Βιβλίο

Book For Thought | Γιατί ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος συνεχίζει να... ενοχλεί τη Μις Κάλλας;

Από -

Πολλά έχουν γραφτεί για την Κάλλας κι όμως οι άνθρωποι επανέρχονται ξανά και ξανά σε αυτήν. Αλήθεια, ποιό μυστικό κρύβει η ανομοιογενής φωνή της; Γιατί μας μαγνητίζει ακόμη; Γιατί δεν την ξεχνάμε; Γιατί δεν την ξεχνάει ο ίδιος; Αυτά αναρωτιέται ο ηθοποιός Αλέξανδρος Αντωνόπουλος στο βιβλίο «Μην ενοχλείτε τη Μις Κάλλας» που υπογράφει σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη και θεατρικό συγγραφέα Μιχάλη Ρέππα (εκδ. Ψυχογιός).

banner

Με σημείο αναφοράς πέντε σύντομες συναντήσεις του ίδιου με την Κάλλας, σίγουρα ασήμαντες για εκείνη αλλά καθοριστικές για τον παιδικό και νεανικό εαυτό του, ο Αντωνόπουλος επιχειρεί μια διαφορετική εξιστόρηση της ζωής της Κάλλας, πλούσια σε συναίσθημα και ενσυναίσθηση για μια γυναίκα-μύθο, την οποία γνώρισε μέσα από τους καλλιτεχνικούς κύκλους, λόγω της γιαγιάς του Κατίνας Παξινού και του παππού του Αλέξη Μινωτή. Από την καταπίεση των παιδικών της χρόνων από τη δεσποτική μητέρα της στην αποθέωση του κοινού κι από τις επιθέσεις των μίντια στο αδιανόητο βάρος μιας πρόωρα γερασμένης σαραντάχρονης ντίβας, η εξιστόρηση των δύο συγγραφέων φέρνει στο προσκήνιο, πέρα από δεκάδες ανέκδοτα για μια ζωή πλούσια σε συγκινήσεις, την ανάγκη να δούμε με μεγαλύτερη νηφαλιότητα, με τη γνώση και τις κατακτήσεις της σημερινής εποχής, τις ανθρώπινες πτυχές που συχνά παραλείπουμε σε σταρ αυτού του βεληνεκούς, ειδικά γυναίκες.

Την πρώτη φορά που βρέθηκαν μαζί, το 1958 στο Ντάλας, ο Αλέξανδρος ήταν έντεκα ετών, και σε κάθε πρόβα του παππού του εξαφανιζόταν στα παρασκήνια για να μη βλέπει αυτά τα μάτια που έβγαζαν φλόγες όταν η Μις Κάλλας παίζοντας τη Μήδεια έπιανε αυτές τις ψηλές νότες που τον τρομοκρατούσαν. Μια ζημιά του θα διακόψει μια τέτοια πρόβα και πέρα από την επίπληξη του παππού του («Μπορείς να μην ενοχλείς τη Μις Κάλλας;») θα σταθεί αφορμή για να γνωριστεί με τη θρυλική σοπράνο αλλά και με την... (άγνωστη στην Ελλάδα) άσπρη σοκολάτα, που μαζί με την όπερα παραμένουν γι' αυτόν δύο αγάπες που κρατούν ως σήμερα!

banner

«Η Κάλλας χωρίς να έχει καμιά γνώση, έκανε ακριβώς τις κινήσεις που έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες. Ο παππούς μου έλεγε ότι, αν δεν υπήρχε η Παξινού (η γυναίκα του), η Κάλλας θα ήταν η μεγαλύτερη τραγωδός του κόσμου».

