Βιβλίο

Book For Thought: «Τα χρόνια των ξενοδοχείων» είναι ένας φόρος τιμής στην οξυδερκή, ευφάνταστη δημοσιογραφία μιας άλλης εποχής

Από , -

Ήδη από το χειρουργικό αυτοσαρκαστικό εναρκτήριο πορτρέτο του τυπικού αναγνώστη εφημερίδας («Ένας άντρας διαβάζει εφημερίδα»), ο οποίος είναι πολύ άντρας για να διαβάσει τις επιφυλλίδες, σαν αυτές που γράφει ο ίδιος συγγραφέας, η συλλογή άρθρων του Γιόζεφ Ροθ «Τα χρόνια των ξενοδοχείων» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις διαβάζεται σήμερα και ως φόρος τιμής στην οξυδερκή, ευφάνταστη δημοσιογραφία μιας άλλης εποχής και ειδικά το κομμάτι αυτής που φλερτάρει με το χρονογράφημα.

Γραμμένα την περίοδο του μεσοπολέμου που ο Ροθ ταξίδευε ανά την Ευρώπη, από χώρα σε χώρα κι από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, τα εξήντα τέσσερα κείμενα της εξαιρετικής αυτής ανθολογίας, είναι μια διεισδυτική και πνευματώδης ματιά στην Ευρώπη της εποχής, από τη Γερμανία, τη «λιγότερο κατανοητή χώρα στην Ευρώπη», που οι κάτοικοί της έχουν «χάσει τον έλεγχο της σκέψης και της συνείδησης» και την άνοδο του Τρίτου Ράιχ, «τη θυγατρική της Κόλασης στη Γη», ως τη «σύγχρονη Ρωσία», «τη Ρωσία με τις τεχνολογικές προόδους και τις αμερικάνικες φιλοδοξίες» που «δεν είναι πια η Ρωσία η αληθινή». Και από την Καλιφόρνια της Πολωνίας και το Μπορισλάβ με τις πρωτόγονες πετρελαιοπηγές όπου «ο καπιταλισμός γίνεται εξπρεσιονισμός» ως την εξωτική Αλβανία που «βρίσκεται καθ’ οδόν απ’ τη βεντέτα προς την Κοινωνία των Εθνών».

Το σίγουρο είναι όμως ότι τα βαθιά παρατηρητικά κείμενά του είναι γεμάτα ταξικές, ιστορικοπολιτικές και κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, ενώ ο απολαυστικός ρυθμός και η γλώσσα που χαρακτηρίζουν τον συγγραφέα τα κάνει να διαβάζονται σαν διηγήματα.

Όπως γράφει στην εισαγωγή του ο μεταφραστή στα αγγλικά του συγγραφέα Μάικλ Χόφμαν, στον οποίο οφείλουμε και αυτή την επιλογή, ο Ροθ ήταν μισός μυθιστοριογράφος και μισός δημοσιογράφος, αφού για μεγάλα διαστήματα έγραφε τρία με πέντε άρθρα την εβδομάδα για την «Frankfurter Zeitung» και άλλες εφημερίδες.

Όποιος «είναι ικανός να κρεμάσει βεντάλια ολόκληρη πολιτικών απόψεων στην προσεκτικά ψαλιδισμένη τριχοφυΐα ενός προσώπου (ένα μεγάλο ξανθό μουστάκι, που οι άκρες του κρέμονται σαν τσιγκέλια στα μάγουλα) ή να συρρικνώσει ένα έθνος σε μια έξυπνη συνεκδοχή (δεξιά ένα τζαμί, αριστερά ένα πρωτόγονο καφενείο, όπου οι θαμώνες ψήνονται και τα φέσια κουβεντιάζουν)», όπως γράφει ο Χόφμαν, δεν μπορεί παρά να προκαλεί ενίοτε δυσπιστία, να κατηγορηθεί για ευκολία εξαγωγής συμπερασμάτων ή να κριθεί αυστηρά με τα σύγχρονα ερμηνευτικά εργαλεία. Το σίγουρο είναι όμως ότι τα βαθιά παρατηρητικά κείμενά του είναι γεμάτα ταξικές, ιστορικοπολιτικές και κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, ενώ ο απολαυστικός ρυθμός και η γλώσσα που χαρακτηρίζουν τον συγγραφέα τα κάνει να διαβάζονται σαν διηγήματα (βλ. το εξαιρετικό «Εμβατήριο Ραντέτσκυ»). «Σε κάθε σελίδα του Ροθ υπάρχει και ένα ποίημα», έλεγε ο ποιητής Γιόζεφ Μπρόντσκι.

Οι χαρακτήρες και τα θέματά του είναι καθημερινά: ένας πεινασμένος ελεγκτής που τρώει ένα κουτί ξεχασμένες πραλίνες σε ένα γερμανικό τρένο, οι Ρώσοι εμιγκρέδες που μας έκαναν το χατίρι και, προσαρμοσμένοι στα κλισέ μας, παίζουν το ρόλο που έχουμε γράψει για αυτούς, οι χιλιάδες μύγες της χαβιαρούπολης του Αστραχάν, μια χαμένη ομπρέλα… «Η συγγραφική αντικειμενικότητα απαιτεί ένα συγκεκριμένο είδος συμπάθειας για τον άνθρωπο που επιχειρεί να περιγράψει, μια λογοτεχνική συμπάθεια, την οποία υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να νιώσει ο συγγραφέας ακόμα και για έναν παλιάνθρωπο», γράφει ο ίδιος.

Ειδικά ο κόσμος των ξενοδοχείων που γοητεύει τον συγγραφέα, είτε τα πολυτελή ξενοδοχεία όπου του άρεσε να πηγαίνει για λίγες ώρες («Εκατομμυριούχος για μια ώρα»), είτε εκείνα στα οποία συνήθιζε να μένει ακόμη και όταν δεν ταξίδευε για να νιώθει τη μεγάλη ευλογία του να είσαι ξένος, κατέχει μια ξεχωριστή θέση στον τόμο. Σκιαγραφώντας διαφορετικά πορτρέτα των εργαζομένων εκεί, αυτών που ο Ροθ θεωρεί όχι μόνο φίλους του αλλά και πολίτες του κόσμου, τους μόνους πραγματικά διεθνείς. «Ο πατριωτισμός αρχίζει στους μετόχους του ξενοδοχείου».