Συνέντευξη

Βρεθήκαμε στα στησίματα της 23ης CheapArt | Ο Γιώργος Γεωργακόπουλος αφηγείται την ιστορία της πρώτης εναλλακτικής «γκαλερί» στην Αθήνα

Από -

Το χρονικό ξεκινάει περίπου το ’87, όταν ήμουν ακόμα φοιτητής στη Γερμανία, στη συνοικία της Ρομεμβέργης. Τότε, μαζί με άλλους δύο Γερμανούς, την Ragna Juergensen και τον Jens Lange, ξεκινήσαμε μία παρεϊστικη συνάντηση καλλιτεχνών. Κάθε Δεκέμβριο, μαζευόμασταν στα ατελιέ μας, συγκεντρώναμε τα έργα μας και τα ανταλλάσαμε μεταξύ μας. Αυτό το συνεχίσαμε και τα επόμενα χρόνια και ο κύκλος μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Όταν ξεκίνησαν, λοιπόν, να έρχονται άνθρωποι που δεν είχαν δικά τους έργα να διαθέσουν, ορίσαμε μία τιμή για το κάθε έργο, που θυμάμαι δεν ξεπερνούσε τα 150 μάρκα, ή σαν να λέμε τα σημερινά 50 ευρώ.

Τελειώνοντας την σχολή τo ’91, η ίδια τριάδα αποφασίσαμε με την ίδια λογική να ανοίξουμε την Zentrale Kunst Galerie στο Αμβούργο, στο κτίριο που οι εκθέσεις μας στεγάζονταν τα προηγούμενα χρόνια. Ήταν πάλι Δεκέμβρης. Εκείνη την περίοδο, μάλιστα, για κάποιον λόγο που κανείς δεν έχει καταλάβει μέχρι σήμερα, υπήρχε μία παράδοξη καλλιτεχνική άνθιση στο Αμβούργο, με πολλά artist-run spaces να ξεκινούν εδώ κι εκεί. Τότε, ανοίχτηκε ένας δρόμος μπροστά μας, που μας έβγαλε από το αδιέξοδο.

Το πρόβλημα ήταν ότι αυτό το είχαμε σχεδιάσει σαν μία εμπορική γκαλερί και εγώ διαφωνούσα με αυτό. Και το κεφάλαιο της Zentrale Kunst Galerie κλείνει τον Δεκέμβριο του ’94 λόγω οικονομικών προβλημάτων, όμως οι ίδιοι συντελεστές (οι δύο Γερμανοί και εγώ) μαζί με τον αδερφό μου, Δημήτρη Γεωργακόπουλο, και την Φιόνα Μουζακίτη σχεδιάσαμε την CheapArt. Με το ίδιο ακριβώς σκεπτικό αλλά πλέον όχι σαν γκαλερί αλλά σαν ένας μη κερδοσκοπικός καλλιτεχνικός χώρος. Η πρώτη πραγματική και βιώσιμη context art gallery στην Ελλάδα.

«Η CheapArt δεν έπεσε σαν διάτων αστέρας στη λίμνη των ελληνικών εικαστικών πραγμάτων. Δημιουργήθηκε σαν φυσικό επακόλουθο πολλαπλών δραστηριοτήτων και σύνθετων ζυμώσεων».

Προγραμματίσαμε την πρώτη έκθεση στην Αθήνα να γίνει σε αυτό εδώ το κτίριο στα Εξάρχεια, τον Δεκέμβριο της χρονιάς του ’95. Και ο χώρος φυσικά δεν ήταν τυχαίος. Είναι ένα οικογενειακό νεοκλασικό κτίριο του 1870, που το αγόρασε ο παππούς μου από την Σοφία Σλήμαν Εγκαστρωμένου και για μερικά χρόνια το είχαμε λειτουργήσει σαν ανοικτό ατελιέ με οκτώ, εννιά δωμάτια, που ο κάθε καλλιτέχνης είχε τον δικό του χώρο. Ήταν σαν να λέγαμε σήμερα μία κολεκτίβα, χωρίς οικονομικό αλισβερίσι. Και σε αυτόν τον χώρο γυρίσαμε ξανά με την CheapArt.

