Αφιέρωμα

Εσύ τι έκανες στα 90s; Οι συντάκτες του «α» ξαναθυμούνται ή ζουν για πρώτη φορά μια δεκαετία που δεν λέει να ενηλικιωθεί

Από , , , , , , -

Το αθηνόραμα το 1998 είναι «Εδώ και τώρα»
Το αθηνόραμα το 1998 είναι «Εδώ και τώρα»

Ευφορία ή απάτη; Νοσταλγία ή αμηχανία; Μια στιγμή όπου όλα ήταν πιθανά ή μια εποχή νεοπλουτισμού, αλλά και νέων πολέμων καθώς ο πλανήτης εξέπεμπε τα πρώτα σήματα SOS; Οι συντάκτες του αθηνοράματος ξαναθυμούνται τα ‘90s, όπως τα έζησαν (ως genXrs στο κατώφλι της ενηλικίωσης, ως αιώνια έφηβοι, ως δημοσιογράφοι στην εν γεννέσει εναλλακτική - πολύ 90s λέξη - μητροπολιτική Αθήνα του πολιτιστικού πειραματισμού...) ή όπως τα ανακάλυψαν εκ των υστέρων καθώς η επανεφεύρεση των ‘90s αποτέλεσε μια από τις πιο δυνατές τάσεις στη μόδα και την τέχνη των τελευταίων χρόνων. Οι διασταυρώσεις τους αλλά και οι συχνά αντικρουόμενες απόψεις φτιάχνουν το πορτρέτο μιας φευγαλέας, φευγάτης, αλλά και απρόσμενα κοντινής δεκαετίας, που η ουσία της συχνά μας διαφεύγει πίσω από τα φλούο χρώματα και τα ντεγκραντέ φόντα των flyers των rave parties, τους ηλεκτρονικούς ήχους και τις smiley faces κονκάρδες.

μέσα από έντυπα μας καλούν να ζήσουμε μια άλλη ζωή
μα είναι ζωή αυτή;
όταν μια οικογένεια ζει μ' ένα μισθό εκατό χιλιάδες
οι τύραννοι χαϊδεύουν κοιλιές μεγάλες
και δεν είναι μόνο αυτό, μας κυνηγούν χιλιάδες μάρκες
έξτρα φόροι, έξτρα Φ.Π.Α., έξτρα σκατά
κι ένας πόλεμος δίπλα μας που κανείς δεν τον σταματά
και κανείς δε διακινδυνεύει
η αγάπη μάς διαφεύγει
κι αντί γι' αυτό ψιθυρίζουμε διαφημίσεις
Στέρεο Νόβα, Το ταξίδι της φάλαινας

Περιεχόμενα

Ενδεικτικοί τίτλοι κεφαλαίων από τα περιεχόμενα του βιβλίου του Douglas Coupland «Generation X», Εκδόσεις Νέα Σύνορα Λιβάνη, 1993.
Παρατήστε τη δουλειά σας
Πεθαίνεις στα τριάντα, κηδεύεσαι στα εβδομήντα
Η κατανάλωση δεν είναι δημιουργία
Μην τρώτε τον εαυτό σας
Φάτε τους γονείς σας
Οι πληρωμένες εμπειρίες δεν μετράνε
Θυμήσου τη γη
Ακούτε MTV, Μην πυροβολείτε

Γιάγκος Αντίοχος, στη λούπα της 90s αντι-κουλτούρας

Hard copy εισιτήριο από το φεστιβάλ «Rock of Gods»
Hard copy εισιτήριο από το φεστιβάλ «Rock of Gods»

Η δεκαετία που κάποιος ζει την εφηβεία και την ενηλικίωση του είναι πάντοτε για αυτόν η «καλύτερη». Είναι η εποχή που ρουφά μέχρι το μεδούλι τη ζωή, που τρέχει με χίλια για να προλάβει να βιώσει και να διαμορφώσει την ταυτότητά του, το μοναδικό του αντικαθρέφτισμα απέναντι στην τρομακτική μεγάλη εικόνα της ανθρωπότητας. Δεν ξέρω εάν είμαι τυχερός ή άτυχος που έζησα τη συγκεκριμένη περίοδο στα ελληνικά 90s. Αν δηλαδή ήταν καλό που η δικιά μου εφηβική, μετα-εφηβική και άγουρα ενήλικη πραγματικότητα είχε να νταραβεριστεί με το τέλος της μεταπολίτευσης, το απόγειο του νεοπλουτισμού, τον θρίαμβο του σκυλάδικου, την απολιτικοποιήση της νεολαίας (παρότι ξεκίνησε με τις καταλήψεις του ’91 και τελείωσε με το «Κάτσε καλά Γεράσιμε») και το όνειρο του χρηματιστηρίου που μετατράπηκε σε εφιάλτης.

