικών μέσω της γλώσσας.

«Στην ελληνική (και σε άλλες γλώσσες) συχνά αναφερόμαστε σε γυναίκες με αρνητικούς/υποτιμητικούς όρους. Σκεφτείτε για παράδειγμα τις λέξεις αντράκι και γυναικάκι. Είναι και τα δύο υποκοριστικά αλλά το αντράκι έχει θετικές συνδηλώσεις ενώ το γυναικάκι συνοδεύεται από αρνητικές αξιολογήσεις, καθώς δηλώνει μια γυναίκα απλοϊκή, αφελή και ασήμαντη».

Καταρχήν, ο γλωσσικός σεξισμός αναπαράγεται μέσω της σημασιακής υποβάθμισης των γυναικών. Στην ελληνική (και σε άλλες γλώσσες) συχνά αναφερόμαστε σε γυναίκες με αρνητικούς/υποτιμητικούς όρους. Σκεφτείτε για παράδειγμα τις λέξεις αντράκι και γυναικάκι. Είναι και τα δύο υποκοριστικά αλλά το αντράκι έχει θετικές συνδηλώσεις ενώ το γυναικάκι συνοδεύεται από αρνητικές αξιολογήσεις, καθώς δηλώνει μια γυναίκα απλοϊκή, αφελή και ασήμαντη. Σε αρνητικές αξιολογήσεις υπόκεινται και θηλυκά ουσιαστικά που δηλώνουν επαγγέλματα και έχουν θηλυκά σημαδεμένες καταλήξεις, όπως προεδρίνα ή βουλευτίνα. Μολονότι αυτοί οι τύποι είναι γραμματικά σωστοί, χρησιμοποιούνται για να μειώσουν τις γυναίκες που ασκούν τα συγκεκριμένα επαγγέλματα.

Να αναφέρω σε αυτό το σημείο ότι η συζήτηση για τα θηλυκά επαγγελματικά ξεκίνησε στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1950. Τότε προκρίθηκε η χρήση των διγενών επαγγελματικών ουσιαστικών της καθαρεύουσας (π.χ. φιλόλογος) με την προσθήκη του θηλυκού άρθρου (η φιλόλογος) και η χρήση των καθαρά αρσενικών επαγγελματικών ουσιαστικών (π.χ. ταμίας, βουλευτής) με την προσθήκη του θηλυκού άρθρου (η ταμίας/η βουλευτής). Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης είχε προτείνει να αξιοποιηθούν οι θηλυκές καταλήξεις της δημοτικής, όπως –ίνα (π.χ. δικαστίνα) και –ισσα (π.χ. επιστημόνισσα) για τη δήλωση των επαγγελμάτων των γυναικών αλλά η πρότασή του δεν έτυχε ευρύτερης αποδοχής για λόγους που συνδέονται με την κοινωνική διγλωσσία, δηλαδή τη διάκριση δημοτικής/καθαρεύουσας, ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας που έφτασε επίσημα στο τέλος του το 1976 αλλά συνεχίζει ακόμη να μας ταλαιπωρεί.
Επίσης, ο γλωσσικός σεξισμός αναπαράγεται μέσα από τη γενικευτική χρήση του αρσενικού γένους. Στην ελληνική (όπωςκαι σε άλλες γλώσσες) χρησιμοποιούμε το αρσενικό γένος για να αναφερθούμε σε πρόσωπα αρσενικού και θηλυκού φύλου ή αγνώστου φύλου. Για παράδειγμα, όταν λέμε Οι Έλληνες ψηφίζουν αύριο χρησιμοποιούμε το αρσενικό γένος για να αναφερθούμε στο σύνολο του ελληνικού λαού. Αυτή η χρήση δεν είναι κοινωνικά ‘αθώα’, καθώς στηρίζεται στην ιδεολογία του άντρα ως καθολικής κατηγορίας/νόρμας και της γυναίκας ως απόκλισης και υποδεέστερου ‘άλλου’. Τη γενικευτική χρήση του αρσενικού συναντούμε συχνά σε δημόσια έγγραφα, όταν οι γυναίκες καλούμαστε να υπογράψουμε κάτω από το ο βεβαιών, ο δηλών και ο υπογράφων. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι άντρες φαίνεται να εκπροσωπούν το ανθρώπινο είδος ενώ οι γυναίκες όχι.

