Συνέντευξη

Ζιλιέτ Μπινός: «Γυρίζοντας την Καμίλ Κλοντέλ έμαθα ότι οι καλύτεροι ηθοποιοί είναι οι τρελοί και οι φυλακισμένοι»

Από -

Η μικροσκοπική, αλλά δυναμική Γαλλίδα σταρ μιλάει στον Χρήστο Μήτση για μία από τις τολμηρότερες αποφάσεις της κινηματογραφικής καριέρας της. Να ερμηνεύσει την έγκλειστη σε ίδρυμα διάσημη γλύπτρια Καμίγ Κλοντέλ στην ομώνυμη ταινία του Μπρουνό Ντιμόν.

banner

Έχοντας κλείσει πριν λίγες μέρες τα 50 της χρόνια και με μια γεμάτη κινηματογραφική προϋπηρεσία τριών δεκαετιών, η Ζιλιέτ Μπινός έχει κατακτήσει τα πάντα στην καριέρα της: από βραβείο ερμηνείας στα τρία κορυφαία φεστιβάλ (Κάνες, Βενετία, Βερολίνο) και Όσκαρ – μόνον ο Σον Πεν έχει καταφέρει κάτι ανάλογο – μέχρι τον τίτλο της πιο ακριβοπληρωμένης Γαλλίδας ηθοποιού στην ιστορία. Έχοντας δοκιμαστεί σε ακριβές αγγλόφωνες παραγωγές (από τον «Άγγλο Ασθενή» ως τον επερχόμενο «Godzilla») και art house φιλμ των κορυφαίων Ευρωπαίων σκηνοθετών (Κισλόφσκι, Χάνεκε, Μαλ…), συχνά πυκνά τολμά να συνεργαστεί με πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς ή να εκτεθεί σε ριψοκίνδυνους κι απαιτητικούς ρόλους όπως αυτός στην «Καμίλ Κλοντέλ 1915», την τελευταία ταινία του συμπατριώτη της Μπρουνό Ντιμόν («Ανθρωπότητα», «29 Φοίνικες», «Φλάνδρα»).

«Η ιστορία της Κλοντέλ με είχε γοητεύσει από τα 16 μου, αλλά ήταν ο Μπρουνό Ντιμόν αυτός που με έπεισε να δοκιμάσω έναν τόσο οριακό ρόλο» μου λέει η ίδια σε ένα βερολινέζικο καφέ της Ποτσντάμερ Πλατς, δίπλα στην κεντρική αίθουσα προβολών της Μπερλινάλε όπου διαγωνίστηκε πέρσι η ταινία της. «Παίζω χωρίς μακιγιάζ, σε φυσικούς χώρους και με φυσικούς φωτισμούς. Υποδύομαι μια γυναίκα κλεισμένη για χρόνια σε ίδρυμα, αναγκασμένη να εκφράσω με λίγα λόγια ακραία συναισθήματα. Οι περισσότεροι συμπρωταγωνιστές μου ήταν τρόφιμοι ψυχιατρείων. Για να φτάσεις σε τέτοια ερμηνευτικά άκρα πρέπει να εμπιστεύεσαι απόλυτα το σκηνοθέτη και το όραμά του κι αυτό συνέβη με τον Μπρουνό. Μου φάνηκε συναρπαστικό να φτάσω ως τα όρια της τρέλας, αλλά έπρεπε να εμπιστευτώ κάποιον όχι μόνο για να με πάει ως εκεί, αλλά και για να με βοηθήσει να γυρίσω».

Μιλώντας ήρεμα, αλλά με φανερό πάθος, μου εξηγεί πως προτιμά να δουλεύει την προετοιμασία του ρόλου της με το σκηνοθέτη και να βρίσκουν μαζί που θέλουν να οδηγήσουν το χαρακτήρα της. «Ειδικά σε μια μη παραδοσιακά αφηγηματική ταινία, όπως αυτή εδώ, το σενάριο είναι απλά ο σκελετός. Συζητήσαμε πολύ με τον Μπρουνό, κάναμε πρόβες και μετά τα πράγματα ήρθαν πάνω στο γύρισμα όπως όταν ζωγραφίζω. Ενστικτωδώς, όπως όταν διαλέγω τα χρώματα ή σε διαλέγουν αυτά, δεν ξέρω… Είναι μια μη συνειδητή επιλογή». Όσον αφορά τώρα τη συνεργασία της με πολλούς από τους συμπρωταγωνιστές της, πραγματικούς τροφίμους ψυχιατρείων, η ίδια δηλώνει εντυπωσιασμένη. «Ως νεαρή είχα πολλές φορές επισκεφτεί ανάλογα ιδρύματα, γιατί ένα μέλος της οικογένειάς μου είχε νοσηλευτεί για κάποιο καιρό. Παρ’ όλα αυτά, στην αρχή φοβόμουν λίγο, αλλά γρήγορα αυτοί οι άνθρωποι σε κερδίζουν με τον αυθορμητισμό και την αφοσίωσή τους.

Ξέρετε ποιοι είναι οι καλύτεροι ηθοποιοί; Οι τρελοί και οι φυλακισμένοι. Έχει να κάνει με την προσήλωση, την απόλυτη αφοσίωση σε αυτό που κάνεις. Ο εγκλεισμός τους και η απειλή που νιώθουν τους κάνει να είναι πάντα «παρόντες», να βιώνουν τη στιγμή και να είναι αυθεντικοί. Το να παίξω δίπλα τους ήταν μια αξέχαστη εμπειρία». Τι αποκόμισε λοιπόν από αυτή την απαιτητική κινηματογραφική εμπειρία; «Δεν νομίζω ότι έμαθα κάτι, όσο το ότι μου αποκαλύφτηκαν μερικά πολύ σημαντικά πράγματα, όπως τι σημαίνει να είσαι παντελώς εγκαταλελειμμένος. Αυτή νομίζω πως είναι και η κεντρική ιδέα της ταινίας, η κοινωνική, οικογενειακή, ψυχολογική απομόνωση δηλαδή του σύγχρονου ατόμου.

Η ταινία και η ιστορία της Κλοντέλ με έκανε να σκεφτώ βαθιά πάνω στο πως νιώθεις όταν είσαι μόνος σ’ αυτό τον κόσμο, χωρίς τρόπο επικοινωνίας, αλλά και έκφρασης». Η τελευταία και αναπόφευκτη ερώτηση έχει να κάνει φυσικά με την υποψήφια για Όσκαρ Ιζαμπέλ Αντζανί και την «Καμίλ Κλοντέλ» του 1988, την ταινία του Μπρουνό Νιτέν με την ίδια ηρωίδα. «Είχα δει την ταινία στην εποχή της και η Ιζαμπέλ είναι αναντίρρητα εξαιρετική. Δεν επέστρεψα εκεί όμως, γιατί εδώ έχουμε μια εντελώς διαφορετική ταινία, η οποία προσεγγίζει από άλλο δρόμο το χαρακτήρα της Καμίλ. Διάβασα γράμματά της, βιβλία για την ιστορία της και έπλασα την κινηματογραφική εικόνα της στο μυαλό μου. Δεν έκρινα σκόπιμο να επιστρέψω στην παλιά ταινία. Πιστεύω πως μάλλον θα με μπέρδευε, παρά θα με βοηθούσε».

banner

Σχετικά Θέματα