Μηχανή (1999) & Tone Home (2003)
Μηχανή (1999) & Tone Home (2003)

Κάτι τέτοιο στα ελληνικά δεδομένα δεν είχε προηγούμενο. Τότε διανύαμε άλλωστε τα «πέτρινα χρόνια» της σύγχρονης ελληνικής τέχνης. Δεν υπήρχε δικτύωση μεταξύ των καλλιτεχνών και όλα τα ατελιέ ήταν κλειστά. Η αίσθηση, δε, του μεταμοντέρνου ήταν πολύ πίσω σε σχέση με το παγκόσμιο γίγνεσθαι. Εμείς, όμως είχαμε μάθει εντελώς διαφορετικά. Εκεί εμφανίζεται το «CheapArtιον», μία χαλαρή συνεύρεση ανθρώπων, που ο καθένας αποφασίζει να δώσει τα έργα του για ένα μικρό χρηματικό ποσό. Ο καλλιτέχνης μπορεί να υλοποιήσει και να εφαρμόσει τις ιδέες του ελεύθερος από εξαναγκασμούς – ανοικτός σε συνεργασίες με άλλους καλλιτέχνες. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπαίνουν σαν φυσικό επακόλουθο στον μηχανισμό προβολής της CheapArt, η ιστοσελίδα μας βραβεύεται το 1997 και η Φωτεινή Καπίρη αναλαμβάνει την επικοινωνία του οργανισμού. Ο κόσμος διψούσε για αυτή την φρέσκια προσέγγιση και βρήκε κάτι που έλειπε στον χώρο.

«Σε αισθητικό και εικαστικό επίπεδο η CheapArt ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα του 1995.»

Πιστεύω δεν είχαμε αγκυλώσεις στην πορεία μας για να μας κρατήσουν πίσω. Εγώ, αν και καλλιτέχνης, συνειδητά αποφάσισα από τα πρώτα χρόνια να είμαι στην μεριά του σχεδιαστή των εκθέσεων, χωρίς να θέλω να προβάλλω τον εαυτό μου αλλά το έργο των καλλιτεχνών που συμμετείχαν, χωρίς κλίκες και διαχωρισμούς. Από την αρχή, μάλιστα, είχαμε προτεραιότητα το κοινό συμφέρον όλων των καλλιτεχνών που έπαιρναν μέρος. Γιατί καταλαβαίνεις ότι μέσα από τη δικτύωση το κοινό μεγαλώνει. Άνθρωποι που μέχρι χτες δεν γνωρίζονταν αποκτούν έναν κοινό τόπο, γίνονται «συνένοχοι» στην θέαση της τέχνης. Η ίδια επαφή ίσχυε πάντα και μεταξύ των καλλιτεχνών, που έκαναν στην άκρη τον ανταγωνισμό και έβαζαν πρώτα την ανταλλαγή απόψεων και την συνεργασία.

Με αυτό το σκεπτικό, η γραμμή της CheapArt έχει ακολουθήσει διάφορα παρακλάδια, που το καθένα συνέχισε αυτόνομα την πορεία του. Ένα από αυτά ήταν το TAF (the art foundation), όπου σε συνεπιμέλεια με τον Χαράλαμπο Δερμάτη παρουσιάστηκε ένα τριετές πρόγραμμα με τρομερές εκθέσεις. Είχαμε συνεργαστεί θυμάμαι με το υπουργείο πολιτισμού της Αυστρίας. Ένα άλλο παρακλάδι ήταν το CAMP (contemporary art meeting point) που λειτούργησε για τέσσερα χρόνια και ήταν στην λογική του ευρωπαϊκού Kunsthalle [σ.σ. όρος για γκαλερί τέχνης στις γερμανόφωνες χώρες, που έχει μία εναλλακτική φιλοσοφία και είναι μη κερδοσκοπική], με απαιτητικές, πειραματικές εκθέσεις δηλαδή. Μία από αυτές με πραγματικά μουσειακό χαρακτήρα ήταν το «αθηναϊκό underground» σε επιμέλεια του Θανάση Μουτσόπουλου. Επίσης τo 2007 συνεργαστήκαμε με το Künstlerhaus στη Βιεννη και ιδρύθηκε η ARTmART, που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να σχεδιάζει εκθέσεις μεγάλου βεληνεκούς και είναι απτό παράδειγμα συνεργασίας καλλιτεχνών από διαφορετικές χώρες σε ένα μεγάλο βάθος χρόνου.

