Είδαμε: Βραβείο ΔΕΣΤΕ 2013

«Ταξίδι στο δωμάτιό μου»

Από -

Μετρώντας αντίστροφα προς την ανακοίνωση του νικητή στις αρχές Σεπτεμβρίου, η φετινή έκθεση των υποψηφίων για το πιο σημαντικό ελληνικό βραβείο σύγχρονης τέχνης, που παρουσιάζεται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης (ανοιχτό όλο τον Αύγουστο), επιβεβαιώνει τη (μη) σχέση της τοπικής εικαστικής παραγωγής με την
ευρύτερη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα.

Δεκατέσσερα χρόνια μετά τη θεσμοθέτησή του το Βραβείο ΔΕΣΤΕ παραμένει, με όλες τις συμβάσεις ενός αντίστοιχου θεσμού, σημείο αναφοράς στην τοπική εικαστική σκηνή. Πέρα από τις επιμέρους διαφωνίες, βασικό του μειονέκτημα είναι τα αρκετά αφηρημένα κριτήρια επιλογής, με αποτέλεσμα μια συχνά ανομοιογενή εξάδα καλλιτεχνών: καταξιωμένοι και πρωτοεμφανιζόμενοι συνυπάρχουν χωρίς κάποιο συνεκτικό στοιχείο, ότι επιλέχτηκαν με βάση μια πρόσφατη ατομική έκθεση που ξεχώρισε ή ότι πρόκειται για καλλιτέχνες κάτω των 30 ετών. Όσο κι αν είναι προβληματικό να αντιμετωπίσεις αντίστοιχα βραβεία ως καθρέφτη της τοπικής παραγωγής, δεν μπορείς να μην παρατηρήσεις ότι στη φετινή έκθεση τίποτε δεν υπονοεί τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής πραγματικότητας των τελευταίων ετών – τα έργα δίνουν την αίσθηση ότι θα μπορούσαν να είχαν γίνει και πριν από μερικά χρόνια. Επιβεβαιώνοντας, έστω και με ένα μικρό, «τυχαίο» δείγμα, ότι πέρα από τις βεβιασμένες προσπάθειες των επιμελητών να σκιαγραφήσουν μέσα από το έργο των καλλιτεχνών την Ελλάδα της κρίσης, η μεγαλύτερη μερίδα των «νέων» Ελλήνων καλλιτεχνών εξακολουθεί να εστιάζει σε ζητήματα που κινούνται σε πιο μεταφυσικά και προσωπικά πεδία και να προκρίνει ζητήματα φόρμας, ιστορίας της τέχνης και χειροτεχνίας έναντι των κοινωνικοπολιτικών προβληματισμών. Οι κατασκευές με αναφορές στην επαναδιαπραγμάτευση του μοντερνισμού ή στην ποιητική που προκύπτει από απροσδόκητες συνθέσεις αντικειμένων, η έμφαση στο χειροποίητο, το σχέδιο, η κεραμική, η παραστατική ζωγραφική ως όχημα για την αποτύπωση μιας προσωπικής διαδρομής, η δημιουργία αυθαίρετων αρχείων/συλλογών που αναλύουν με επιστημονική ακρίβεια γεγονότα και αντικείμενα στα όρια του φανταστικού και του πραγματικού είναι μερικές από τις διεθνείς τάσεις στην τέχνη της τελευταίας δεκαετίας που είναι ορατές και στη συγκεκριμένη έκθεση.

 Ξεχώρισα το έργο της σχετικά άγνωστης στην Ελλάδα Μαρίας Θεοδωράκη που ζει στο Λονδίνο, η οποία παρουσιά­ζει σε ένα άδειο δωμάτιο στο Μέγαρο Σταθάτου ένα κιβώτιο­ για τη φύλαξη αρχαιοτήτων με ένα κείμενο που περιγράφει με την ακρίβεια αστυνομικού δελτίου ένα εδώλιο της συλλογής του μουσείου, ζητώντας από το διοικητικό συμβούλιό του την άδεια να το εγκιβωτίσει κατά την έκθεση σε ξαπλωτή στάση (το αίτημα απορρίφθηκε για λόγους ασφαλείας). Το έργο «Ηροδότου 1» αναδεικνύει εύστοχα μια λεπτομέρεια του μουσείου, καλώντας μας να της αφιερώσουμε χρόνο, και ταυτόχρονα επιχειρεί μια έμμεση θεσμική κριτική αγγίζοντας ευαίσθητες χορδές – από τη γραφειοκρατία και τις σχέσεις εξουσίας που διέπουν ένα μουσείο μέχρι τη «θολή» προέλευση των εκθεμάτων του.

Επίσης ενδιαφέρον, αν και με μια δόση φλυαρίας, βρήκα το έργο της Κύπριας Μαριάννας Χριστοφίδου, η οποία παρουσιάζει μια εγκατάσταση που παραπέμπει σε ένα μουσείο μες στο μουσείο, με αφορμή το μυθιστόρημα του Ξαβιέ ντε Μαΐστρ «Ταξίδι στο δωμάτιό μου» (για τις 42 ημέρες ενός κατ’ οίκον περιορισμού). Συνδέοντας αυθαίρετα­ διαφορετικά πραγματικά και φανταστικά στοιχεία (από ένα λογοτεχνικό κείμενο μέχρι στοιχεία της προσωπικής της βιογραφίας) και μορφές­ (κείμενα, βίντεο, φωτογραφίες κ.λπ.), επιχειρεί ένα σχόλιο πάνω στη λειτουργία της μνήμης, της αντίληψης και της φαντασίας.

Οι ιδιοσυγκρασιακές κατασκευές του Κώστα Σαχπάζη έχουν μια προσωπική γραφή που πατά στην παράδοση μιας ποιητικής­ γλυπτικής του εφήμερου κι επιχειρούν να ανοίξουν διάλογο με το χώρο, μου φάνηκαν όμως πιο αδύναμες από προηγούμενα έργα του.

Το ποιητικο-ζωγραφικό ταξίδι του Ηλία Παπαηλιάκη έχει ενδιαφέρον, ιδιαίτερα ως προς το πώς η αρχιτεκτονική της εγκατάστασης κατασκευάζει μια αφήγηση. Τα σύγχρονα ιερογλυφικά του Αλέξανδρου Τζάννη (φωτό), που εμπνέονται από διαδρομές του στην πόλη, με έντονο το χειρωνακτικό στοιχείο (κεραμικά ή σχέδια με στιλό), φανερώνουν μια εξέλιξη στη δουλειά του που δεν εξαντλείται πια σε μια νεο-γκοθ εικονογραφία, δημοφιλή τα τελευταία χρόνια στην τοπική σκηνή.

Η αφετηρία των έργων του Michail Pirgelis, ο οποίος συλλέγει κομμάτια από παλιά αεροπλάνα, έχει επίσης ενδιαφέρον. Αλλά οι χρωματικές συνθέσεις με αναφορές στον ιστορικό μοντερνισμό και στη γεωμετρική τέχνη που προκύπτουν από αυτά τα έτοιμα ή ελαφρώς επεξεργασμένα κομμάτια αεροπλάνων φαίνεται να περιορίζουν το πώς μπορούν να διαβαστούν.