Ρεπορτάζ

Έρευνα MOMus: Δύσκολα τα πράγματα για τους εικαστικούς καλλιτέχνες στην Ελλάδα

Από -

«Put Your Head Into Gallery», εγκατάσταση-διόραμα με μινιατούρες από τον Γεωργιανό Τέζι Γκαμπούνια στο Λούβρο, όπου καλούταν ο επισκέπτης να γίνει μέρος του εκθέματος © Τέζι Γκαμπούνια
«Put Your Head Into Gallery», εγκατάσταση-διόραμα με μινιατούρες από τον Γεωργιανό Τέζι Γκαμπούνια στο Λούβρο, όπου καλούταν ο επισκέπτης να γίνει μέρος του εκθέματος © Τέζι Γκαμπούνια

To 2007, o Λουτσεζάρ Μπογιατσίφ ολοκληρώνει το «GastARTbeiter»: ένα ερευνητικό έργο στο οποίο κατέγραψε τα δέκα προηγούμενα χρόνια της καριέρας του μέσα από τα χρηματικά ποσά που δαπανήθηκαν στο όνομά του: όλα τα χρήματα που δόθηκαν για την παραγωγή των έργων, για τη μεταφορά και την εγκατάστασή τους στους εκθεσιακούς χώρους, καθώς και τα προσωπικά συμφωνητικά που υπέγραψε ή όσα ξόδεψε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του συγκεντρώθηκαν σε τρεις ψηφιακές εκτυπώσεις, προκειμένου να εξεταστεί τι ποσοστό εξ αυτών έφτανε στην τσέπη του φημισμένου Βούλγαρου καλλιτέχνη. Το αποτέλεσμα ήταν κάτι λιγότερο από 5%.

Εξίσου αποκαρδιωτικά είναι τα ποσοστά που προέκυψαν από την έρευνα «Συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των εικαστικών καλλιτεχνών στην Ελλάδα» που εκπόνησε το MOMus (Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης) μαζί με το Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου για τη διετή 2016-2018. Κυρίως ανασφάλιστοι, με χαμηλό εισόδημα και θεσμικά απροστάτευτοι απέναντι στην ιδιωτική οικονομία αποδεικνύονται οι εικαστικοί καλλιτέχνες της χώρας, παρά το υψηλό μορφωτικό τους επίπεδο. Στο μακρύ ερωτηματολόγιο των εξήντα έξι ερωτήσεων απάντησαν ανώνυμα 591 συμμετέχοντες καλλιτέχνες (κυρίως της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης), μέλη του Εικαστικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, καλύπτοντας όλες τις ειδικότητες, τις ηλικιακές ομάδες και τα χρόνια εμπειρίας στο χώρο.

«Παρακίνηση για τη συγκεκριμένη προσπάθεια στάθηκε η ίδια η πίεση που βιώνουν καθημερινά οι εικαστικοί», ανέφερε στην παρουσίαση της έρευνας την Τρίτη (11/2) η επιμελήτρια του μουσείου Αρετή Λεοπούλου, από την οποία ξεκίνησε το όλο εγχείρημα, «πλέον δεν υπάρχει δυνατότητα να αποφύγουμε τη γνώση της πραγματικότητας και των στοιχείων της».

Έχουμε και λέμε, λοιπόν: μόνο το ένα τέταρτο των ερωτηθέντων έχει ως κύρια πηγή βιοπορισμού την καλλιτεχνική του εργασία (24%) –αρκετοί εργάζονται παράλληλα ως εκπαιδευτικοί στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα ή σε εντελώς άσχετα επαγγέλματα–, όσοι εργάζονται στον κλάδο παραμένουν κατά βάση ανασφάλιστοι (62%), όλοι αντιμετωπίζουν (κάποια) οικονομική στενότητα (98%) καθώς οι μηνιαίες αποδοχές ανέρχονται στους περισσότερους έως 800 ευρώ (65%) και αναγκάζονται να φτιάξουν ατελιέ μέσα στο χώρο κατοικίας τους (70%).