«Η φεμινιστική γλωσσολογία έδειξε ότι η γλώσσα συντηρεί την αντρική κυριαρχία και τη γυναικεία υποτέλεια, εξοβελίζοντας τη γυναικεία διαφορά από το επίπεδο του συμβολικού, π.χ. μέσω της γενικευτικής χρήσης του αρσενικού γένους»

Με ποιον τρόπο ο φεμινισμός συνδέθηκε με τη γλώσσα, ποιές ήταν/είναι οι διεκδικήσεις του σε αυτό το επίπεδο;
Ο ρόλος της γλώσσας στην αναπαραγωγή του σεξισμού άρχισε να απασχολεί τις φεμινίστριες ήδη από τη δεκαετία του 1970. Τότε διαμορφώθηκε το ρεύμα της φεμινιστικής γλωσσολογίας, μιας ‘πολιτικής’ γλωσσολογίας που καθορίστηκε από την εξωτερική δυναμική του γυναικείου κινήματος στις ΗΠΑ. Η φεμινιστική γλωσσολογία έδειξε ότι η γλώσσα συντηρεί την αντρική κυριαρχία και τη γυναικεία υποτέλεια, εξοβελίζοντας τη γυναικεία διαφορά από το επίπεδο του συμβολικού, π.χ. μέσω της γενικευτικής χρήσης του αρσενικού γένους.
Η σχέση γλώσσας και φύλου απασχόλησε και ως φιλοσοφικό/ψυχαναλυτικό ζήτημα τις φεμινιστικές θεωρίες που ανήκουν στο ρεύμα του φεμινιστικού μεταμοντερνισμού. Εδώ εμβληματική μορφή είναι η Judith Butler. Το έργο της για την επιτελεστικότητα του φύλου επηρέασε σημαντικά τη σύγχρονη κοινωνιογλωσσολογική έρευνα για το φύλο και τη γλώσσα. Στα ελληνικά πανεπιστήμια ο προβληματισμός γύρω από ζητήματα φύλου ξεκίνησε στη μεταπολίτευση. Μια γνωστή συλλογικότητα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) ήταν η Ομάδα Γυναικείων Σπουδών που ιδρύθηκε το 1983.
Τα πρώτα πανεπιστημιακά μαθήματα για ζητήματα φύλου εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1980 ενώ τη δεκαετία του 2000 οι Σπουδές Φύλου είχαν μια πιο θεσμοθετημένη παρουσία στα ελληνικά ΑΕΙ μέσω των Διατμηματικών Προγραμμάτων Σπουδών για Θέματα Φύλου και Ισότητας.
Στην Ελλάδα τη γλωσσολογική έρευνα για το φύλο ξεκίνησαν η Θεοδοσία-Σούλα Παυλίδου και η Μαριάνθη Μακρή-Τσιλιπάκου, σήμερα και οι δύο Ομότιμες Καθηγήτριες στο ΑΠΘ. Επίσης, σημαντική είναι η συμβολή της Ρούλας Τσοκαλίδου (ΑΠΘ), του Κώστα Κανάκη (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) και της Μαριάνθης Γεωργαλίδου (Πανεπιστήμιο Αιγαίου). Προσωπικά ανήκω στη νεότερη γενιά των φεμινιστριών γλωσσολόγων και μετράω ήδη πάνω από 10 χρόνια έρευνας σε θέματα γλώσσας και φύλου. Η γλωσσολογική έρευνα για το φύλο μας έδειξε ότι η εξάλειψη του σεξισμού σε κοινωνικό επίπεδο συνδέεται με την εξάλειψη του γλωσσικού σεξισμού.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε η συγγραφή του «Το φύλο της γλώσσας: Οδηγός μη σεξιστικής γλώσσας για τον δημόσιο ελληνικό λόγο» το 1996 από τη Ρούλα Τσοκαλίδου (Σύνδεσμος Ελληνίδων Επιστημόνων) και του «Οδηγού χρήσης μη σεξιστικής γλώσσας στα διοικητικά έγγραφα» το 2018 από τις Μαρία Γκασούκα και Μαριάνθη Γεωργαλίδου (Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, Υπουργείο Εσωτερικών). Σε αυτούς του οδηγούς οι συγγραφείς επεξεργάζονται προτάσεις γλωσσικής μεταρρύθμισης για την εξάλειψη του γλωσσικού σεξισμού. Αυτές οι προτάσεις δεν έχουν αξιοποιηθεί ακόμα στον βαθμό που θα έπρεπε στη δημόσια ζωή.