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια μερικές στιγμές, σίγουρα θα έβαζα την εγκατάσταση «Tone Home» του 2002, με Voltnoi, Χαρίτου και Ευγενίου. Πραγματικά, ένα ηχητικό έργο-υπερπαραγωγή με ηλεκτρικές μηχανές, που ο επισκέπτης τα ρύθμιζε και έπαιζε ο ίδιος μουσική. Από τις περιπτώσεις με διεθνή διάκριση, είχαμε το 2001 την περίπτωση των Μαρίνας Φωκίδη, Δημήτρη Ρότσιου και Coti K με την οπτικοακουστική εγκατάσταση «Παύση», το μοντέλο της οποίας ήταν και εκείνο της εθνικής συμμετοχής στη Biennale της Βενετίας και το 2004 την εγκατάσταση «Αθήνα-Πεκίνο», του Χάρη Κοντοσφύρη που ήταν αυτούσια και η εθνική συμμετοχή στη Biennale του Sao Paulo. Όλα αυτά δεν ήταν μία απλή έκθεση έργων, αλλά κάτι πειραματικά συμμετοχικό και πρωτοποριακό σαν θέαση.

«Ήμασταν ο πρώτος μη κερδοσκοπικός οργανισμός που προσκλήθηκε στην Art Athina, μαζί με τις γκαλερί»

Επίσης θυμάμαι την πρώτη συμμετοχή μας στην Art Athina, το 2001. Ήταν τότε η «Μηχανή», μία ιδέα μηχανής δηλαδή που παράγει και φτύνει έργα. Ήταν η πρώτη έμπρακτη εφαρμογή του «the thing» που λέγαμε μεταξύ μας, ενός εικαστικού αποτελέσματος δηλαδή που δεν θα έμοιαζε με κάτι άλλο, δεν θα χάιδευε την αισθητική και θα προέκυπτε από τους καλλιτέχνες. Με άλλα λόγια, ήταν ένα κοινό έργο. Στην συγκεκριμένη εγκατάσταση – performance υπήρχαν τα ζητήματα που είχε θέσει ο μοντερνισμός από την δεκαετία του ’20 και η βασική ντιρεκτίβα του Bauhaus. Είχαμε δύο διαφορετικά κείμενα σαν σχολιασμό μάλιστα, που το ένα την παρουσίαζε σαν παραγόμενο βιομηχανικό σκουπίδι και το άλλο σαν το απόλυτο έργο, σαν τον μοναδικό τρόπο για να μπορέσει η σύγχρονη τέχνη να περάσει στις μάζες.

Από το ’12, έχουμε κάθε χρόνο και το Back to Athens. Μία καινούρια προσέγγιση για το εγκαταλειμμένο αθηναϊκό κέντρο σε κενά καταστήματα, διαμερίσματα και ξενοδοχεία. Πρότυπο που διάφοροι αδιάφοροι απομιμήθηκαν με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία. Ένας ακατοίκητος χώρος με ιστορία δημιουργεί γοητεία λόγω του παρελθόντος του, στους συμμετέχοντες καλλιτέχνες αλλά και στο κοινό, που μπορεί να στηρίξει το σενάριο μίας έκθεσης και να της δώσει συνέχεια μέσα στον χρόνο. Η αλήθεια είναι ότι στην Αθήνα έχει δημιουργηθεί το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης. Οι κάτοικοι δηλαδή του κέντρου φεύγουν και κατευθύνονται προς τα προάστια. Πριν από τα χρόνια της κρίσης, εγώ την θυμάμαι φωτεινή την Αθήνα με μαγαζιά να λειτουργούν και να σφύζουν από ζωή. Αυτό προσπαθούμε να επαναφέρουμε με τις παρεμβάσεις μας.

Ο μελλοντικός μας στόχος είναι να συνεχίσουμε απρόσκοπτα αυτό που κάνουμε. Μην ξεχνάμε ότι οι εποχές είναι δύσκολες, οπότε κρατάμε αυτό που έχουμε σαν κόρη οφθαλμού και κοιτάζουμε μπροστά για το πώς θα συνεχίσουμε με άλλα παράλληλα πράγματα και ακόμη πιο ενδιαφέρουσες συνεργασίες καλλιτεχνών.


i Η 23η έκθεση CheapArt εγκαινιάζεται στις 8 Δεκεμβρίου, ώρα 7.30 μ.μ., και περιλαμβάνει έργα 74 καλλιτεχνών.
Α. Μεταξά 25, 210 3817517,
8 - 17/12, Δευτ.-Κυρ.: 2-9 μ.μ.,
Είσοδος ελεύθερη.

Σχετικά Θέματα