Η επιθυμία του να γίνει μουσικός και μάλιστα πιανίστας, διακόπηκε από ένα ατύχημα στο σχολείο στα 16 του χρόνια που επηρεάσει την κίνηση των δαχτύλων του έκτοτε. Ήταν λοιπόν μετά από μια ακόμη ολιγόλεπτη συνάντηση στο καμαρίνι της Κάλλας το 1964, μετά την παράσταση της Τόσκας στο Κόβεντ Γκάρντεν, για την οποία του είχε κάνει δώρο η γιαγιά του τα εισιτήρια, που τα παρηγορητικά της λόγια των ώθησαν να καταλάβει φεύγοντας ότι θέλει να γίνει ηθοποιός.

Ο Αντωνόπουλος έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια σε ένα αθηναϊκό περιβάλλον όπου η Κάλλας ήταν ένας ζωντανός μύθος. «Αγαπώ καθετί ελληνικό, αλλά ταυτόχρονα το φοβάμαι πολύ», θα πει η Κάλλας μια καλοκαιριάτικη νύχτα του ‘61 στην Επίδαυρο, όπου πρωταγωνιστούσε στη Μήδεια του Κερουμπίνι που σκηνοθετούσε ο Μινωτής και, όντως, τα παιδικά και νεανικά της χρόνια στην Ελλάδα, αλλά και η σχέση της με τον Αριστοτέλη Ωνάση «που χάριζε σε όλες τις κυρίες κοσμήματα και σε όλα τα παιδιά παγωτά» άφησαν τα τραύματά τους πάνω της.

Μετά το κραχ, η 14χρονη Μαρία βρέθηκε από τη μιζέρια του Δυτικού Μανχάταν, όπου η μητέρα της Ευαγγελία Δημητριάδη-Καλογεροπούλου, η Λίτσα, μια καταιγίδα που έψαχνε διαρκώς αφορμή για να ξεσπάσει, είχε βάλει σκοπό της ζωής της να την κάνει παιδί-θαύμα, στη μιζέρια της Αθήνας στα Σεπόλια. «Η δική μου κόρη μπορεί!», θα πει η μητέρα της όταν δήλωσε ψέματα ότι ήταν 16 χρονών για να μπει στο Εθνικό Ωδείο, αδιαφορώντας αν καταπονούσε τις φωνητικές της χορδές, και εκείνη έβαλε, θα έλεγε κανείς, στόχο να της το αποδείξει.

Περίοπτη θέση στο βιβλίο καταλαμβάνουν φυσικά τα σκάνδαλα που συνδέθηκαν με το όνομά της, ένα από τα οποία μάλιστα θεωρήθηκε προσβολή στο πρόσωπο του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας και του ιταλικού λαού γενικότερα και είχε ως αποτέλεσμα να συζητηθεί στο ιταλικό κοινοβούλιο μέχρι και η πιθανότητα να κηρυχθεί η Κάλλας persona non grata, αλλά και οι περιβόητες συγκρούσεις με τους διευθυντές των θεάτρων όπου εργαζόταν, οι οποίες έκαναν τον Μινωτή να δηλώνει, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ότι καλύτερα να μη διαφωνείς με τη Μαρία.

«Η επιτυχία τής έδωσε το περιθώρια να ξεδιπλώσει το ταλέντο της αλλά και τον παράξενο χαρακτήρα της». Χαρακτηριστική είναι η συμπεριφορά της στα νεανικά της χρόνια όταν ο Γιώργος Λυκούδης, διευθυντής ραδιοφώνου της ΕΙΡ, της ζήτησε να κάνει οντισιόν και εκείνη αρνήθηκε λέγοντας: «Αφού είπα ότι τραγουδάω, τραγουδάω». Και όταν της παραπονέθηκε για τον τόνο της, του απάντησε: «Εσύ να προσέχεις τον τόνο σου. Γιατί μια μέρα εγώ θα είμαι η μεγαλύτερη πρωταγωνίστρια της όπερας κι εσύ θα με παρακαλάς».