Τι θα μπορούσε να γίνει ακόμη στο επίπεδο της γλώσσας στην κατεύθυνση της καταπολέμησης του σεξισμού και της επίτευξης της ισότητας των φύλων;
Για τη μείωση της κυριαρχίας του αρσενικού γένους στη γλωσσική χρήση και την εξάλειψη του γλωσσικού σεξισμού έχουν προταθεί δύο στρατηγικές. Η πρώτη είναι γνωστή ως μεγιστοποίηση της ‘μικρής διαφοράς’, δηλαδή προσθέτουμε το θηλυκό γένος εκεί όπου εμφανίζεται μόνο το αρσενικό. Για παράδειγμα, αντί του Οι Έλληνες ψηφίζουν μπορούμε να πούμε Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες ψηφίζουν. Άλλα παραδείγματα μη σεξιστικής χρήσης είναι οι εργάτες/τριες ή οι καθηγητές και οι καθηγήτριες. Όταν χρησιμοποιούμε ουσιαστικά ‘κοινού γένους’ στον πληθυντικό αριθμό, μπορούμε να προσθέσουμε τη φράση γυναίκες και άντρες, π.χ. οι υπάλληλοι, γυναίκες και άντρες ή των φιλολόγων, αντρών και γυναικών. Για τα θηλυκά επαγγελματικά προτείνεται η χρήση ουσιαστικών με θηλυκά σημαδεμένες καταλήξεις, όπως ο δικηγόρος/η δικηγορίνα, ο δήμαρχος/η δημαρχίνα, ο βουλευτής/η βουλεύτρια ή η βουλευτίνα.
Αυτές οι προτάσεις γλωσσικής μεταρρύθμισης είναι σημαντικές γιατί η γλώσσα δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα αλλά τη συγκροτεί, δηλαδή μας κατευθύνει στο πώς θα ερμηνεύσουμε τον κόσμο και θα νοηματοδοτήσουμε την εμπειρία μας. Όταν χρησιμοποιούμε μόνο το αρσενικό γένος, η γλώσσα μας καθοδηγεί στην ερμηνεία του κόσμου ως ‘αρσενικού’ και στον αποκλεισμό των γυναικών από τις νοητικές αναπαραστάσεις που χτίζουμε όταν μιλάμε ή διαβάζουμε. Θέλω να τονίσω ότι τις προτάσεις για τη μη σεξιστική χρήση της γλώσσας πρέπει να τις δούμε ως εργαλεία πολιτικής πράξης που δεν περιορίζονται σε μια στείρα συζήτηση γύρω από την πολιτική ορθότητα. Το ζήτημα είναι να μιλήσουμε ως γυναίκες και να δούμε τη γυναικεία διαφορά και εμπειρία να εκφράζονται μέσω της γλώσσας με θετικό τρόπο.

«Όταν η Δήμητρα Κογκίδου ανέλαβε την Κοσμητεία της Παιδαγωγικής Σχολής στο ΑΠΘ το 2008 υπέγραφε ως Κοσμητόρισσα. Τότε κατηγορήθηκε για ‘κακοποίηση’ της γλώσσας και παραβίαση των κανόνων της γραμματικής. Τέτοιες αξιολογήσεις ανήκουν στο πεδίο της ιδεολογίας για τη γλώσσα και δεν έχουν σχέση με το ίδιο το γλωσσικό σύστημα που μας επιτρέπει να είμαστε και μαγείρισσες και κοσμητόρισσες ή και βουλεύτριες εκτός από χορεύτριες.»

Δεν θεωρείτε ότι υποβιβάζει το κύρος και τη δύναμη της γυναίκας η χρήση καταλήξεων όπως προεδρίνα, γιατρίνα κλπ;
Είναι σωστή η παρατήρησή σας. Μια γυναίκα που δικηγορεί ή είναι Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει ανάγκη το συμβολικό κεφάλαιο που της προσφέρει ο λόγιος τύπος δικηγόρος ή πρόεδρος για να αυξήσει το γόητρό της που είναι διαρκώς υπό αμφισβήτηση σε μια πατριαρχική κοινωνία. Ας σκεφτούμε όμως ότι αυτό το γλωσσικό αίσθημα ισχύει για επαγγέλματα κύρους αλλά όχι για επαγγέλματα που τείνουν να θεωρούνται ‘λιγότερο σημαντικά’. Για παράδειγμα, μας ενοχλούν οι θηλυκοί τύποι βουλευτίνα και προεδρίνα αλλά δεν μας ενοχλούν οι θηλυκοί τύποι μανάβισσα και μαγείρισσα. Και συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε αρσενικά ουσιαστικά με θηλυκό άρθρο όπως η εισαγγελέας παρά το ότι στη γενική πτώση συχνά δεν ξέρουμε ποιον τύπο να επιλέξουμε: της εισαγγελέα κατά την κλίση του αρσενικού ή τον τύπο της καθαρεύουσας της εισαγγελέως;
Το να μη ξέρουν οι φυσικοί/ές ομιλητές/τριες μιας γλώσσας πώς κλίνεται ένα ουσιαστικό είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στην ελληνική και οφείλεται στη διγλωσσία που κατακρεούργησε το σύστημα της δημοτικής. Στο κλιτικό μας σύστημα τα αρσενικά ουσιαστικά λήγουν σε –ς (ο άντρας) στην ονομαστική ενικού και στις άλλες πτώσεις το –ς χάνεται (του άντρα, τον άντρα) ενώ στα θηλυκά ουσιαστικά το –ς δεν εμφανίζεται στην ονομαστική ενικού (η γυναίκα) αλλά στη γενική ενικού (της γυναίκας). Αυτός ο κανόνας παραβιάζεται όταν τα θηλυκά ονόματα κλίνονται κατά το πρότυπο των αρσενικών. Μπορεί να σας φανεί παράξενο αλλά στην ονομαστική πτώση γραμματικά πιο σωστοί είναι οι τύποι η εισαγγελέα και η ταμία, όχι η εισαγγελέας και η ταμίας, ενώ στη γενική πτώση γραμματικά πιο σωστό είναι της Ρόγκας και της Αλβανούδης και όχι οι πατριαρχικοί τύποι της Ρόγκα και της Αλβανούδη που επιμένουν να σημαδεύουν τη γυναίκα ως κτήμα του πατέρα της (του Ρόγκα και του Αλβανούδη).