Στην παρουσίαση της έρευνας παρευρέθη επίσης ο Νικόλας Γιατρομανωλάκης, γενικός γραμματέας Σύγχρονου Πολιτισμού, ο οποίος απάντησε στα θλιβερά αποτελέσματα της έρευνας με την ανακοίνωση του Ακροπόλ.

Ως προς τις τιμές πώλησης των έργων, όπως πολύ κατατοπιστικά παρουσίασε μαζί με τα υπόλοιπα αποτελέσματα ο Αλεξανδρος Μπαλτζής από το ΑΠΘ που είχε την ευθύνη της έρευνας μαζί με τον καθηγητή Νικόλαο Τσιγγίλη, προκύπτουν δύο μεγάλες κατηγορίες: τα έργα που διατίθενται έως 500 ευρώ (40%) και εκείνα που διατίθενται σε τιμές από 501 μέχρι 2.500 ευρώ (44%). Από αυτά τα χρήματα, ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος καταλήγει στις γκαλερί: σύμφωνα με τις απαντήσεις, οι προμήθειες που ζητούνται είναι κυρίως της τάξης του 35% με 55% και οι συμφωνίες που κλείνονται είναι σχεδόν πάντα προφορικές (εντυπωσιακό το ποσοστό του 81%). Την ίδια στιγμή, οι ίδιοι οι εικαστικοί πρέπει να φροντίσουν για την προώθηση της δουλειάς τους (61%) αλλά και τη χρηματοδότηση της παραγωγής των έργων τους (85%).

Να σημειωθεί επίσης πως σύμφωνα με τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εικαστικοί είναι το φορολογικό καθεστώς, η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, η αίσθηση ανασφάλειας στην καλλιτεχνική εργασία και η ελλιπής υποστήριξη από την Πολιτεία. Σε σύγκριση δε με την περίοδο πριν το 2012, το 75% των εικαστικών θεωρεί ότι οι συνθήκες του κλάδου χειροτέρευσαν (μόνο το 6% υποστηρίζει το ανάποδο).


«Μέσα σε όλα αυτά τα αρνητικά συμπεράσματα υπάρχει και κάτι θετικό, το οποίο είναι η δηλωμένη αλληλεγγύη και οι καλές σχέσεις που διατηρούν οι καλλιτέχνες μεταξύ τους», σημείωσε η Μαρία Τσαντσάνογλου από το MOMus ανατρέχοντας στο ποσοστό του 66% που αντιστοιχεί στις καλές έως άριστες σχέσεις των εικαστικών με τους ομότεχνούς τους.

Στην παρουσίαση της έρευνας παρευρέθη επίσης ο Νικόλας Γιατρομανωλάκης, γενικός γραμματέας Σύγχρονου Πολιτισμού. «Σε σχέση ειδικά με το κομμάτι του skill-capacity building, της προετοιμασίας δηλαδή των εικαστικών με όσα χρειάζονται για να είναι ενεργοί στην αγορά, από τον τρόπο προώθησης της δουλειάς του έως την εξεύρεση πόρων, θα έρθει να βοηθήσει το Ακροπόλ».

Ο νέος οργανισμός στο γωνιακό κτίριο επί της Πατησίων και Αβέρωφ, αν και είχε αναγγελθεί από πέρσι, καθυστέρησε λόγω διαχειριστικών κωλυμάτων, τα οποία σύμφωνα με την πρόσφατη ανακοίνωση του Υπουργείου πρόκειται να λυθούν άμεσα. «Το νέο νομοσχέδιο για τη σύσταση του φορέα λειτουργίας του Ακροπόλ βρίσκεται στην νομοπαρασκευαστική επιτροπή και μέσα στον επόμενο μήνα θα περάσει», ανέφερε ο Γιατρομανωλάκης, ξεκαθαρίζοντας πως ένας από τους κύριους στόχους του επερχόμενου οργανισμού θα είναι η ανάπτυξη δεξιοτήτων για τους καλλιτέχνες με μόνιμες και περιοδικές δράσεις.

iΜπορείτε να δείτε αναλυτικά την έρευνα στην ιστοσελίδα του MOMus

Σχετικά Θέματα