Στο εμφυλιοπολεμικό κλίμα της μετα-κατοχικής Αθήνας η μητέρα της κατηγορήθηκε ως «ρουφιάνα και πουτάνα των Ιταλών», ενώ η ίδια η Κάλλας συκοφαντήθηκε ως φίλη των στρατευμάτων κατοχής και απολύθηκε από τη Λυρική, μέχρι που η υπογραφή της μοναδικής σύμβασής της για συμμετοχή σε οπερέτα θα της χαρίσει το εισιτήριο για την Αμερική: «τώρα πια το έβλεπε καθαρά: η Ελλάδα είχε γίνει μια παγίδα». Από ’κει την ακολουθούμε στη Βερόνα για να συναντήσει το πεπρωμένο της, τον Τζοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι, φιλόμουσο μεσόκοπο βιομήχανο, ο οποίος θα γίνει ο μάνατζερ και ο σύζυγός της, και τον άνθρωπο που την καθοδήγησε καλλιτεχνικά, τον μεγάλο μαέστρο Τούλιο Σεραφίν.

«Ας την ακούσουμε να τραγουδά. Αυτό που μας ανήκει είναι η φωνή της και μόνο η φωνή της. Η ζωή της είναι δική της και μόνο δική της. Ας μην ενοχλούμε, λοιπόν, τη Μις Κάλλας».

Στα τέλη του ‘40 αρχίζει η μεγάλη της άνοδος. Μετά από πιέσεις δέχεται να αντικαταστήσει την πρωταγωνίστρια στους Πουριτανούς του Μπελίνι, όταν η τελευταία αρρωσταίνει, μολονότι την ίδια εποχή τραγουδάει τη Βαλκυρία του Βάγκνερ στο ίδιο θέατρο και για μια σοπράνο η εναλλαγή ανάμεσα σε δύο έργα είναι δύσκολη. Και παρόλο το σαρδάμ της επί σκηνής, όταν αντί για «vergin vezzosa» (όμορφη παρθένα) θα πει «vergin viziosa» (!), η ιταλική κριτική θα της παραδοθεί. Χωρίς να λείπουν βέβαια οι συγκρούσεις με τους περισσότερους διευθυντές αλλά και φανταστικούς εχθρούς, ή ο πόλεμος της με τη συνάδελφό της Ρενάτα Τεμπάλντι αλλά και με τους οπαδούς της τελευταίας, στην… ποδοσφαιρική ατμόσφαιρα του εξώστη της Σκάλας του Μιλάνου. Από το 1951 ως το 1958 θα ζήσει τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας της: η Σκάλα και η Κάλας θα γίνουν συνώνυμα. Μάλιστα όταν στα τέλη του ‘70 πηγαίνει ως θεατής πια στη Σκάλα οι επευφημίες του κόσμου κάνουν το «Κάλλας Κάλλας» να ηχεί σαν το «Σκάλα Σκάλα»!

Παράλληλα, με την απόλυτη δόξα συντελείται και η στυλιστική μεταμόρφωσή της, όταν την ανέλαβε η διάσημη σχεδιάστρια μόδας Ελβίρα Λεονάρντι Μπουγιέ με το υποκοριστικό Μπίκι, εγγονή του Τζάκομο Πουτσίνι, και έδωσε «στην κλασική παχύσαρκη Ελληνοαμερικάνα, που πλούτισε ξαφνικά» τη φινέτσα και τον αέρα υπεροχής που ολοκλήρωσαν το είδωλο Κάλλας. Και ενώ έχει τη σπάνια ευκαιρία να γίνει εξώφυλλο στο «Time», αυτό δεν εμποδίζει να χτιστεί ο μύθος της άκαρδης τίγρης και της άσπλαχνης κόρης στα μίντια της εποχής. Η σχέση αγάπης-μίσους με τη μητέρα της δεν θα αποκατασταθεί ποτέ, ενώ λίγο αργότερα διακόπτει την επικοινωνία και με τον πολυαγαπημένο πατέρα της, μην μπορώντας να δεχθεί την απόφασή του να ξαναπαντρευτεί.