Ποιες προκλήσεις θέτει η ελληνική γλώσσα σε αυτό το επίπεδο;
Το γραμματικό γένος που κωδικοποιεί μορφολογικά το θηλυκό και αρσενικό φύλο του προσώπου αναφοράς θέτει σημαντικές προκλήσεις σε κάθε προσπάθεια μη σεξιστικής χρήσης της γλώσσας. Το γραμματικό γένος είναι υποχρεωτικό, δηλαδή δε μπορούμε να το αποφύγουμε όταν μιλάμε ή γράφουμε, είναι μέρος της γραμματικής της ελληνικής. Επίσης, σημαδεύει πληθώρα γλωσσικών στοιχείων στην ελληνική και είναι συστηματικό λόγω της συμφωνίας. Για παράδειγμα, το άρθρο και το επίθετο πρέπει να συμφωνήσουν με το θηλυκό γένος του ουσιαστικού στη φράση η έξυπνη μαθήτρια. Για τους λόγους αυτούς η μεγιστοποίηση της διαφοράς των φύλων μπορεί να εφαρμοστεί στον γραπτό λόγο, π.χ. η/ο υπεύθυνη/ος του γραφείου ή μία/έναν καλή/ό συνάδελφο, αλλά δε μπορεί να εφαρμοστεί το ίδιο εύκολα στον προφορικό λόγο. Αν προσπαθήσουμε να χρησιμοποιήσουμε με συνέπεια και τα δύο γένη στην προφορική επικοινωνία θα δοκιμάσουμε τις αντοχές μας αλλά και τα νεύρα των συνομιλητών/τριών μας.

Tι μπορεί να γίνει πρακτικά στην επίσημη ελληνική γλώσσα, σε αυτήν που χρησιμοποιούμε όλοι μας, και στα λεξικά ώστε να αλλάξει η αποτύπωση στα παράγωγα της λέξης ανήρ και γυναίκα που τα μεν είναι θετικά και τα δε αρνητικά; Μπορούν να απαλειφθούν κάποιες λέξεις; Να γίνει για παράδειγμα μια επίσημη πρόταση προς το κράτος για να αλλάξει αυτό;
Το πώς καταγράφονται οι κοινωνικές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών στα λεξικά μας απασχόλησε σε μια έρευνα που πραγματοποιήσαμε σε συνεργασία με τις Θεοδοσία-Σούλα Παυλίδου και Ελένη Καραφώτη το 2004. Εξετάσαμε τα ουσιαστικά στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) και διαπιστώσαμε ότι ενώ το θηλυκό γένος κυριαρχεί μορφολογικά, δηλαδή τα περισσότερα ουσιαστικά της ελληνικής όπως καταγράφονται στο λεξικό είναι γένους θηλυκού, το θηλυκό γένος αξιοποιείται ελάχιστα στη δήλωση του ανθρώπου. Τα αρσενικά ουσιαστικά που δηλώνουν πρόσωπο είναι διπλάσια των αντίστοιχων θηλυκών. Εφόσον το αρσενικό είναι το γένος δήλωσης του αντρικού φύλου, συμπεραίνουμε ότι οι άντρες κυριαρχούν στο γλωσσικό σύστημα της ελληνικής. Δηλαδή στο λεξιλόγιο της ελληνικής καταγράφεται η μεροληπτική αντιμετώπιση του αρσενικού έναντι του θηλυκού. Επίσης, διαπιστώσαμε ότι οι γυναίκες, σε αντίθεση με τους άντρες, γίνονται πιο συχνά αντικείμενο αξιολόγησης σε σχέση με την εμφάνιση, τη σεξουαλικότητα και τα ελευθέρια ήθη (π.χ. παλιοβρόμα, παλιογύναικο, παλιοθήλυκο, πουτάνα, πόρνη, τσούλα, καριόλα).
Τα λεξικά καταγράφουν τις λέξεις που διαθέτει η γλωσσική μας κοινότητα. Η γλώσσα έχει τις λέξεις που τα μέλη μιας γλωσσικής κοινότητας έχουν ανάγκη σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες τους και να εκφράσουν τα κοινωνικά νοήματα που θεωρούν σημαντικά. Αν στη γλώσσα υπάρχουν λέξεις με υποτιμητικές σημασίες για τις γυναίκες, τους άντρες ή άλλες κοινωνικές ομάδες, αυτές πρέπει να καταγραφούν. Οι αρνητικές αξιολογήσεις που συνήθως φέρουν θηλυκά σημαδεμένες λέξεις όπως γυναικάκι ή γυναικούλα είναι προϊόν της χρήσης αυτών των λέξεων σε μια κοινωνία όπου οι γυναίκες και οι άντρες δεν έχουν ισότιμη θέση. Αν αυτή η κοινωνική συνθήκη αλλάξει, σταδιακά θα αλλάξει και η γλώσσα. Φυσικά η γλωσσική αλλαγή δε γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη, είναι μια μακρόχρονη διαδικασία και το τελικό αποτέλεσμα δεν το ξέρουμε με βεβαιότητα. Οι φεμινίστριες γλωσσολόγοι αναδεικνύουμε πώς οι έμφυλες σχέσεις εξουσίας αναπαράγονται μέσα από συγκεκριμένες γλωσσικές επιλογές και προτείνουμε τρόπους υπέρβασης του γλωσσικού σεξισμού. Το αν η γλωσσική κοινότητα υιοθετήσει αυτές τις προτάσεις ή όχι είναι θέμα πολιτικό και όχι γλωσσολογικό. Μια κοινωνία που αντιμετωπίζει τη γυναίκα ως καθολικό ιστορικό υποκείμενο θα αναζητήσει τρόπους για να το εκφράσει αυτό κάποια στιγμή.

«Οι φεμινίστριες γλωσσολόγοι αναδεικνύουμε πώς οι έμφυλες σχέσεις εξουσίας αναπαράγονται μέσα από συγκεκριμένες γλωσσικές επιλογές και προτείνουμε τρόπους υπέρβασης του γλωσσικού σεξισμού. Το αν η γλωσσική κοινότητα υιοθετήσει αυτές τις προτάσεις ή όχι είναι θέμα πολιτικό και όχι γλωσσολογικό».

Τι κάνουμε επομένως; Δοκιμάζουμε διάφορες στρατηγικές κατά περίπτωση. Για παράδειγμα, στην καθημερινή μου ζωή προσπαθώ να χρησιμοποιώ και τα δύο γένη όταν αναφέρομαι για πρώτη φορά στο σύνολο ενός πληθυσμού (π.χ. οι φοιτήτριες και οι φοιτητές) ή χρησιμοποιώ το θηλυκό γένος όταν απευθύνομαι σε πληθυσμό που αποτελείται κυρίως από γυναίκες (π.χ. είστε έτοιμες να ξεκινήσουμε;). Το ανθρώπινο είδος εκπροσωπείται και από τις γυναίκες, όχι μόνο από τους άντρες. Αυτό μπορούμε να το εκφράσουμε μέσα από τη γενικευτική χρήση του θηλυκού.

Η νέα άφυλη κατάληξη @ πώς/πότε ξεκίνησε, και τι χρησιμότητα έχει ή όχι;
Η χρήση της άφυλης κατάληξης @ εντάσσεται στο πλαίσιο της ελαχιστοποίησης της διαφοροποίησης των φύλων, δηλαδή της αποφυγής της δήλωσης του θηλυκού ή του αρσενικού φύλου. Η χρήση του @ ξεκίνησε από τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα σε μια προσπάθεια υπέρβασης του διπόλου αρσενικού/θηλυκού και πλέον έχει γίνει συχνή στην ψηφιακή επικοινωνία, κυρίως σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και email. Σε ανεπίσημο ύφος λόγου η άφυλη κατάληξη @ είναι μια καλή στρατηγική που χρησιμοποιούμε για πολιτικό ακτιβισμό και για λόγους οικονομίας, καθώς μας βοηθά να αποφύγουμε τη συστηματική δήλωση του αρσενικού και του θηλυκού.
Ωστόσο, δε λύνει το πρόβλημα του γλωσσικού σεξισμού στον προφορικό λόγο. Η χρήση του γραμματικού γένους στην προφορική επικοινωνία είναι η μεγάλη πρόκληση που θέτει η ελληνική γλώσσα στις προσπάθειες φεμινιστικής γλωσσικής μεταρρύθμισης και απάντηση σε αυτήν την πρόκληση δεν μπορεί να δώσει απλά ένας οδηγός μη σεξιστικής χρήσης της γλώσσας. Χρειάζονται πολιτικά υποκείμενα που παλεύουν ενάντια στην ανισότητα των φύλων και χρησιμοποιούν τη γλώσσα διαφορετικά όχι γιατί κάποι@ το επιβάλλει αλλά γιατί έτσι δίνουν υπόσταση στις νέες κοινωνικές σχέσεις που τα ίδια επιθυμούν και έχουν ανάγκη.

Η Αγγελική Αλβανούδη εργάζεται ως διδάσκουσα στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Είναι συνεργάτρια στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) και μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.


Σταυρούλα Τσιπλάκου: «H τοποθέτηση ότι το “πρόεδρος” δεν έχει θηλυκό τύπο “προεδρίνα” είναι ιδεολογική- αλλά φυσικά ιδεολογική είναι και η επιλογή του “πρυτάνισσα”, γιατί επιδιώκει να είναι ορατό το γυναικείο φύλο στη γλώσσα»

Πως η γλώσσα αντικατοπτρίζει, κατασκευάζει και συντηρεί την ανδρική κυριαρχία;
Υπάρχει η άποψη ότι η γλώσσα είναι ένα απλό εργαλείο της σκέψης και ότι από μόνη της δεν ευθύνεται για την ανδρική κυριαρχία και το σεξισμό αλλά απλώς τα αντικατοπτρίζει. Ας σημειώσουμε ότι εδώ υπάρχει μία τεράστια προβληματική για τη σχέση γλώσσας και σκέψης η οποία δεν είναι μάλλον του παρόντος. Συνοπτικά ωστόσο μπορούμε να πούμε ότι η γλώσσα μπορεί να μην ευθύνεται για τις διάφορες ανισότητες, αποκλεισμούς και ρατσισμούς, αλλά αντικατοπτρίζοντας τις έμφυλες διακρίσεις και τον σεξισμό που υπάρχει στην κοινωνία συντελεί στη διαιώνισή τους.
Αγγελική Αλαβανούδη Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα σεξιστικής χρήσης, όπως η χρήση του αρσενικού ως γενικευτικού, που υποτίθεται ότι συμπεριλαμβάνει και το θηλυκό (π.χ. «οι βουλευτές» αντί «οι βουλευτές και οι βουλεύτριες» σε ένα επίσημο κείμενο, κ.ο.κ.) αλλά στην πραγματικότητα συντελεί στον αποκλεισμό της γυναίκας από τη γλωσσική αναπαράσταση και κατασκευάζει μια ανδροκεντρική εικόνα του κόσμου. Άλλα ενδιαφέροντα παραδείγματα είναι τα επαγγελματικά ουσιαστικά σε –ος, τα λεγόμενα επίκοινα, όπως «ο/η γιατρός», «ο/η πρόεδρος», των οποίων οι θηλυκές καταλήξεις («γιατρίνα», «προεδρίνα» κ.λπ.) δεν είναι αποδεκτές από πολλ@ς (πολύ χαρακτηριστικά, το «πολίτης» δεν έχει ακόμα επίσημα καθιερωμένο θηλυκό γένος), και φυσικά η σύνδεση του θηλυκού γραμματικού γένους με αρνητικές (κυρίως σεξουαλικές) συνυποδηλώσεις.
Εδώ έχουμε πάρα πολλά παραδείγματα και από άλλες γλώσσες• έτσι, στα Αγγλικά το master έχει ουδέτερη ή και θετική έννοια ενώ το mistress, που αρχικά ήταν το θηλυκό του master, κατέληξε να σημαίνει «ερωμένη». Αντίστοιχα, στα Ελληνικά η λέξη «καλλιτέχνιδα» έχει αρνητικές συνυποδηλώσεις και συχνά δεν γίνεται καν αντιληπτή ως απλώς το θηλυκό του «καλλιτέχνης». Το πιο τρανταχτό παράδειγμα βέβαια είναι η λέξη «άνθρωπος», που τυπικά είναι γένους αρσενικού (πρβλ. man, homme, Mensch κ.λπ.). Το επιχείρημα ότι, αν και αρσενικό γραμματικά, σημασιολογικά συμπεριλαμβάνει και το θηλυκό καταρρέει από τη μη αποδεκτότητα προτάσεων όπως «ο άνθρωπος θηλάζει τα μωρά του» ή «πολλοί άνθρωποι πάσχουν από καρκίνο της μήτρας».

«Τα λεξικά οφείλουν να αποτυπώνουν τη χρήση και δεν μπορεί να είναι ρυθμιστικά. Ωστόσο, οφείλουν να χαρακτηρίζουν τις σεξιστικές χρήσεις ως τέτοιες, όπως ακριβώς κάνουν και με κατηγορίες χρήσης όπως "λαϊκή", "υβριστική" λέξη κ.λπ».