Είναι ανακουφιστικό ότι δεν το επέλεξα εγώ αυτό, αλλά οι γονείς μου… Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι απέναντι στον λεγόμενο εκσυγχρονισμό, την ισοπεδωτική επέλαση του lifestyle (να αναφέρουμε χωρίς να ευλογούμε τα γένια μας ότι το «α» αντιστάθηκε γενναία απέναντι σ’ αυτή) και το βίαιο «ξεβλάχεμα», συγκροτήθηκε μια υπερδραστήρια αντι-κουλτούρα στην Αθήνα, ένα πολύχρωμο, ετερόκλητο συνονθύλευμα ανθρώπων που δεν ψηνόντουσαν με την «πόρτα», το μπουζούκι, τη ποζεριά και τα γαρίφαλα. Αυτή η μικρή σε αριθμό αλλά μεγάλη σε δυναμική κοινότητα κατάφερε να βγάλει την πρωτεύουσα από τη βαλκανική της μοίρα και να την τραβήξει τόσο δα προς τα δυτικά. Έτσι στο «Mad» στη Συγγρού χορεύαμε brit μελωδίες σαν αυτές των Blur, Oasis, Stone Roses, Ride κ.α. που παίζονταν την ίδια στιγμή στα αγγλικά και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά decks –σε αυτό βοήθησε και το ποιοτικό MTV της εποχής που εξέπεμπε ελεύθερα στην Ελλάδα. Στο «Ρόδον FM» άκουγες Screaming Trees, Smashing Pumpkins και ένα σωρό άλλα πράγματα που έβγαιναν φρέσκα-φρέσκα, την εποχή που δεν υπήρχε ίντερνετ, αλλά εισαγόμενα βινύλια! Στο Ρόδον έβλεπες τους Sonic Youth, τον Tricky, τους Inspiral Carpets και στα φεστιβάλ -που ξεκίνησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1996 με το «Rock of Gods»- τον Iggy, τους Pulp, τους Bad Religion, τους Slayer και ένα σωρό άλλους μύθους μαζί με δεκάδες χιλιάδες κόσμου. Επίσης, τότε γεννιέται η αθηναϊκή dance σκηνή με το «+Soda» να μυεί τον κόσμο στα μυστικά της techno και του house, την ίδια στιγμή που στο «Άλσος» χτυπούσαν αλύπητα τα B.P.M. με την εξελληνισμένη βερσιόν του ρέιβ να καίγεται σαν σπίρτο από τα «hofmann» (μοναδικό απωθημένο μου τα πάρτι στα Οινόφυτα που δεν κατάφερα να πάω).

Η αλήθεια είναι ότι μου πήρε χρόνια να ξεκολλήσω από τα 90s. Είναι και αυτό το αναθεματισμένο το revival που δεν με αφήνει να την αρχειοθετήσω αυτήν την περίοδο και να την τοποθετήσω σε κάποιο ξεχασμένο εξωτερικό σκληρό δίσκο. Και μόνον το άκουσμα των «90s» γεννά γλυκές αναμνήσεις που τρέχουν σαν τρελές στο μυαλό μου, σαν μια τέρμα νοσταλγική ταινία που πάει κάπως έτσι: «I Wanna Be Adored» στην πίστα του «Mad», Τρύπες στο Ρόδον, φλερτ στην ουρά για εισιτήρια στις «Νύχτες Πρεμιέρας» -γενικά φλερτ παντού, μισή ώρα για να μπεις το Σάββατο στο «+Soda», Smashing Pumpkins στον Λυκαβηττό, πενταήμερη στη Ρόδο, για βινύλια Μοναστηράκι, πάνω-κάτω στην τριώροφη πολυκατοικία του «Lobby» (είχε και υπόγειο!) για να βρεις που παίζει καλή φάση, παρακαλετά για να βρούμε εισιτήρια για το «Shopping and fucking» στο «Αμόρε», μπύρες στην πλατεία Μαβίλη, πάρτι Trancemedia στην παραλία Αλίμου, κλωτσοπατινάδα σε κάθε γκολ στην Σκεπαστή, στο Αλφαβίλ να βλέπω εκστασιασμένος «Το Μίσος», πάρτι στις σχολές, ξημεροβράδιασμα στον Π.Ο.Φ.Π.Α., το «α» στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν με σημειωμένα σινεμά και θέατρα, μελανιές από το ξυλίκι στους NOFX στο Ρόδον, non stop χορός στους Prodigy στο Rockwave του Άγιου Κοσμά, το «Vs» των Pearl Jam να γυρίσει στο Technics, δέος από το βιντεο-κλιπ του «Enter Sandman» στο MTV, «Να τους δω να τρέχουν» TxC, πολιτικές αντιπαραθέσεις στην ταράτσα του «Τραμ» στην Μιχαλακοπούλου, το «Disco 666» των Girls Against Boys στα τέρματα στο «Mo Better», λαοθάλασσα στο καλοκαιρινό «Amfitheatro», για «01» στο περίπτερο, χτύπημα με το «Killing in the Name» στα πάρτι, το «Τρέξε Λόλα Τρέξε» σε λούπα στο DVD, τρία πρωταθλήματα σερί, κίτρινες οικονομικές εφημερίδες παντού, πάρτι των «Pure» στην Αντίπαρο… REPEAT. Τα 90s δεν θα τελειώσουν ποτέ. Θα παίζουν στην λούπα. Σαν τη «Χαμένη Λεωφόρο» του Ντέιβιντ Λιντς.