Το 1959 αποχωρεί σταδιακά από την όπερα και ζει το μελόδραμα στη ζωή της, με εισιτήριο τη συμμετοχή της στην κρουαζιέρα με τη «Χριστίνα» του Αριστοτέλη Ωνάση. Στις «τεμπέλικες χρονιές» που ακολουθούν και καθώς εκτυλίσσεται η σχέση της με τον Ωνάση που για πολλούς ήταν η καταστροφή της, μοιραζόμαστε την καταπίεση μιας γυναίκας, οι χοντρές γάμπες της οποίας την έκαναν να μην παίξει ποτέ την Κάρμεν επί σκηνής, ενώ γίνονταν και αντικείμενο χλευασμού του κροίσου εραστή της, τη λαχτάρα της να ζήσει τον έρωτα λίγο πριν τα 40 της χρόνια που σήμαιναν το τέλος της νεότητας και τις προσβολές που ανέχεται για χάρη του.

Το ‘67 είναι πλέον 44 ετών, «χωρίς φωνή, χωρίς χαρά, χωρίς όρεξη, χωρίς όνειρα και χωρίς μέλλον», έχοντας αποσυρθεί στο διαμέρισμα της Ζορζ Μαντέλ στο Παρίσι, όπου έζησε σχεδόν μια δεκαετία και εκεί άφησε την τελευταία της πνοή.

Το σοκ της από το γάμο του Ωνάση με τη Τζάκι και το δεύτερο σοκ, αυτό της επιστροφής του σε αυτήν 8 μέρες μετά, η αυτοκαταστροφική της απόφαση να μην περάσει στο ρεπερτόριο της μέτζο σοπράνο αλλά και η επιλογή της να κάνει κινηματογράφο με τον αιρετικό Πιερ Πάολο Παζολίνι, ενώ είχε τον Τζεφιρέλι και τον Βισκόντι να την παρακαλάνε για πιο mainstream ταινίες, είναι κάποια από τα γεγονότα που συνέτειναν στο να νιώσει απόρριψη.

Ανάσα ανανέωσης θα αποτελέσουν τα masterclasses στην Τζούλιαν Ακάντεμι της Νέας Υόρκης στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 και ο έρωτάς και η περιοδεία της με τον διάσημο τενόρο Ντι Στέφανο –η μεγαλύτερη καλλιτεχνική αποτυχία της και, ταυτόχρονα, η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία της–, καθώς εν γνώση της η φωνή της είχε πεθάνει όχι όμως και το άστρο της.

Την τελεία θα βάλει ο θάνατός της από έμφραγμα του μυοκαρδίου το 1977 και ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος θα κληθεί να τον εκφωνήσει στο δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ, του οποίου την παρουσίαση είχε αναλάβει επί προεδρίας του Δημήτρη Χορν που θεωρούσε ότι οι δημοσιογράφοι με την εκφορά τους κατέστρεφαν τα ελληνικά.

Για τους δύο συγγραφείς του «Μην ενοχλείτε τη Μις Κάλλας», πραγματικότητα, φαντασία, εξιδανίκευση και απομυθοποίηση συμπλέκονται και αλλοιώνουν την εύθραυστη ύλη της αλήθειας των γεγονότων, που φαντάζει όλο και πιο απροσπέλαστη. Το μόνο που μας μένει είναι η αλήθεια των αισθημάτων μας. «Ας την ακούσουμε να τραγουδά. Αυτό που μας ανήκει είναι η φωνή της και μόνο η φωνή της. Η ζωή της είναι δική της και μόνο δική της. Ας μην ενοχλούμε, λοιπόν, τη Μις Κάλλας».

i «Μην ενοχλείτε τη Μις Κάλλας» | Αλέξανδρος Αντωνόπουλος & Μιχάλης Ρέππας | Εκδόσεις Ψυχογιός (2021) | σελ. 256 | € 14.40