Νέα

Έφυγε από τη ζωή ο ακούραστος και πολυσχιδής, ο μεγάλος Νάνος Βαλαωρίτης

Από -

«Έφτασα σχετικά ξεκούραστος / στο ζενίθ των δυνατοτήτων μου / από δω και πέρα ο δρόμος / εξαφανίζεται και μένω / ante portas χωρίς / άλλη πορεία προς / τα πίσω ή προς / τα εμπρός», έγραφε σε ένα από τα ποιήματα της τελευταίας συλλογής του, «Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα» (εκδ. Ψυχογιός). Σε ηλικία 98 ετών, ο σπουδαίος λογοτέχνης και ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης άφησε την τελευταία του πνοή. Όπως έγινε γνωστό από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του δημοσιογράφου και εκδότη Ντίνου Σιώτη, «χθες βράδυ χάσαμε τον Νάνο, τον Νάνο τον Βαλαωρίτη, τον Νάνο όλων μας, τον Νάνο που σημάδεψε όσο λίγοι, με τις πολλές του ιδιότητες, τα ελληνικά γράμματα».

Δισέγγονος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο Νάνος –ή Ιωάννης– Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας το 1921, έζησε μερικά χρόνια στη Γερμανία και την Ελβετία αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα, στο Κολωνάκι. Σπούδασε νομικά, φιλολογία (αγγλική και γαλλική), ενώ στα χρόνια της γερμανικής κατοχής έφυγε στο εξωτερικό: Τουρκία, Μέση Ανατολή κι έπειτα Λονδίνο και Παρίσι. Εκεί, ήρθε σε επαφή με όλη τη λογοτεχνική ελίτ του 20ου αιώνα, τους Τ.Σ. Έλιοτ, Γ.Χ. Όντεν, Ντύλαν Τόμας αλλά και τον Αντρέ Μπρετόν ή άλλους υπερρεαλιστές.

Λόγω της ευχέρειας που είχε στις γλώσσες και της βαθιάς γνώσης στην παγκόσμια λογοτεχνία, ο Βαλαωρίτης μετέφρασε πρώτος στο Λονδίνο εκτενώς Έλληνες ποιητές του 1930 και δημοσίευσε πολλά άρθρα. Το ’60, όταν γύρισε στην Ελλάδα ήταν επικεφαλής στο περιοδικό-ορόσημο «Πάλι» αλλά με τη Χούντα αυτοεξορίστηκε στην Αμερική, όπου και δίδασκε συγκριτική λογοτεχνία και δημιουργικό γράψιμο στο πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο, μια θέση που κράτησε για 25 χρόνια.

Πρόκειται για έναν από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς της γενιάς του ’40. Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και θεωρητικός της λογοτεχνίας, δάσκαλος και ερευνητής, ο Νάνος Βαλαωρίτης παρέμενε ακούραστος, ατίθασος και γεμάτος πάθος. Βραβεύτηκε πάρα πολλές φορές από επίσημους θεσμούς. Ενδεικτικά αναφέρουμε το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Μερικές γυναίκες» (1952) και το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολo του έργου του (2006).