Δέσποινα Ζευκιλή, In-yer-face ενηλικίωση

Το μηνιαίο περιοδικό Art Monthly και στιγμιότυπο από το «Gummo»
Το μηνιαίο περιοδικό Art Monthly και στιγμιότυπο από το «Gummo»

Όταν είχαμε πρωτοσυζητήσει το θέμα για τη δεκαετία του '90 στην σύσκεψη της συντακτικής ομάδας κάποιος πολύ σωστά είχε πει ότι στην Ελλάδα ήταν η δεκαετία του χρηματιστηρίου που έληξε με το κραχ του ' 99. Για μένα όμως που το ‘93 τελείωνα το λύκειο, με όλη τη «μεγαλοπρέπεια της ανωριμότητας και της πλήξης», για να χρησιμοποιήσω μια φράση του εξαιρετικού βιβλίου του Dag Solstad «Αιδημοσύνη και Αξιοπρέπεια» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ποταμός, τα δεκάδες χρηματιστηριακά γραφεία που αντικαθιστούσαν τα βιντεοκλάμπ και τα καραμελάδικα κατά μήκος της διαδρομής του λεωφορείου 214 από το Βύρωνα στο κέντρο ήταν αντικείμενο χλευασμού για τον ελληνικό μικροαστισμό και η δεκαετία που διανύαμε ισοδυναμούσε με αχόρταγη μύηση στην ανεξάρτητη κουλτούρα που με έφερε εδώ που βρίσκομαι σήμερα (γενικότερα και ειδικότερα)!

Η δεκαετία που σταμάτησα να παίρνω το νυχτερινό 550 ως το Μαρούσι που μοίραζε στα τέλη των ‘80s εμάς τους πάλαι ποτέ, θέλαμε να πιστεύουμε, φλώρους στην Αυτοκίνηση και τους μεταλλάδες στην Όμπρε, και δεν ξανανέβαινα εύκολα βορειότερα από τα Εξάρχεια, πάρα μόνο για το Faz της Μαβίλη, το Zoo της Μιχαλακοπούλου και τον Δαναό για τις Νύχτες Πρεμιέρες και τις πρωινές avant premiere με τα κουπόνια που κόβαμε από το αθηνόραμα και το Περιοδικό Σινεμά. Διάβαζα Χρήστο Βακαλόπουλο, Douglas Coupland (Βρομογιάπις, φυλαχτείτε! Έρχεται η Γενιά Χ!), τη Σημειολογία της Καθημερινής Ζωής του Ουμπέρτο Έκο, το Μια Άλλη Γλυκιά Διάσταση του Russel Banks, την Ανταρκτική της Άντζελας Δημητρακάκη και ό,τι κυκλοφορούσε από τις εκδόσεις Οξύ (με τα φλούο χρώματα και την επιθετική γραφιστική της εποχής να συμμετέχει στην εμπειρία της ανάγνωσης), αλλά και το περιοδικό 01 και τις βιτριολικές κριτικές της τηλεόρασης στο αθηνόραμα που μας απήγγειλε, μαζί με όλα όσα έπρεπε να δούμε εκείνη την εβδομάδα, ο φίλος μας ο Νίκος στα έδρανα της σχολής.

Ονομα Τραγουδούσα το Πάρτι στο 13ο όροφο στην πρώτη μου συναυλία (Τρύπες στο Ρόδον) και αργότερα το Ταξίδι της Φάλαινας των Στέρεο Νόβα από την κασέτα της Ντισκολάτας επιστρέφοντας σπίτι ξημερώματα και παρακαλούσα να αργήσει να σβήσει από το χέρι μου η σφραγίδα - εισιτήριο του Shopping & Fucking σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στο Αμόρε που με μύησε στο βρετανικό In-yer-face theatre. Η τέχνη που σε πιάνει από το λαιμό και δεν μπορείς να την αγνοήσεις ήταν άλλωστε για μένα η τέχνη που κρατάω από την εποχή εκείνη. Το αλλόκοτο διαστροφικό Σπίτι της Χάιντι του Paul McCarthy και του Mike Kelley και τα μετά-AIDS διαμελισμένα σώματα του Robert Gober στην έκθεση «Νέο είναι καθετί Ενδιαφέρον» της Συλλογής Δάκης Ιωάννου στο Εργοστάσιο της Σχολής Καλών Τεχνών που με έκανε να ασχοληθώ με τη σύγχρονη τέχνη.

Tο Reservoir Dogs του Κουέντιν Ταραντίνο, τα Στιγμιότυπα του Ρόμπερτ Όλτμαν, το Μίσος του Ματιέ Κασοβίτς, το Δαμάζοντας τα Κύματα του Λαρς Φον Τρίερ, τα Μυστικά και Ψέματα του Κεν Λόουτς, το Funny Games του Μίκαελ Χάνεκε, το Gummo του Χάρμορι Κορίν, η Ευτυχία του Τοντ Σόλοντζ, η Οικογενειακή Γιορτή του Τόμας Βίντερμπεργκ είναι μερικά μόνο από τα επιδραστικά κινηματογραφικά στιγμιότυπα που ανακαλώ αυτόματα από μια εποχή ενηλικίωσης όπου το ανοίκειο (uncanny), η αντίδραση, ο μηδενισμός, η γοητεία της καθημερινής δυστοπίας και η κριτική των θεσμών μπερδεύονταν γλυκόπικρα. Και ο νέος ρεαλισμός, η τέχνη του ντοκουμέντου και της αντι-παγκοσμιοποίησης μας περίμεναν στη γωνία, μαζί με το μινέλινιουμ που αγαπούσαμε να μισούμε, καθώς επιστρέφαμε από τα Erasmus και τα μεταπτυχιακά (και βλέπαμε τη φούσκα της Cool Britannia του Τόνι Μπλερ να σπάει και το Common People των Pulp να ακούγεται σαν η ιδανική επωδός του) και προσγειωνόμασταν στην Αθήνα του νέου αεροδρομίου (είχαμε αναχωρήσει από το Ελληνικό), του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου και των συγκεντρώσεων για τις νέες ταυτότητες. Σαν να μην πέρασε μια μέρα!

Γιάννης Καντέα - Παπαδόπουλος, «Τι είναι Κάιους;»

Για την ουσία των '90s δεν είμαι ο αρμόδιος να μιλήσω, μιας και έζησα μόλις τα έξι τελευταία χρόνια της δεκαετίας και τα αντίστοιχα πρώτα της ζωής μου. Αν και τα θυμάμαι έντονα, με καθημερινή ρουτίνα το σερί βιντεοκασέτες Disney - βιντεοπαιχνίδια στο PC - μπάλα στην πλατεία, ένιωσα πως θα ήταν προτιμότερο να γράψω για κάτι ταυτισμένο με τα '90s το οποίο το οποίο ανακάλυψα εκ των πολύ υστέρων (και έτσι θα αποφύγω την παρελθοντολαγνεία). Σύμφωνα λοιπόν με τα στατιστικά μου στο last.fm -όποιος το χρησιμοποιεί ακόμα, τα σέβη μου- η πρώτη φορά που άκουσα stoner ήταν μια Δευτέρα μεσημέρι το Δεκέμβριο του 2009. Παρότι μεταλάς ήδη για μια πενταετία (το κακό ψευδώνυμό μου στο last.fm με προδίδει) δεν είχε τύχει να συναντήσω κάτι σχετικό με το είδος στα περιοδικά που διάβαζα σελίδα-σελίδα (ε ναι, το Metal Hammer δηλαδή) ενώ τα related του YouTube δεν ήταν ακόμα πραγματικότητα.

Έτσι, όταν εκείνο το μεσημέρι έπαιξε στα ακουστικά μου το παραμορφωμένο ριφ του «Gardenia», συνέβη μια από αυτές τις στιγμές που όλοι όσοι ζουν ακούγοντας μουσική έχουν βιώσει• μια μίξη δηλαδή ενθουσιασμού κι ανακάλυψης ενός νέου κόσμου, έτοιμου να εξερευνηθεί. Προσωπικά ήταν ο τέλειος συγχρονισμός, είχα μόλις τερματίσει τη δισκογραφία των Black Sabbath, ήξερα ότι ο Tony Iommi ήταν ο αγαπημένος μου κιθαρίστας και να ένα συγκρότημα που ακουγόταν σαν εκείνους αλλά με έναν ολοκαίνουριο τρόπο. Σύντομα όλη η παρέα είχε κολλήσει λίγο-πολύ, κάποιοι ξεκουρδίσαμε τις κιθάρες για πρώτη φορά, ενώ για ένα καλοκαίρι το «Supa Scoopa and Mighty Scoop» ήταν ο ύμνος που ακούγαμε ασταμάτητα, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίναμε ακριβώς τι λέει. Ακολούθησαν κι όλες οι άλλες μπάντες, από τους Sleep και τους Electric Wizard μέχρι τους Weedeater, από κοντά και τα live με αξέχαστο το πρώτο των Kyuss Lives! στο Fuzz (ανήμερα 25ης Μαρτίου, 2011), αλλά και αυτό των Γερμανών Colour Haze (Οκτώβριος 2010) που άλλαξε τη ζωή κάποιων από εμάς τότε στο υπόγειο του An. Σιγά σιγά βέβαια το απωθημένο κι η κάψα έφυγαν, κάπως ετεροχρονισμένα μιας και τότε άρχιζαν τότε να παίρνουν -δικαίως- τα πάνω τους οι «δικές μας» μπάντες, ωστόσο δε ξεχνιέται ποτέ εκείνη η πρώτη φορά.

Άγγελος Κλάδης, τα rave πάρτι που δεν έζησα

Δημοσιεύτηκε από + Soda στις Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Λίγο νωρίτερα να είχα γεννηθεί και θα ’ταν όλα καλύτερα, σκέφτομαι ώρες-ώρες. Τουλάχιστον, θα είχα προλάβει τη γλυκιά γεύση ενός γεμάτου αύριο, μέσα στο χρήμα και τις ευκαιρίες, προτού συμβεί ό,τι συνέβη. Τα παιδικά μου χρόνια θα είχαν περισσότερες αλάνες και μελανιές, δεν θα έτρεχα στα φροντιστήρια απ’ τα δέκα και εύκολα με φαντάζομαι ρέιβερ μετά τα δεκάξι, να γυρνάω από πάρτι σε πάρτι μέχρι να ξημερώσει. Ιδρωμένες μπλούζες στο «+Soda» και στο «Battery» στον Κηφισό, τα Sunrise Zone στο «Άλσος» και για πιο after στα Οινόφυτα αφού ανατείλει ο ήλιος, κρυφά αυτοσχέδια πάρτι σε γκαράζ και αποθήκες, πάντα τίγκα στον κόσμο που διψούσε για εκτόνωση.

Ξύνω πληγές εν μέσω καραντίνας αλλά όποτε ακούω ιστορίες από εκείνες τις «εφήμερες Ντίζνεϊλαντ», όπως τις προσονόμασε ο μελετητής Λέανδρος Κυριακόπουλος στο νέο του βιβλίο για το rave στην Ελλάδα («Αναπαραστάσεις του ανοίκειου», εκδ. Νήσος), σκέφτομαι πως δεν υπήρξε αντίστοιχο παράδειγμα στη γενιά μου, μια τόσο ορμητική υποκουλτούρα εκφρασμένη συλλογικά από τα κάτω. Δεν θα μιλήσω για τις ουσίες γιατί ήταν αρκετοί που δεν έπιναν – ωστόσο, όλοι (ανεξαιρέτως) χόρευαν ασταμάτητα, περνούσαν καλά, είχαν την ψυχεδέλεια στα ρούχα και τη φιλοσοφία τους. Έψαχναν πειραματικά την περιπέτεια και την έβρισκαν για λίγες ώρες, κοιτάζοντας εκστασιασμένοι τον dj πίσω από γυαλιά ηλίου.

Όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος του απελευθέρωναν με τον τρόπο τους το βάρος της εποχής (ο κόσμος μπαίνει πλέον σε νέες ταχύτητες). Τα underground ηλεκτρονικά πάρτι, φυσικά, δεν σταμάτησαν τα επόμενα χρόνια αλλά αυτή η αίσθηση έπαψε να ισχύει, διότι εκείνοι οι ρέηβερς μεγάλωσαν και άλλαξαν, ενώ εμείς οι επόμενοι ήμασταν μαθημένοι στους ιλιγγιώδεις ρυθμούς από μικροί (όντας παιδί το 2000 έχεις δει τόση εξέλιξη που τίποτα δεν σε εκπλήσσει πια) και είχαμε άλλα άγχη να αντιμετωπίσουμε, θαρρώ πιο ασφυκτικά και επίμονα. Γι’ αυτό μάλλον ζηλεύω που δεν έζησα την «πειρατική» εκτόνωση των 90’s.

Μαρία Κρύου, Η (όχι και τόσο) αμήχανη εποχή του ακτιβισμού και του πειραματισμού

Το «Shopping and fucking» γίνεται εξώφυλλο το 1997
Το «Shopping and fucking» γίνεται εξώφυλλο το 1997

Οι λέξεις κλειδιά των δικών μου ‘90s; Αθηνόραμα, Internet, e-mail, Σεράγεβο, ράφτινγκ, Όλυμπος και Βαρδούσια, Ανάφη, Νότια Κρήτη, Βιετνάμ, mp3, Radiohead, Sonic Youth, Bjork, trip-hop, ρέιβ, Rockwave, ακτιβισμός, Matrix, Τιμ Μπάρτον, Ντόλι, Ελ Νίνιο, Greenpeace, «Δέκα Μικροί Μήτσοι», Θέατρο Αμόρε, Αντώνης Αντύπας, clubbing, +Soda…Η λίστα είναι μεγάλη αν σκαλίσω το παρελθόν στα ‘90s, ίσως την πιο love-to-hate δεκαετία των νεότερων χρόνων. Χωρίς να διαθέτουν την αθώα ντίσκο-γλύκα των ‘80s και χωρίς να εμφορούνται από τη χίπικη ενέργεια των ‘70s, τα ‘90s έχουν χαραχτεί στη μνήμη μάλλον σαν μια… αμήχανη κι ελαφρώς άχαρη περίπτωση «μετάβασης» στον επόμενο αιώνα και τη νέα χιλιετία.

Κι όμως, μιλώντας για τη μουσική, την περίοδο '91-'95 είδα πάνω από 500 συναυλίες, αγόραζα μανιωδώς cd, έτρεχα στο Reading Festival, το 1993 έψαχνα σαν τρελή να δω την βιντεοσκοπημένη εμφάνιση των Nirvana στην εκπομπή MTV Unplugged που έγινε στα Sony Studios της Νέας Υόρκης. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1994, λίγους μήνες μετά την αυτοκτονία του Kurt Cobain… Ήταν η στιγμή που η έννοια της απώλειας και της ριζικής αλλαγής άρχισε να με απασχολεί διαφορετικά παρακολουθώντας τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία που εγκαινίασε μια νέα σελίδα στην πολεμική ιστορία της Δύσης, την επέλαση του Ελ Νίνιο που εμφανίστηκε το 1997 - 98 και οδήγησε σε 23.000 θανάτους σε όλο τον κόσμο, τα κλωνοποιημένα πρόβατα με την Ντόλι να αποτελεί μασκότ της εποχής, τα νέα ναρκωτικά που καίνε τον εγκέφαλο, τα ρέιβ πάρτι σε αποθήκες ή βιομηχανικούς χώρους.

Was the world fucked up? Πόσο εύκολα χάνεις τον εαυτό σου στο σκοτάδι, («Trainspotting» του Ντάνι Μπόιλ), πως τα παραμύθια μπορούν να σε εμπνεύσουν («Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης» του Τιμ Μπάρτον), ποιο είναι το μέλλον («Matrix» των αδελφών Γουατσόφσκι); Ο καθένας θέτει τα δικά του ερωτήματα σε κάθε εποχή….Πριν κάνει ποδαρικό ο νέος αιώνας άρχισε να έχει αξία το σύνθημα της Greenpeace «Let´s make a green peace», «Ας κάνουμε μια πράσινη ειρήνη» και ξεχυθήκαμε με τους συντρόφους του εναλλακτικού τουρισμού στα βουνά με τους ορειβατικούς συλλόγους και με τους κολλητούς της Trekking Hellas σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Αφού δεν πνίγηκα στο Βοϊδομάτη κάνοντας ράφτινγκ ή πεζοπορώντας στους 40 βαθμούς κελσίου της Αιθιοπίας συνειδητοποίησα πως τα nineties ήταν το μεγαλύτερο σχολείο της ζωής μου.

Από τη θέση της ρεπόρτερ δημοσιογράφου έζησα την Αθήνα να μετατρέπεται σε μητρόπολη του θεάτρου, αυξάνοντας σε ποσότητα αλλά και σε ποιότητα των αριθμό των θεάτρων, των θιάσων και των καλλιτεχνικών πειραμάτων της. Χάρη στην απήχηση που σημείωσαν κάποιες παραστάσεις συνδεθήκαμε με θέατρα (Αμόρε, Απλό, Πορεία, Τεχνοχώρος κ.ά.), χάρη στα «Καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα» των Έλενας Πέγκα-Κωνσταντίνου Ρήγου, πήγαμε στο πιο φημισμένο club της εποχής, το «+Soda» όχι για clubbing αλλά για να δούμε παράσταση. Τα καλλιτεχνικά πειράματα δεν ξεκίνησαν τη δεκαετία του ΄90 όμως καλλιεργήθηκε με ένταση η τάση του πειραματισμού. Αν αυτός καθόρισε μια εποχή, ας κάνουμε ξανά μόδα το σύνθημα «back to '90s».

Άννα Φαρδή, Στα 90’s, όλα ήταν δυνατά

Για μένα τα 90’s είναι μια φωτογραφία της εικοσάχρονης Γουαϊνόνα Ράιντερ, καθώς πηγαίνει στην πρεμιέρα της ταινίας «The Commitments». Νέα, πολλά υποσχόμενη και με ένα λαμπρό μέλλον μπροστά της: όπως ακριβώς και η δεκαετία που μόλις είχε ξεκινήσει, ακόμα κι αν βρισκόταν στη σκιά της νέας χιλιετίας. Βέβαια όσο γίνονταν αυτά, εγώ δεν υπήρχα καν σαν φαντασίωση: γεννημένη το καλοκαίρι του 1995, στην κόψη του ξυραφιού μεταξύ millenials και zoomers, όσοι οι υπόλοιποι συνάδελφοι έκαναν ναό το «Ρόδον» και σοκάρονταν με το τροχαίο της Πριγκίπισσας Νταϊάνα, εγώ το μόνο που θυμάμαι από τη δεκαετία είναι το τότε μας διαμέρισμα και κάποια αποκριάτικη στολή φραουλίτσας, που –για να είμαι ειλικρινής – μπορεί να είναι και μνήμες από φωτογραφίες.

Αν κάποιος έβλεπε τη φωτογραφία της Ράιντερ με κουτάκια στο πρόσωπο, θα μπορούσε να υποθέσει πως είναι οποιοδήποτε κορίτσι στο σήμερα. Ψιλόμεσο mom jean, λευκό t-shirt με στάμπα Τομ Γουέιτς και δερμάτινο μπουφάν, το λουκ της βρίσκεται σε όλες τις βιτρίνες την τελευταία διετία. Αν όμως είχε ολόκληρη την εικόνα, ακόμα κι αν ερχόταν από άλλο πλανήτη ή ήταν γεννημένος μετά το 2000 και δεν αναγνώριζε το πρόσωπο, δε θα μπορούσε με τίποτα να θεωρήσει πως το ανέφελο ύφος της μπορεί να ανήκει σε κάποια της γενιάς μου. Όταν αρχίσαμε να αποκτάμε συνείδηση ξεκίνησε η κρίση και όταν καταφέραμε να φτιάξουμε μια ζωή από την αρχή ήρθε ο covid, ενώ όσο καλούμαστε να αντιμετωπίζουμε συνεχώς νέα εμπόδια πάνω στα «καλύτερα μας χρόνια» ζούμε υπό το σύννεφο της 90’s νοσταλγίας, μιας εποχής που όλα ήταν δυνατά, ελπιδοφόρα και καινούργια. Έχει καμία σημασία το αν η ευφορία αυτή ήταν απάτη; Κερδίζουμε τελικά από την κατά φαντασία νοσταλγία ή ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε το σήμερα; Καλύτερα ρώτα με αν προτιμώ Blur ή Oasis, να σου απαντήσω Pulp!

Γιώργος Χαρωνίτης, ψηφιακή τεχνολογία στα nineties

Εξώφυλλο από το «Jazz and Jazz»
Εξώφυλλο από το «Jazz and Jazz»

Για κάποιον που πήγε δημοτικό στα sixties, γυμνάσιο και πανεπιστήμιο στα seventies, και έκανε την εξ’ αναβολής θητεία του στα eighties, τα nineties δεν μπορούν να σημαίνουν κάτι το ιδιαίτερο. Μόνο μέσα από την ψύχραιμη και ώριμη παρατήρηση μπορούμε να δούμε την μετατροπή της ελληνικής κοινωνίας από ένα απέραντο φρενοκομείο σε ένα απέραντο σκυλάδικο και, αντιθετικά, στον τομέα του σύγχρονου πολιτισμού, μια τεράστια άνθηση που οφείλεται στην εξέλιξη της τεχνολογίας και που επηρεάζει τους πάντες θετικά. Πράγματα που στα seventies διδάσκονταν θεωρητικά στα Πολυτεχνεία, είκοσι χρόνια αργότερα είχαν γίνει στοιχεία της καθημερινότητας και, όλο και πιο πολύ, καθόριζαν τη ζωή μας. Ο ψηφιακός κόσμος ήταν εδώ – και ήταν ένα καθαρό επίτευγμα των τεχνολογικών εξελίξεων στα nineties. Ήταν αδιανόητο να κάνει κάτι κανείς χωρίς κομπιούτερ και, βαθμιαία, το ίντερνετ έπαυε να είναι μια εικονική πραγματικότητα και θα γινόταν όλο και πιο πολύ επέκταση της σκέψης μας και της δράσης μας όπως μπαίναμε στον 21ο αιώνα.

Πιο πρακτικά, στους δικούς μας τομείς πολιτισμού, στη μουσική αλλά και στο σινεμά, οι ψηφιακές ευκολίες απλοποίησαν τα πάντα, μεταβάλλοντας – πιθανόν δια παντός – την χρηστική αξία κτήσης της popular τέχνης. Για να απολαύσεις κάτι, για να ακούσεις και να δεις, έπρεπε να πληρώσεις, να αγοράσεις και να αποκτήσεις πρόσβαση (μόνιμη ή πρόσκαιρη). Έτσι ήταν πάντα – και για να βρεις έναν δίσκο ή μια ταινία (σε VHS, if you know what I mean!) έπρεπε να παρακαλέσεις κάποιον φίλο που πήγαινε (ή έμενε) στο εξωτερικό, να προπληρώσεις (πάντα) και να περιμένεις! Ακόμα και οι συνδρομές στα ξένα περιοδικά που δεν έρχονταν εδώ απαιτούσαν κάποιες διαδικασίες… Όλα αυτά, αρχικά με το ηλεκτρονικό διαδικτυακό εμπόριο και κατόπιν με τις (παράνομες κυρίως) διαδικασίες ψηφιακού downloading, άρχισαν να εκλείπουν.

Η ζωή μας στα nineties απλοποιήθηκε και σχεδόν κάθε μας απαίτηση μπορούσε πια να πραγματοποιηθεί. Χανόταν, βέβαια, έτσι η μαγεία του ψαξίματος και της περιπέτειας – όμως μπορούσες να έχεις όλα αυτά που πριν από μερικά χρόνια δεν μπορούσες να έχεις! Αν αυτό λέγεται ευτυχία, μπορούσες να είσαι ακόμα και ευτυχής! Μπορούσες όμως να γίνεις και επιχειρηματίας! Η κομπιουτεροποίηση των πάντων – και της παραγωγής εντύπων – μπορούσε να σε κάνει ακόμα και εκδότη. Εμένα, τουλάχιστον, με έκανε! Μετά από κάποιες κουβέντες που είχα με τον σπουδαίο διανοητή, ζωγράφο, συγγραφέα, εκδότη κ.λπ. Λεωνίδα Χρηστάκη το 1992, πείστηκα πως ήταν εύκολο να βγάλω ένα περιοδικό – και το έβγαλα: το Jazz & Τζαζ τον Απρίλιο του 1993. Δουλεύοντας, λοιπόν, για το Αθηνόραμα και το Jazz & Τζαζ παράλληλα, δεν είχα χρόνο ν’ ασχοληθώ πιο βαθιά με άλλες πτυχές των nineties!

Αντί επιλόγου

Υποσημειώσεις στο περιθώριο του βιβλίου του Douglas Coupland «Generation X», Εκδόσεις Νέα Σύνορα Λιβάνη, 1993

Λούκι: Μια καλοπληρωμένη, παρακατιανή, αναξιοπρεπής, ανώφελη δουλειά χωρίς μέλλον στην αγορά υπηρεσιών. Συχνά θεωρείται ικανοποιητική επιλογή καριέρας από ανθρώπους που δεν είχαν ποτέ περιθώρια επιλογής.
Υπερβολική δόση ιστορίας: Το να ζει κανείς σε μια χρονική περίοδο που φαίνεται να μη συμβαίνει τίποτα. Το κυριότερο σύμπτωμα είναι η εξάρτηση από τις εφημερίδες, τα περιοδικά και τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων.
Ελλιπής δόση ιστορίας: Το να ζει κανείς σε μια χρονική περίοδο που φαίνεται να συμβαίνουν χιλιάδες πράγματα ταυτόχρονα. Το κυριότερο σύμπτωμα είναι η εξάρτηση από τις εφημερίδες, τα περιοδικά και τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων.
Βραζιλιοποίηση: Το σταθερά μεγεθυνόμενο χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς και η συνεπακόλουθη εξαφάνιση των μεσαίων τάξεων.
Συναισθηματική έκρηξη κέτσαπ: Η καταπίεση πεποιθήσεων και συναισθημάτων από κάποιον, ώσπου εκρήγνυνται όλα μαζί, σοκάροντας και προκαλώντας σύγχυση σε εργοδότες και φίλους - οι περισσότεροι από τους οποίους πίστευαν πως όλα πήγαιναν περίφημα.
Αρμανισμός: Από τον Τζόρτζιο Αρμάνι: μια εμμονή με τη μίμηση των αδιάρρηκτων και (κυρίως) ελεγχόμενων ηθών της ιταλικής κουλτούρας. Όπως ο γιαπωνέζικος μινιμαλισμός, ο αρμανισμός μαρτυρεί μια βαθιά ανάγκη για έλεγχο.
Επιτυχιοφοβία: Ο φόβος ότι αν πετύχει κανείς, θα ξεχαστούν οι προσωπικές του ανάγκες και δε θα ικανοποιούνται πια οι παιδιάστικες επιθυμίες του.
Επιβεβλημένη νοσταλγία: Το να εξαναγκάζεται μια ομάδα ανθρώπων να αναπολεί μια εποχή από την οποία ουσιαστικά δεν έχει αναμνήσεις: «Πώς μπορώ να αποτελώ μέλος της γενιάς του ‘60 όταν δε θυμάμαι τίποτε από τότε;»