Με ποιόν τρόπο ο φεμινισμός συνδέθηκε με τη γλώσσα, ποιές ήταν/είναι οι διεκδικήσεις του σε αυτό το επίπεδο;
Ο φεμινισμός έχει συνδεθεί με τη γλώσσα με διάφορους τρόπους και η φεμινιστική γλωσσολογία έχει περάσει από διάφορα στάδια. Οι αρχικές έρευνες έδιναν έμφαση στον αποκλεισμό της γυναίκας από τη γλώσσα και στη χρήση σεξιστικού, μειωτικού για τη γυναίκα λεξιλογίου και γραμματικών δομών. Τη δεκαετία του ’80 και εν μέρει και του ’90 υπήρξε η τάση να ερευνηθεί αν οι γυναίκες μιλάνε διαφορετικά από τους άντρες και αν αυτό οφείλεται σε κάποιες βιολογικές ή γνωσιακές διαφορές ή είναι θέμα κοινωνικοποίησης.
Υπάρχει πολύ μεγάλη προβληματική σχετικά με το αν υπάρχει ή όχι «ανδρικός» και «γυναικείος» λόγος ή αν αυτές οι διακρίσεις είναι κατασκευές, πολλές φορές και και της ίδιας της θεωρίας. Πιο πρόσφατα, δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στη γλώσσα ως επιτέλεση και το ενδιαφέρον στράφηκε στο πώς και με ποια γλωσσικά επιτελούνται διάφορες έμφυλες ταυτότητες σε διάφορα κοινωνικά και πολιτισμικά συγκείμενα. Ακόμα πιο πρόσφατα έχουν αναπτυχθεί πολύ πιο σύνθετες προβληματικές με στόχο την καλύτερη κατανόηση της κατηγορίας «φύλο» και της σχέσης της με τη γλώσσα, καθώς και σχετικά με το πώς το φύλο, ή, καλύτερα, τα διάφορα φύλα, συμπλέκονται με άλλες παραμέτρους όπως οι κοινωνικές τάξεις, οι εθνοτικές ομάδες, το status, οι σεξουαλικότητες και πώς αυτές οι σχέσεις οφείλουν να εξεταστούν από την φεμινιστική γλωσσολογία χωρίς να δημιουργούνται στερεότυπα αλλά και αποκλεισμοί.

Τι μπορεί να γίνει πρακτικά στην επίσημη ελληνική γλώσσα, σε αυτήν που χρησιμοποιούμε όλοι μας, και στα λεξικα ώστε να αλλάξει η αποτύπωση στα παράγωγα της λέξης ανήρ και γυναίκα που τα μεν είναι θετικά και τα δε αρνητικά;
Μπορουν να απαληφθούν
κάποιες λέξεις; Να γίνει για παράδειγμα μια επίσημη πρόταση προς το κράτος για να αλλάξει αυτό; Τα λεξικά οφείλουν να αποτυπώνουν τη χρήση και δεν μπορεί να είναι ρυθμιστικά. Ωστόσο, οφείλουν να χαρακτηρίζουν τις σεξιστικές χρήσεις ως τέτοιες, όπως ακριβώς κάνουν και με κατηγορίες χρήσης όπως «λαϊκή», «υβριστική» λέξη κ.λπ.

Τι θα μπορούσε να γίνει ακόμη στο επίπεδο της γλώσσας στην κατεύθυνση της καταπολέμησης του σεξισμού και της επίτευξης της ισότητας των φύλων;
Αυτό που χρειάζεται οπωσδήποτε είναι η κριτική μεταγλωσσική ενημερότητα και η καλλιέργειά της πρέπει να ξεκινήσει από το σχολείο. Χρειάζονται οπωσδήποτε προγράμματα κριτικού γραμματισμού στην εκπαίδευση που να αντιμετωπίζουν τη γλώσσα ως κοινωνικό φαινόμενο και στο πλαίσιο αυτό να εξετάζουν κριτικά τις ιδεολογίες, ρητές και υπόρρητες, που υπάρχουν πίσω από τη χρήση συγκεκριμένου λεξιλογίου και γραμματικών ή υφολογικών επιλογών. Ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι αυτό του 2011, το οποίο όμως ποτέ δεν εφαρμόστηκε στην πράξη.

Ποιες προκλήσεις θέτει η ελληνική γλώσσα σε αυτό το επίπεδο;
Η Ελληνική έχει γραμματικό γένος και ως εκ τούτου ο λόγος είναι έμφυλος καθώς χρησιμοποιείται το αρσενικό ως γενικευτικό, όπως προαναφέρθηκε, αποκλείοντας τις γυναίκες από το λόγο και τη γλωσσική αναπαράσταση. Τα επαγγελματικά ουσιαστικά είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση, καθώς η Ελληνική γλώσσα σχηματίζει με φυσικό τρόπο θηλυκά όπως «η μανάβισσα», «η μαγείρισσα», «η αστυνομικίνα» και βέβαια «η εργάτρια», «η χορεύτρια», «η πωλήτρια», αλλά υπάρχει μεγάλη αντίσταση στο να γίνουν αποδεκτά τα «βουλευτίνα», «γιατρίνα», «κοσμήτορισσα», «πρυτάνισσα» και, πιο πρόσφατα, «προεδρίνα». Ακόμα και στα ουσιαστικά σε –της, που σχηματίζουν το θηλυκό σε -τρια από αρχαιοτάτων χρόνων, ενώ είναι αποδεκτά τα «χορεύτρια», «πωλήτρια» κ.λπ., υπάρχει ακόμα αντίσταση προς τα «συνεργάτρια», «βουλεύτρια» κ.λπ.

Δεν θεωρείτε ότι υποβιβαζει το κύρος και τη δύναμη της γυναίκας η χρήση καταλήξεων όπως προεδρίνα, γιατρίνα κλπ;
Αυτό που έχει πολύ ενδιαφέρον είναι ότι δεν υπάρχει αντίσταση στα επαγγελματικά θηλυκά όταν έχουν συγκεκριμένο ταξικό πρόσημο (π.χ. «ράφτρα») ενώ για τα επαγγέλματα κύρους το θηλυκό δεν είναι αποδεκτό. Υπάρχει το ψευδοεπιχείρημα ότι ειδικά για τα αρσενικά ουσιαστικά σε -ος το αρσενικό δηλώνει και το θηλυκό, αλλά αυτό προφανώς δεν ισχύει, δεν είναι δηλαδή θέμα γραμματικής, γιατί πολλά αρσενικά σε -ος στη δημώδη γλώσσα έχουν σχηματίσει θηλυκό σε –ίνα, -ισσα• αυτ@ που υποστηρίζουν ότι ουσιαστικά όπως το «προεδρίνα» αντίκεινται στο γλωσσικό αίσθημα αφενός αγνοούν την ιστορία της γλώσσας και αφετέρου το γεγονός ότι, όπως έχει πει και ο Silverstein, η φύση τoυ γλωσσικού δεδομένου είναι διαλεκτική, δηλαδή διαμορφώνεται κάθε φορά τόσο με βάση τις γραμματικές δομές όσο και με βάση τις στάσεις και τις ιδεολογίες μας. Ιδεολογική λοιπόν είναι η τοποθέτηση ότι το «πρόεδρος» δεν έχει θηλυκό τύπο «προεδρίνα»-- αλλά φυσικά ιδεολογική είναι και η επιλογή του «πρυτάνισσα» ως θηλυκού του «πρύτανης», γιατί επιδιώκει να είναι ορατό το γυναικείο φύλο στη γλώσσα.

«Αυτό που έχει πολύ ενδιαφέρον είναι ότι δεν υπάρχει αντίσταση στα επαγγελματικά θηλυκά όταν έχουν συγκεκριμένο ταξικό πρόσημο (π.χ. ράφτρα) ενώ για τα επαγγέλματα κύρους το θηλυκό δεν είναι αποδεκτό. Όπως έχει πει και ο Silverstein, η φύση τoυ γλωσσικού δεδομένου είναι διαλεκτική, δηλαδή διαμορφώνεται κάθε φορά τόσο με βάση τις γραμματικές δομές όσο και με βάση τις στάσεις και τις ιδεολογίες μας».

Η νέα άφυλη κατάληξη @ πως/πότε ξεκίνησε, και τι χρησιμότητα πιθανόν έχει ή όχι;
Δεν ξέρω πότε ακριβώς ξεκίνησε, προφανώς είναι προϊόν της ψηφιακής και διαδικτυακής επικοινωνίας. Προσωπικά τη βρίσκω πάρα πολύ χρήσιμη. Ένα μικρό πρόβλημα ίσως είναι ότι δεν είμαστε ακριβώς σίγουρ@ σίγουροι για το πόσα γραμματικά μορφήματα, δηλαδή πόσα τμήματα της κατάληξης μιας λέξης καλύπτει. Στα «νοσοκόμ@», «δάσκαλ@» είναι προφανές ότι το @ είναι στη θέση της κατάληξης -ος, αλλά σε τύπους όπως «διδάσκοντες» και «διδάσκουσες» τι θα καλύψει το @, με τρόπο που να συνάδει με το φυσικό μας γλωσσικό αισθητήριο; Φυσικά το @ δεν είναι χρήσιμο στον προφορικό λόγο, καθώς δεν προφέρεται.
Ωστόσο, το βρίσκω ιδιαίτερα χρήσιμο και για τις περιπτώσεις όπου άτομα θέλουν να προσδιορίσουν το φύλο τους και δεν θέλουν να αυτοπροσδιοριστούν με βάση το δίπολο αρσενικό-θηλυκό.

Η Σταυρούλα Τσιπλάκου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Γλωσσολογίας και Ακαδημαϊκή Υπεύθυνη του μεταπτυχιακού προγράμματος Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

ΤΟΠΟ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ!