Συνέντευξη

ΦΥΤΑ, τι δουλειά έχετε με τον Ορφέα και τους τάφους των εθνικών ηρώων;

Από -

Από την DIY μπάντα και την underground δισκογραφική της ΦΥΤΙΝΗΣ, ο Φιλ Ιερόπουλος κι ο Φοίβος Δούσος, ή ΦΥΤΑ για την εικαστική και κουήρ σκηνή της πόλης, ανεβαίνουν στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής για να παρουσιάσουν τη δική τους εκδοχή του Ορφέα του Κλάουντιο Μοντεβέρντι με τίτλο ORFEAS 2020 (14-29/3). Όπως μας λένε οι ίδιοι το ανέβασμά τους είναι: «και μπαρόκ όπερα με όργανα εποχής και ποστ-μόντερν τελείως κολαζένια μέρη έχει, και θυμωμένο είναι και μονωδούς έχει και κουήρ περφόρμερς έχει και ποστ-ίντερνετ design και queer fashion κοστούμια και τρία κιλά ζαμπόν κυρ Στέφανε. Και φυσικά το ολόγραμμα της Έλενας Ακρίτα, μια τεχνολογία που θα δούμε για πρώτη φορά σε σκηνή ελληνικού θεάτρου.»

Σε μια εποχή που το κουήρ είναι εγχώρια και διεθνής τάση («είναι χιπ να βάζεις και λίγο κουήρ στους θεσμούς, λίγο γκλίτερ αλατοπίπερο») αλλά και πεδίο συγκρούσεων, και βέβαια, λίγο πριν τον εορτασμό των 200 χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας, η αφορμή ήταν ιδανική για να μιλήσουμε για τους «έρωτας άρρενας», τα εθνικά εθνικό ΛΟΑΤK icons, τις περιπλοκότητες των identity politics και το alt-right και τις περιπέτειες του κόνσεπτ της πολυτισμικότητας απ’ όταν ενηλικιωνόμασταν στην Αθήνα και το Λονδίνο των της αλλαγής της χιλιετίας μέχρι σήμερα. Αλλά και για μια φωτογράφιση στο Πρώτο Νεκροταφείο, όπου για τον τάφο της Αλίκης Βουγιουκλάκη ξεκίνησαν αλλά στου Κολοκοτρώνη κατέληξαν.

© Α. Σιμόπουλος
© Α. Σιμόπουλος

Τα ΦΥΤΑ πάνε Λυρική. Η σχέση σας με τη μουσική πάει πολύ πίσω και σε πολύ πιο εναλλακτικά περιβάλλοντα. Πώς πήρατε αυτήν την απόφαση; Τι είναι για σας η όπερα;
Φιλ: Ξεκινήσαμε σαν DIY μπάντα υποτίθεται, αλλά στην πραγματικότητα πάντα τα ΦΥΤΑ ήταν αρτ πρότζεκτ. Η ιδέα ένα εικαστικό ντούο να ξεκινάει ως μπάντα δεν είναι τόσο πρωτότυπη διεθνώς, την εποχή μάλιστα του ποστ-πανκ ήταν τελείως συνηθισμένη. Στην Ελλάδα από την άλλη είναι σπάνιο, αφού οι καλές τέχνες είναι απολύτως νεκρές από οποιαδήποτε υπόνοια φαντασίας και δημιουργία σκηνής, σχέσης με το underground κλπ. Εμένα γενικά μ’ αρέσει η μουσική, είμαι και συλλέκτης αβάν-γκαρντ δίσκων. Το 2012 είχα κάνει και ένα πειραματικό οπτικοακουστικό πρότζεκτ με τη Μαρίζα Κωχ που δε γνωρίζει πολύς κόσμος. Όταν ήμουν μικρός σπούδαζα πιάνο, αρμονία και τέτοια, αλλά μου την έσπαγε η ωδειακή παιδεία κι έτσι δεν έγινα μουσικός (σώθηκα, δηλαδή).
Φοίβος: Η δική μου σχέση με την μουσική είναι πιο δύσβατη. Παρότι από μουσική οικογένεια δεν τις έπαιρνα τις νότες, και ακόμη και σήμερα κινούμαι σε φάλτσα μονοπάτια. Ήθελα πολύ να κάνουμε «μουσική» ως ΦΥΤΑ για να επεξεργαστώ αυτό το τραύμα της αποτυχίας μου με τα ωδεία. Μου την σπάει λίγο η μουσική, μου φαίνεται κοτσάνα εκφραστικό μέσο, δεν μπορώ που έχει τόσους κανόνες και μορφολογικές συμβάσεις.
Φιλ: Βέβαια να πούμε εδώ πως το να κάνουμε όπερα ο Φοίβος το ήθελε περισσότερο από μένα, μάλιστα το είχε πει στην πρώτη συνέντευξη που είχαμε δώσει το 2013, πως θέλει να γράψουμε μια όπερα.
Φοίβος: Ε ναι, άλλο η όπερα! Καταρχάς δεν είναι σκέτη μουσική, είναι μουσικό θέατρο, λες μια ιστορία, έχεις χαρακτήρες. Όμως το βασικότερο εδώ είναι ότι η όπερα είναι οριακά ένα μέτα-μέσο, οι συμβάσεις του είδους δημιουργούν ένα παράλληλο σύμπαν που αυτοθεματοποιεί τις συνθήκες παραγωγής του. Πχ στα πολύ στοιχειώδη, γιατί τραγουδάν τους διαλόγους επί σκηνής - τι κουλαμάρα είναι αυτή; Το στυλιζάρισμα και η υπερβολή, η απολύτως σοβαρή προσήλωση σ’αυτό που συμβαίνει ακόμη κι όταν δεν θυμίζει σε τίποτα την καθημερινή ζωή, όλα αυτά είναι πολύ κοντά στις μέχρι τώρα performances που έχουμε κάνει και εκθέσεις που έχουμε επιμεληθεί. Ο θεός να μας αξιώσει να κάνουμε πολλές όπερες.
Φιλ: Τώρα για το πως βρεθήκαμε απ’ τα αλώνια στα σαλόνια, αστο μην τα ρωτάς, γεράσαμε και μεις, ήρθε η ώρα του ξεπουλήματος.

Ο Ορφέας του Κλάουντιο Μοντεβέρντι θεωρείται ένα εμβληματικό μπαρόκ έργο, όχι πολυπαιγμένο στην Ελλάδα αν και είχε ανέβει σχετικά πρόσφατα, ενώ μαζί του έχει ασχοληθεί και ο Bob Wilson. Γιατί το επιλέξατε; Γιατί το βρίσκετε κατάλληλο για να «κουηροποιηθεί»;
Φοίβος: Ο Ορφέας του Μοντεβέρντι είναι μια από τις πρώτες όπερες στην ιστορία της μουσικής και γι’ αυτό πολλές από τις συμβάσεις του είδους δεν είχαν παγειωθεί και το έργο είναι κατά κάποιον τρόπο ένα κολάζ από προ-υπάρχουσες μουσικές φόρμες. Αυτό καθιστά τον Ορφέα ένα ιδανικό πεδίο πειραματισμού καθως μας επιτρέπει να προσθέσουμε τις δικές μας αναφορές και ήχους που συνομιλούν και χτίζουν πάνω στον πολυσυλεκτικό καμβά της αυθεντικής σύνθεσης. Αντιλαμβανόμαστε την ιδέα αυτού που εδώ αναφέρεις ως ‘κουηροποίηση’ ως μια αποδομητική διαδικασία, αν κουήρ είναι το αλλόκοτο και αυτό που δεν χωράει σε ορισμούς και κατηγοριοποιήσεις, τότε η μουσική κουηροποίηση έχει ως στόχο μια σχεδόν νοηματική αποσταθεροποίηση του υπάρχοντος.
Φιλ: Όντως όπως λες και ο Wilson ασχολήθηκε με τον Ορφέα και μάλιστα η προσέγγισή του μας έχει κάτι κουήρ οπτικά και ήταν στις αναφορές μας. Απλά η δική μας διασκευή έχει και περιεχόμενο.
Φοίβος: Κουήρ κι ο Γουίλσον, κουήρ και μεις, κουήρ όλα, τι είναι τελικά αυτό το κουήρ! Πάντως, ο ίδιος ο μύθος του Ορφέα, πριν ακόμη ασχοληθεί μαζί του ο Μοντεβέρντι έρχεται με τις δικές του κουήρ συνδηλώσεις και προεκτάσεις. Ο μουσικολόγος Νίκος Βούρδουλας που προλογίζει το πρόγραμμα του ORFEAS 2020 μας ενημερώνει για παράδειγμα ότι: «ο Ορφέας ως μυθολογική φιγούρα [...] έδειξε πρώτος στους Θράκες τους “έρωτας άρρενας”, όπως παρατηρεί ο ποιητής Φανοκλής στην ελληνιστική εποχή. Και ενώ μας πιάνει αλλεργία με νεο-εθνικιστικές οικειοποιήσεις ενός υποτιθέμενα ένδοξου γκει αρχαιοελληνικού παρελθόντος, απ’την άλλη καλό είναι να θυμόμαστε ότι πριν κουηροποιήσουμε όλους αυτούς τους μύθους έχουν ήδη και για αιώνες γίνει συντεταγμένοι αγώνες “στρεητοποίησης” τους».

Όπως ενημερώνει ο μουσικολόγος Νίκος Βούρδουλας «“O Ορφέας ως μυθολογική φιγούρα [...] έδειξε πρώτος στους Θράκες τους “έρωτας άρρενας”, όπως παρατηρεί ο ποιητής Φανοκλής στην ελληνιστική εποχή. Και ενώ μας πιάνει αλλεργία με νεο-εθνικιστικές οικειοποιήσεις ενός υποτιθέμενα ένδοξου γκει αρχαιοελληνικού παρελθόντος, απ’την άλλη καλό είναι να θυμόμαστε ότι πριν κουηροποιήσουμε όλους αυτούς τους μύθους έχουν ήδη και για αιώνες γίνει συντεταγμένοι αγώνες “στρεητοποίησης” τους».

Τι να περιμένουμε επί σκηνής; Με ποιόν τρόπο δουλέψατε;
Φιλ: Κοίτα, δε θέλουμε να κάνουμε και τρελά spoiler, αλλά γενικά θα έλεγα πως έχει κάτι για όλους. Δηλαδή και μπαρόκ όπερα με όργανα εποχής θα ακούσετε και ποστ-μόντερν τελείως κολαζένια μέρη έχει το έργο και αστείο είναι και θυμωμένο είναι και μονωδούς έχει και κουήρ περφόρμερς έχει και ποστ-ίντερνετ design και queer fashion κοστούμια και τρία κιλά ζαμπόν κυρ Στέφανε. Και φυσικά το ολόγραμμα της Έλενας Ακρίτα, μια τεχνολογία που θα δούμε για πρώτη φορά σε σκηνή ελληνικού θεάτρου.
Φοίβος: Δουλέψαμε συλλογικά, δημιουργήσαμε αρχικά ένα νοηματικό πλαίσιο ακολουθώντας τα δομικά σημεία του αυθεντικού κειμένου. Η Αντριάνα Μίνου ανέλαβε το γράψιμο του λιμπρέτου, ο Αλέξανδρος Δρόσος την μεταγραφή της μουσικής, και η συνθετική ομάδα έφερε μαζί όλα τα κομμάτια της αυθεντικής και της πρωτότυπης μουσικής για την δημιουργία της τελικής σύνθεσης.

© Α. Σιμόπουλος
© Α. Σιμόπουλος

Πλησιάζουμε στο 2021, ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε την Επανάσταση. Εσείς που έχετε φορέσει φουστανέλες πώς αισθάνεστε;
Φιλ: Α καλα, έχει να γίνει ΤΟ καρναβάλι. Και μάλιστα θα γίνει μοντερνιστικό παπαιωαννικό καρναβάλι, βλέπε ολυμπιακοί αγώνες. Μην τυχόν πάρουμε καμιά ανάσα από την ελληνορθόδοξη μπούρδα, τους έλειψαν τα αίσχη του 2004. Θέλω να ελπίζω πως τα πράγματα δεν είναι τόσο χάλια σήμερα όπως τότε και πως θα υπάρξουν και πρότζεκτ απάντησης στα εθνικιστικά παραληρήματα, αλλά δεν παίρνω και όρκο, γιατί οι έλληνες καλλιτέχνες γενικά δεν ασχολούνται μ’ αυτά τα θέματα. Το μεγαλύτερο ποσοστό των τεχνών στην Ελλάδα είναι είτε ξεκάθαρα πατριωτικές είτε κρυπτο-πατριωτικές / με φαντασιώσεις ελληνιστικού μεγαλείου. Οπότε τι να σου πω, ο θεός και η ψυχη της Γιάννας (drag icon πάντως είναι σίγουρα).
Φοίβος: Σε σχέση με τη δική μας δουλειά και τον εορτασμό των 200 εκατομμυρίων χρόνων διαστημικού ελληνισμού, τώρα που πήραμε φόρα, λέμε να μείνουμε στο μουσικό θέατρο. Έχουμε ήδη ξεκινήσει να γράφουμε το επόμενο έργο μας, που θα επικεντρώνει σε ένα ακόμη εθνικό ΛΟΑΤK icon, τον Μέγα Αλέξανδρο (ορκιζόμαστε ότι αυτή θα είναι και η τελευταία μας περιπέτεια με τις αρχαιότητες). Το -προς το παρόν- άτιτλο έργο παίρνει ως αφορμή μια σειρά από φλέγοντα ζητήματα από την κλιματική αλλαγή μέχρι το Μακεδονικό και τα μπλέκει σε ένα καλόγουστο υπερθέαμα. Stay tuned!

«Και μπαρόκ όπερα με όργανα εποχής θα ακούσετε και ποστ-μόντερν τελείως κολαζένια μέρη έχει το έργο και αστείο είναι και θυμωμένο είναι και μονωδούς έχει και κουήρ περφόρμερς έχει και ποστ-ίντερνετ design και queer fashion κοστούμια και τρία κιλά ζαμπόν κυρ Στέφανε. Και φυσικά το ολόγραμμα της Έλενας Ακρίτα, μια τεχνολογία που θα δούμε για πρώτη φορά σε σκηνή ελληνικού θεάτρου».

Με ποιόν τρόπο οι νεοσυντηρητικές πολιτικές µπορούν να οικειοποιηθούν δικαιωµατικούς λόγους των ΛΟΑΤΚΙ κοινοτήτων;
Φοίβος: Τις προηγούμενες δεκαετίες σε πολλές χώρες της δύσης θεωρητικοί όπως η Jasbir Puar παρατήρησαν ένα παράδοξο πέρασμα από μια περίοδο θεσμοποιημένης ομοφοβίας (όπου το κράτος και οι θεσμοί του δηλαδή εξασκούσαν διακρίσεις απέναντι σε γκέι άτομα) σε μια περίοδο αναγνώρισης των γκέι δικαιωμάτων ως «αναπόσπαστου» κομματιού της φιλελεύθερης δυτικής δημοκρατίας. Αυτό το πέρασμα αποτελεί αφενός αποτέλεσμα αγώνων και διεκδικήσεων έχει όμως και μια σκοτεινή πλευρά. Ξαφνικά τα γκέι δικαιώματα άρχισαν να θεωρούνται ένα δυτικό κεκτημένο, και όλα εκείνα τα μέρη του κόσμου που δεν έχουν φτάσει σ’αυτό το επίπεδο δικαιωμάτων θεωρούνται όχι απλά κατώτερα αλλά και εχθρικά. Κατά συνέπεια οι μετανάστες που έρχονται από αυτά τα μέρη (και ιδιαίτερα οι μουσουλμάνοι) θεωρούνται αναπόφευκτα ομοφοβικοί εχθροί που θα πρέπει στην καλύτερη να αναμορφωθούν, στην χειρότερη να μην έρθουν ποτέ. Σε αυτό το πλαίσιο βλέπουμε απίθανες συμμαχίες μεταξύ συντηρητικών ρατσιστικών πολιτικών και γκέι - ως επι το πλείστον - λευκών μεσοαστών πολιτών. Τα παιδιά της Θάτσερ και του Ρήγκαν φοράν την rainbow σημαία όταν τους δίνει το ηθικό έρεισμα για την εξόντωση των φυλετικά Άλλων.
Φιλ: Όλο αυτό μπορεί να ακούγεται σαν το τέλος των πολιτικών ταυτότητας, αλλά στην πραγματικότητα αυτό απλά υπογραμμίζει την ανάγκη για διαθεματικές πολιτικές, στρατηγικές συμμαχίες και αναστοχασμό πάνω στις θέσεις εξουσίας.

Να πούμε και κάτι για το κουήρ; Πώς βλέπετε την ολοένα και πιο πιο έντονη θεσμική και mainstream εκπροσώπησή του, παράλληλα με τις αυξανόμενες προσπάθειες αυτοοργάνωσης και συνεργασίας; Γίνεται ένα ακόμη «είδος»; Ποιά είναι τα σημερινά διακυβεύματα; Φιλ, έχεις γράψει ότι αυτό που χρειάζονται οι ελληνικοί θεσμοί τέχνης είναι η κουηροποίηση του ίδιου τους του σώματος κι όχι μια απλή συμπερίληψη υποτιθέμενων κουήρ θεματικών στο πρόγραμμά τους. Πώς το εννοείς; Βλέπεις θετικά βήματα σε παραδοσιακά συντηρητικούς θεσμούς, όπως π.χ. η ΑΣΚΤ;
Φιλ: Τα τελευταία χρόνια είναι χιπ να βάζεις και λίγο κουήρ στους θεσμούς, λίγο γκλίτερ αλατοπίπερο. Ξέρεις, κάνει τα πράγματα λιγότερο βαρετά. Κάποιες φορές ίσως υπάρχουν και καλές προθέσεις, αλλά δεν αρκεί να φιλοξενήσεις ένα κουήρ φεστιβάλ ή καλλιτέχνη, χρειάζεται να σχετιστείς με μια κοινότητα και να ξεκινήσεις ένα διάλογο που αλλάζει και τον ίδιο το θεσμό. Γενικά επειδή η κατάσταση πολιτικά στην Ελλάδα είναι τραγική και δεν είμαστε για να πετάμε έστω και αυτού του τύπου την ορατότητα, δεν τα κράζω ούτε αυτά ως επί το πλείστον. Έκανα πρόσφατα ένα ποστ σχετικα, για τα χαμηλά ποσοστα γυναικών και μηδαμινά ποσοστά ανοιχτά κουήρ καθηγητών στην ΑΣΚΤ. Ξέρω κουήρ άτομα που σπούδασαν εκεί και βιώσαν τρομερή μοναξιά. Οι περισσότεροι θεσμοί στην Ελλάδα έχουν μέσα ανθρώπους παλιάς κοπής που θεωρούν πως είναι οκ να κάνουν (δήθεν άκακα) σεξιστικά ή ομοφοβικά αστεία και μόνο σπάνια βρίσκεται κάποιο άτομο να τους πει πως αυτό δε γίνεται να το κάνουν πια, πως τα πράγματα έχουν αλλάξει και πρέπει να μαζευτούν. Ο μόνος τρόπος να αλλάξουν ριζικά δηλαδη τα ιδρύματα τέχνης είναι μέσα από ριζική εκπροσώπηση από μειονότητες μέσα στον ίδιο τον ιστό τους και θεσμοθέτηση κυρώσεων για κακοποιητικές συμπεριφορές.
Φοίβος: Πάντως, η ποσόστωση και η αντιπροσώπευση είναι σημαντικά αλλά σαφώς όχι ο τελικός στόχος μιας κουήρ κριτικής στο πως δουλεύουν οι θεσμοί και πως σχετιζόμαστε μαζί τους. Σίγουρα στην Ελλάδα που δεν υπάρχει θεσμοθετημένο πλαίσιο, η ποσόστωση είναι μια απαραίτητη βάση, από την άλλη επειδή ζω Αγγλία διαβάζω συχνά πανυγηρισμούς επειδή υπάρχουν περισσότερες γυναίκες CEO, γκέι δισεκατομυριούχοι ή τρανς άτομα στον στρατό. Πρόσφατα γνώρισα ένα non-binary άτομο που δούλευε στο αγγλικό υπουργείο άμυνας και μου εξήγησε ότι η συμπερίληψη είναι πολύ σημαντική για τον οργανισμό οπότε μου πέσαν λίγο τα μαλλιά που θέλουν οδηγ@ς drone όλων των φύλων.

«Βλέπουμε απίθανες συμμαχίες μεταξύ συντηρητικών ρατσιστικών πολιτικών και γκέι - ως επι το πλείστον - λευκών μεσοαστών πολιτών. Τα παιδιά της Θάτσερ και του Ρήγκαν φοράν την rainbow σημαία όταν τους δίνει το ηθικό έρεισμα για την εξόντωση των φυλετικά Άλλων. Όλο αυτό μπορει να ακούγεται σαν το τέλος των πολιτικών ταυτότητας, αλλά στην πραγματικότητα αυτό απλά υπογραμμίζει την ανάγκη για διαθεματικές πολιτικές, στρατηγικές συμμαχίες και αναστοχασμό πάνω στις θέσεις εξουσίας.

Κάνοντας ένα flashback στην προσωπική σας πορεία, ποιά βιώματα / κοινωνικοπολιτικές συνθήκες σας διαμόρφωσαν;
Φοίβος: Μεγαλώσαμε και οι δυο στην ελληνική επαρχία (βλ. Νότια Μακεδονία). Εγώ μεγάλωσα με το ίντερνετ, η πρώτη γενιά μιλένιαλ online κοινωνικοποίησης. Στην Αθήνα ήρθα για σπουδές το 2007 και έπεσα πάνω σε έναν κοινωνικοπολιτικό αναβρασμό που με διαμόρφωσε σημαντικά. Στο κομμάτι της δημιουργικής έκφρασης, την ίδια περίοδο συνάντησα μια σειρά ανθρώπων που έγραφαν online, σε blogs και forums όπως η Λουίζα Δολόξα, ο Θρώγκος και άλλοι με τις οποίες φτιάξαμε και ένα φόρουμ πειραματικής ποίησης, τα Τέτχοια, όπου φέραμε μαζί την ανάγκη για πειραματική γραφή και ενα αδιευκρίνιστο τραύμα γύρω από την ελληνικότητα. Από τον Δεκέμβρη του 2008 ήρθα σε επαφή με αναδυόμενες κουήρ σκηνές της πόλης (πχ what queer fest το 2010) μέσα σ’ένα DIY πλαίσιο, και άρχισα να σκέφτομαι πως μπορώ να φέρω κοντά την πειραματική έκφραση και τις κουήρ πολιτικές.

Φιλ: Εγώ έφυγα στα 18 μου να σπουδάσω cultural studies στην Αγγλία και αυτό έβαλε κάποιες από τις πιο σημαντικές βάσεις για την κατανόηση μου του κόσμου. Γνώρισα τη φεμινιστική θεωρία, το μαρξισμό και φυσικα το μεταδομισμό που με επηρέασε πάρα πολύ. Επίσης και το Λονδίνο των mid/late-90s ως πόλη με γοήτευσε τελείως, η πολυπολιτισμική συνθήκη, την οποία γενικά έβλεπα σε εκείνη τη φάση να λειτουργεί (παρά τις προφανείς μετα-αποικιακές προβληματικές). Το street punk αλλα και η σχέση στους δρόμους των ανθρώπων του Λονδίνου εκείνης της εποχής, πριν παραδοθεί για αρχή στο gentrification και στη συνέχεια στο βούρκο του brexit, ήταν για μένα μαθήματα. Γι’ αυτό και σιχαίνομαι τα θεωρητικά σκουπίδια κατά της πολυπολιτισμικότητας (γαλλοτραφών συνήθως) προσώπων, όπως η Σώτη Τριανταφύλλου. Είναι επικίνδυνα. Ειδικά σήμερα που τα πράγματα έχουν σφίξει (και μέρη όπως το Λονδίνο έχουν αλλάξει προς το χειρότερο), πρέπει να είμαστε απόλυτα γραπωμένοι από το κόνσεπτ της πολυπολιτισμικότητας. Γιατί αλλιώς πάμε για πολύ σκοτεινές εποχές ξανά.

«Ειλικρινά πιστεύω το βασικό πρόβλημα της Αθήνας είναι ο Παρθενώνας και θα πρότεινα επειγόντως το γκρέμισμά του ή τη μεταφορά του τέλος πάντων σε κάποιο μουσείο. Στη θέση του μπορεί να τοποθετηθεί ένα μεγάλο γλυπτό μπουζούκι ή ένα τσόκαρο. Πιστεύω αυτό θα δώσει στους κατοίκους μια καλύτερη ψυχολογική ισορροπία και ένα άλφα grounding».

Φοίβος: Η περίοδος στην οποία αναφέρομαι παραπάνω σηματοδότησε την ορατότητα νέων μεταναστευτικών κοινοτητων μέσα στην αθηναϊκή πραγματικότητα. Η Αθήνα μπήκε δειλά σε μια πολυ-πολιτισμική πραγματικότητα (χωρίς να ξεχνάμε βέβαια ότι ταυτόχρονα η Χρυσή Αυγή άρχισε να ανεβαίνει πρώτα σε τοπικό και αργότερα σε εθνικό επίπεδο). Σ’αυτήν την Αθήνα όμως που έδινε χώρο σε νέες υποκουλτούρες, νέες σκηνές, νέες νοηματοδοτήσεις στο «Αθηναίος» ίσως να μπορούμε να δούμε τους εαυτούς μας και μεις.
Φιλ: Τα τελευταία πέντε χρόνια δραστηριοποιούμαστε κυρίως στην Αθήνα και μάλιστα η Lifo μας συμπεριέλαβε και στην έκθεση Οι Αθηναίοι», αν και δεν κάναμε ποτέ identify ως Αθηναίοι, είναι η αλήθεια. Πρόκειται για μια αρκετά φαντασμένη πόλη, η οποία δεν έχει καν ξεκινήσει στοιχειώδη ψυχανάλυση για να εξορκίσει τις φαντασιώσεις μεγαλείου του παρελθόντος. Ειλικρινά πιστεύω το βασικό πρόβλημα της Αθήνας είναι ο Παρθενώνας και θα πρότεινα επειγόντως το γκρέμισμά του ή τη μεταφορά του τέλος πάντων σε κάποιο μουσείο. Στη θέση του μπορεί να τοποθετηθεί ένα μεγάλο γλυπτό μπουζούκι ή ένα τσόκαρο. Πιστεύω αυτό θα δώσει στους κατοίκους μια καλύτερη ψυχολογική ισορροπία και ένα άλφα grounding.

Ποιές πρωτοβουλίες ή χώρους της εγχώριας queer, φεμινιστικής, ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας ξεχωρίζετε, με δεδομένη την πύκνωση που παρατηρείται σε αντίστοιχα εγχειρήματα;
Φιλ: Έχει όντως πάρα πολλά πράγματα πια που εμφανίστηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα. Γενικά σχετιζόμαστε με διάφορα απ’ αυτά τα εγχειρήματα, οπότε ίσως δεν είμαστε αντικειμενικοί, αλλά σε τελική ανάλυση και ποιος είναι αντικειμενικός; Εγώ περνάω τέλεια στο Καμπαρέ της Καγκέλας. Το καμπαρέ προέκυψε λίγο από τη σκηνή της κουλής/νταντα κουηρ περφόρμανς αρτ που προϋπήρχε και σε πρότζεκτς όπως η Φυτίνη και λίγο πριν συναντιόταν στην πλατφόρμα Glam Slam. Αλλά αυτό που κατόρθωσε να κάνει η Καγκέλα που όντως κάνει τη βραδιά της διαφορετική είναι πως έφερε το περφόρμανς μέσα στο nightlife, δηλαδη το καμπαρέ δεν είναι μια παράσταση, ένα σόου, είναι ένα μέρος συνεύρεσης που μπορεί να συναντήσεις διαφόρων ειδών ανθρώπους. Ένας σχετικά καινούριος χώρος που επίσης μ’ αρεσει ειναι το Φεμινιστικό Αυτόνομο Κέντρο Έρευνας, έχει ωραία ενέργεια και είναι στη μέση του Παντελεήμονα, σημαντικότατο location πολιτικά για τη συγχρονη Αθήνα.
Φοίβος: Έχω μια ιδιαίτερη αγάπη για τα σλαμ κουήρ ποίησης του Queer Ink, τα οποία ξεκινήσαμε πριν δυο χρόνια στο χώρο του AMOQA και τώρα τα συνεχίζει το Μότσι Γεωργίου και πάνε τέλεια! Αυτό που μ’αρέσει στο Queer Ink είναι ότι ξανα-προσεγγίζει την ποίηση έξω από τα βαρύγδουπα και σούπερ τετριμμένα και την βάζει μέσα στην σύγχρονη ζωή και έκφραση. Συμφωνώ με Φιλ ότι οι χώροι όπου οι κοινότητες μπορούν να κοινωνικοποιούνται είναι σούπερ χρήσιμοι και γι αυτό αγαπώ ιδιαίτερα την κολεκτίβα καφέ beaver στο Γκάζι που είναι εκεί σταθερό σημείο αναφοράς.

© Α. Σιμόπουλος
© Α. Σιμόπουλος

© φωτογραφιών: Λεωνίδας Τούμπανος

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό